Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Χειροτονία Ιεροδιακόνου και χειροθεσία Αρχιμανδρίτου, από τον Μητροπολίτη Γλυφάδας Ε. Β. Β. & Β. κ. Παύλο.





      Την Κυριακή της Αποκρέω, 19 Φεβρουαρίου 2012, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης  Γλυφάδας Ε. Β. Β. & Β. κ. Παύλος, ιερούργησε στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Γλυφάδας. Κατά την Θεία Λειτουργία, προέβη ό Ποιμενάρχης μας, στη χειροτονία εις  Διάκονον,  του  Αναγνώστου και Θεολόγου κ. Μάριου Χανόπουλου, ο οποίος θα τοποθετηθεί, όπως ανακοίνωσε ο Σεβασμιώτατος,  στην Ενορία Παναγίας Φανερωμένης Βουλιαγμένης.

Ο Σεβασμιώτατος ζήτησε από τον νέο Κληρικό της Μητροπόλεώς του, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και στη κρισιμότητα της εποχής μας, σε μία κοινωνία και πατρίδα, που συνεχώς βάλλεται αλλά και ζητάει κάτι αυθεντικό για να βγει από αυτό το τέλμα!  

  Πριν την απόλυση της Θείας Λειτουργίας, ο Σεβασμιώτατος προέβη και στη Χειροθεσία σε Αρχιμανδίτη, του Ιερομονάχου π. Διονυσίου Λαζαρίδη, Εφημερίου και Υπευθύνου Νεότητος, του Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Γλυφάδας.

Ο Μητροπολίτης ευχήθηκε στον π. Διονύσιο,  το οφίκιο που έλαβε ως Αρχιμανδρίτης πλέον, να είναι αφορμή, για περισσότερο πνευματικό αγώνα στην Ιερωσύνη, στην άσκηση και στη διακονία του, εντός της Εκκλησίας.

        Αναλυτικά η ομιλία του Ιεροδιακόνου Μάριου Χανόπουλου ήταν η εξής :

«Τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἡ ἱερωσύνη ὥσπερ μέση

καθέστηκεν ἵνα τήν μέν θεραπεύῃ, τῇ δέ μεταβολήν ἐργάζηται

κρείττονα»1,(745ΒC)

Σεβασμιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,

Τίμιο πρεσβυτέριο,

 Χριστού Διακονίας,

Αγαπητοί εν Χριστώ Αδελφοί,

Συνέχει μου την καρδίαν περισσότερο από κάθε άλλη φορά σήμερον το αίσθημα του φόβου, βλέποντας το άπειρον έλεος και τη μεγάλη αγάπη του Θεού να εκδηλώνεται κατά την μεγάλη ημέρα της αναμνήσεως της Δευτέρας και Ενδόξου Παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τουτέστιν της κρίσεως, από την οποία ουδείς μπορεί να διαφύγει, ότε τα κρυπτά των ανθρώπων δημοσιεύονται και αι πράξεις ελέγχονται.

       Και δικαίως ο Άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης αναφερόμενος στην ιεροσύνη την αναγνωρίζει ως το  μέγιστο αξίωμα στην  ανθρώπινη  κοινωνία, που προϋποθέτει  όμως  πλήρη   επίγνωση  των ιερών  καθηκόντων  και απόλυτη τήρηση των εντολών του  Θεού. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι  «ἄπτει λύχνον ὁ Θεὸς ἱερέα καὶ  τίθησιν ἐπὶ  λυχνίας τῆς  ἑαυτοῦ καθέδρας,  ἵν’ ἐξαστράπτῃ φωτισμόν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ δογμάτων καὶ πράξεων σκότους ἀπηλλαγμένων, ὅπως, ὁρῶντες οἱ λαοὶ τὰς ἀκτῖνας τῆς ζωτικῆς λαμπηδόνος, πρὸς ἑκείνας εὐθύνωνται καὶ τὸν Πατέρα τῶν φώτων δοξάζωσιν». Επισημαίνει, μάλιστα, ότι «χρῆ καὶ τὰ ἐπῖπονα τῆς ἱερωσύνης φέρειν γενναίως καὶ τὰ ἔπαθλα ταύτης περιμένειν προθύμως». Η  ενεργοποίηση της συνειδήσεως για την εργασία στον Αμπελώνα του Κυρίου, που από σήμερα εισέρχομαι να διακονήσω, συνεπάγεται την αναστροφή των πράξεων και των πραγμάτων του κόσμου. Τα λόγια του Αγίου Ισιδώρου είναι ξεκάθαρα καθώς τονίζει ότι «τῷ ἱερωμένῳ πλοῦτος μὲν ὁ τῆς ἀρετῆς κόσμος, ἡδονὴ δὲ ἡ σωφροσύνη, τρυφὴ δὲ ἡ αὐτάρκεια, εὐφροσύνη δὲ ἡ τῶν ὑπηκόων πρὸς ἀρετὴν ἐπίδοσις. Εἰ δὲ τις, τἀναντία τούτων ἐπιτηδεύων, ἱερωσύνης ὀνόματι ἐναβρύνεται, οὗτος ἀνίερος τυγχάνει καὶ τῆς ἀρχῆς ἀνάξιος».

       Ιδού ο οντολογικός και πνευματικός εξοπλισμός του ιερωμένου  που θέλει να μεταφέρει τον Λόγο του Θεού προς τους ανθρώπους. Η διακονία ποτισμένη πάντοτε με την αγάπη του Χριστού προσφέρεται ως περίσσευμα της υπάρξεώς του. Ο υπηρέτης των μυστηρίων του Θεού δεν μπορεί  να κάνει τίποτα άλλο παρά να αγαπά τον κάθε άνθρωπο στην κατάσταση στην οποία βρίσκεται προσπαθώντας  να εγείρει την αναζήτησή του προς τα χρηστότερα και ευωδέστερα.

       Μία τόσο υψηλή κλήση και διακονία, στην μετάδοση του Ευαγγελίου της σωτηρίας, απαιτεί ανάλογον προς το ύψος ετοιμασία  και  οπλισμόν.  Διότι  ουδείς  απαρασκεύαστος  μπορεί να δώσει απολογία περί της εν ημίν ελπίδος. Η δύναμη  του  Λόγου  του Χριστού, δεν φανερώνεται μόνο μέσα από την  εκφώνηση των διακονικών παραγγελμάτων και των λειτουργικών του υποχρεώσεων, ούτε μόνο από το πλήθος και την συγκέντρωση των πιστών, αλλά κυρίως με την ένωσή του με τον Θεό.

         Η αγάπη φανερώνει τα ένδοξα και εξαίσια της αγάπης του Θεού ως εμπειρικώς δεδομένα για κάθε ανθρώπινη ψυχή, περί ων ο Χριστός απέθανεν. Και  είναι  αλήθεια  ότι το να κατέβει  κανείς από το Σταυρό, ένα αίτημα των Φαρισαίων, δεν αποδεικνύει καθόλου ότι κάποιος  είναι  Υιός  του  Θεού.  Αυτός,  που  πιστεύει πως  μπορεί να κατεβάσει κάποιον άλλον από τον σταυρό του, αποδεικνύει ασφαλώς πως δεν  κατανόησε ποτέ  ούτε το θέλημα του Επουρανίου Πατρός, ούτε και την εν Χριστώ αγάπη.  Η δύναμη  απογυμνώνει τον άνθρωπο από την  εξουσία του πνεύματος. Δεν μπορεί κανείς να ντύνεται τον Χριστό και ταυτόχρονα τον κόσμον.

      Πολλά   θα  μπορούσε  να  πει  κανείς  για  τον  τρόπο εκδήλωσης αυτής  της  αγάπης  και  προσεγγίσεως  των  άλλων.  Γιατί  ο  τρόπος αυτός,  δεν μπορεί  να προσλαμβάνει  την μορφή ενός απολογητικού μονολόγου,  ο  οποίος  ερεθίζει  και  μεγεθύνει   την   απόσταση   του ανθρώπου   από   τον   Θεό.   Χρειάζεται   η  ευσεβής  γνώμη  μας  να απομακρύνεται  από  την  αρνητική  τοποθέτηση  έναντι των άλλων.

Τους άλλους τους θεωρούμεν συνήθως ως αμαρτωλούς και εκφραστές αντίθεων δυνάμεων και όχι παιδιά του Θεού.

       Η εκκλησία όμως δεν  ζεί μόνο   εν   τω   κόσμω,   αλλά αγκαλιάζει (συμπεριλαμβάνει) και τον  κόσμο  της  πτώσεως, της απελπισίας, και της δυνατότητας της επιστροφής. Για  αυτό  είναι σημαντικό να γνωρίζουμε πως  άλλο είναι η  γλώσσα η σεμνή και άλλο η γνώμη η ευσεβής.

       Τις πανίερες τούτες στιγμές, νοιώθω εκ βάθους καρδίας την ανάγκη να ευχαριστήσω τούς ανθρώπους πού μέσα στο πάνσοφο σχέδιο της πρόνοιας  και της  αγάπης του  Θεού  συνήργησαν για την σωτηριώδη για εμένα αυτή στιγμή, δίχως να θεωρήσω ποτέ ότι η λέξη «ευχαριστώ» μπορεί να καλύψει το μέγεθος των συναισθημάτων μου γι’ αυτούς.

       Και πρώτον οφείλω να ευχαριστήσω τους γονείς μου Θωμά και Μαργαρίτα, οι οποίοι με ανέθρεψαν ἐν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ιδιαιτέρως μνημονεύω την μητέρα μου που ήδη βρίσκεται εν Ουρανοίς και πιστεύω σήμερον να αγάλλεται το πνεύμα της εν τη Επουράνιῳ και Θριαμβευούσῃ Εκκλησία. Τους αδελφούς μου και τις οικογένειές τους και τους λοιπούς κατά σάρκα συγγενείς μου.

       Ιδιαιτέρως προ ενός έτους περίπου, ο Κύριος με ευεργέτησε πλουσιοπάροχα αφού  την ζωή μου  εκόσμησε η εκλεκτή της καρδιάς μου, η χαρισματική και ευλογημένη από τον Θεό, σύζυγός μου Στυλιανή, το υπήνεμο λιμάνι που χάριτι Θεού αγκυροβόλησε η ζωή μου. Στην πιστότητά της και στην εμπιστοσύνη της στο θέλημα και το έλεος  του  Θεού, μαθητεύω. Ο Θεός να την ενδυναμώνει στην αποστολή της ιερατικής μας πορείας. Καθώς και τους γονείς της Αθανάσιο και Ελένη που μου χάρισαν έναν συνοδοιπόρο στην νέα μου διακονική πορεία.

       Επίσης ευχαριστώ τον Σύλλογο των Καθηγητών της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης στους οποίους εμαθή- τευσα και εσπούδασα τα ιερά γράμματα και μυήθηκα στην λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, παρ’ οις  έλαβον τῳ πτυχίῳ.

       Με συγκίνηση αναπολώ το παρελθόν και ανασύρω από την μνήμη την πρώτη συνάντηση μου με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ειρηνουπόλεως κ.κ. Δημήτριο, τον πνευματικό μου Πατέρα. Η ευγένειά του, ο ιεραποστολικός του αγώνας και η πορεία του στις χώρες της Αφρικής παραπέμπουν σε ενθύμηση των  αποστολικών χρόνων δια την διάδωσιν του λόγου του Θεού και εμπνέουν όλους εμάς τους νεότερους δια το χρέος μας προς την διακονία της ιεραποστολής .

 Σεβασμιώτατε Ποιμενάρχα  μας  κ. Παύλε,

        Κατά την Ιεράν ταύτην στιγμήν που λαμβάνω το πρώτο της ιεροσύνης, τον του διακόνου χάρισμα από τας Σεπτάς και Τιμίας Χείρας Σας, ως Αρχιθύτης και ως αναφέρει ο Άγιος Ισίδωρος, είσθε ο Επίσκοπος «εἰς τύπον ὢν τοῦ Χριστοῦ, τὸ ἔργον ἐκείνου πληροῖ, καὶ δείκνυσι πᾶσι διὰ τοῦ σχήματος, ὅτι μιμητής ἐστι τοῦ ἀγαθοῦ καὶ μεγάλου Ποιμένος, ὁ τὰς ἀσθενείας φέρειν τοῦ ποιμνίου προβεβλημένος ὅλον εἶναι ὀφθαλμόν πάντα ὁρῶντα, καὶ μηδὲν παρορῶντα»(P.G 78, 272). Η απλότητα, η καλοσύνη σας, η ποιμαντική σας αγωνία και το ενδιαφέρον σας για την πορεία μου, με καθιστούν αείποτε οφειλέτη της αγάπης σας. Ενσαρκώνετε με την παρουσία σας και τον λόγο σας την προφητική Ιεροσύνη, την καλή μαρτυρία, δεν υποστέλλετε την σημαία της Αληθείας του Ευαγγελίου, δεν τρομάζετε στις δυσκολίες και στον πόλεμο των αντίθεων δυνάμεων, δεν λυγίζετε μπροστά στις απειλές των σκοτεινών κέντρων. Ας αποτελεί έναν σταθμό στην προσωπική μου ζωή (Πεντηκοστή), να με πληρώσει αλλά και να με συμπληρώσει με την αγάπη Σας, ώστε να αγαπώ τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, επειδή ακριβώς σηκώνω και εγώ τον σταυρό μου σε τούτες τις δύσκολες χρονικές στιγμές που περνάμε.

       Πορευόμενος εις τα Άγια των Αγίων, «ὅπου πάρεστιν ὁ Χριστός, διακοσμῶν τήν Τράπεζαν», προκειμένου  να διακονήσω τα θειότατα και υμνημὲνα, κλίνω την κεφαλήν, στρέφω χείλη και καρδία προς τον Αρχιποίμενα Χριστόν και αιτούμαι το άπειρον Αυτού έλεος και τούτο μόνον αναφωνώ : «Λάλει Κύριε καί ὁ δοῦλος σου ἀκούει».