Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

«ΒΛΕΠΕ ΟΥΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ» - Μεγάλη Τρίτη




Ἀπὸ τὸν π. Παναγιώτη Γκέζο
    Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καταδίκασε κάθε μορφὴ κακίας καὶ ἁμαρτίας χρησιμοποιώντας παραβολὲς ἤ διάφορους ἄλλους τρόπους, ποτὲ ὅμως δὲν καταδίκασε τὸν συγκεκριμένο ἁμαρτωλὸ ποὺ βρισκόταν μπροστά Του ἔστω καὶ ἄν δὲν ἔδειχνε διάθεση μετανοίας. Ἀντίθετα μάλιστα, ὅταν ἔχει μπροστά Του ὁ Χριστὸς τὸ συγκεκριμένο ἁμαρτωλὸ τὸν ἀντιμετωπίζει μὲ συμπάθεια,  ἐπιείκεια καὶ πολὺ συχνὰ μὲ τρυφερότητα. Ἔτσι ἀντιμετωπίζει τὸ Ζακχαῖο, τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα, τὴ Σαμαρείτιδα ποὺ δὲν ἔκανε καμιὰ δήλωση μετανοίας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τὸν πλούσιο νέο ποὺ δὲν θέλησε νὰ ἀποχωρισθεῖ τὰ πλούτη του, ὁ Χριστὸς: «ἐμβλέψας αὐτῶ ἠγάπησεν αὐτὸν» (Μαρκ.10,210 κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Μάρκο.
    Ὑπάρχει ὅμως ἕνα εἶδος ἁμαρτωλοῦ τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς κατεδίκασε ἄμεσα καὶ προσωπικὰ, τὸν  ὑποκριτή. Στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Μ. Τρίτης (Ματθ.23, 15-23) ὁ Χριστὸς κεραυνοβολεῖ τοὺς Γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους τῆς ἐποχῆς Του, ποὺ βρίσκονταν μπροστά Του ἐκείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμή, γιὰ τὴν ὑποκρισία τους, καὶ δὲν διστάζει νὰ χρησιμοποιήσει ἐναντίον τους πολὺ βαρεῖς χαρακτηρισμοὺς καὶ νὰ τοὺς  προσάψει βαρύτατες κατηγορίες.
    Ἀπὸ τὸ  εὐαγγελικὸ αὐτὸ ἀπόσπασμα φαίνεται πολὺ καθαρὰ ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν βλέπει αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ βρίσκονται κοντά Του ἤ νὰ ἔχουν ὁποιαδήποτε σχέση μ’ Αὐτὸν, γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία σ’ αὐτὸ τὸ προχωρημένο στάδιο τῆς πορείας γιὰ τὴν συνάντηση μὲ τὸν  ἀναστημένο Χριστὸ μᾶς ὐπενθυμίζει ἀκόμα μιὰ φορὰ καὶ μὲ πολὺ ἔμφαση πὼς σύμφωνα μὲ τὴν ξεκάθαρη δήλωση  αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, αὐτὴ ἡ σηνάντηση μπορεῖ νὰ εἶναι δυνατὴ γιὰ τοὺς τελῶνες καὶ τὶς πόρνες ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατη γιὰ τοὺς ὐποκριτὲς.
    «Τὴ Ἁγία καὶ μεγάλη Τρίτη τῆς τῶν δέκα παρθένων παραβολῆς τῆς ἐκ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου μνείαν ποιούμεθα» λέει τὸ συναξάριο τῆς ἠμέρας. Γιατὶ ὅμως αὐτὴ ἠ «μνεία»τῆς παραβολῆς τῶν δέκα παρθένων; Ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη ἠμέρα τὴς Μ. Ἐβδομάδος ἔχει εἰσαχθεῖ τὸ θέμα τοῦ Χριστοῦ νυμφίου ποὺ ἔρχεται «ἐν τῶ μέσω τῆ νυκτός», ὅπως καὶ στὴν παραβολὴ τὼν δέκα παρθένων, καὶ ὅποιον βρίσκει «γρηγοροῦντα» τὸν συμπεριλαμβάνει στὸ νυμφώνα, στὴ βασιλεία Του, ἐνω ἀποκλείει ἐκεῖνον ποὺ τὸν βρίσκει «ραθυμοῦντα».
    Ὁ νυμφίος ἔρχεται πάντοτε, κάθε ἡμέρα καὶ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας. Κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας ὀ Θεὸς μᾶς προσφέρει μιὰ ἀνεπανάληπτη καὶ μοναδικὴ εὐκαιρία γιὰ νὰ Τὸν πλησιάσουμε. Κάθε εὐκαιρία ποὺ χάνουμε, τὴ χάνουμε γιὰ πάντα γιατὶ ποτὲ δὲν θὰ ξαναγυρίσει. Θὰ μᾶς δοθοῦν ἄπειρες καινούργιες εὐκαιρίες, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ ξανάρθει μιὰ εὐκαιρία ποὺ χάσαμε.
    Κάποτε ὁ νυμφίος μπορεῖ νὰ ἔλθει μὲ τὴν εὐκαιρία νὰ δείξουμε εὐαισθησία στὸν ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται πλάι μας καὶ περνάει μιὰ δύσκολη στιγμή, κάποτε μπορεῖ νὰ ἔλθει μὲ τὴν εὐκαιρία νὰ δείξουμε κατανόηση καὶ συγακάβαση στὸν ἄνθρωπο ποὺ φέρεται ἄδικα καὶ ἄπρεπα, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν πιέζει κάποια ἐσωτερική ἀγωνία, κάποτε ὁ νυμφίος μπορεῖ νὰ ἔλθει μὲ τὴν εὐκαιρία νὰ ποῦμε ἕνα καλὸ λόγο γιὰ κάποιον ἄνθρωπο ἤ σὲ κάποιον ἄνθρωπο, ἤ νὰ μὴν ποῦμε κακὸ ἐναντίον του. Κάποτε ὁ νυμφίος μπορεῖ νὰ ἔλθει μὲ τὴν εὐκαιρία νὰ ἀντιμετωπίσουμε μὲ ἀνθρωπιὰ ἕναν ταλαιπωρημένο πολίτη ποὺ ζητάει κάποια ἐξυπηρέτηση στὴ δημόσια ὑπηρεσία ποὺ ἐργαζόμαστε. Κάποτε ὀ νυμφίος μπορεῖ νὰ εἶναι γιὰ τοὺς γονεῖς ὁ ἔφηβος γιὸς ἤ ἡ κόρη τους ποὺ ζητάει χῶρο γιὰ νὰ ἀναπτύξει τὴν προσωπική του ταυτότητα καὶ κάποτε μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνας πατέρας ποὺ ζητάει, ἔστω ἄστοχα ἀλλὰ ἀπεγνωσμένα, τὴν ἀναγνώριση τοῦ παιδιοῦ του.
    Ὁ νυμφίος ἔρχεται μὲ ἄπειρες τέτοιες καθημερινὲς εὐκαιρίες σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ἡμέρας ἤ τῆς νύχτας ἀλλἀ τὶς πιὸ πολλές φορές «ἐν τῶ μέσω τῆς νυκτὸς» σὲ σχέση μὲ τὴ δική μας ἐγρήγορση. Ἡ νύχτα αὐτὴ δὲν εἶναι ἐκείνη ποὺ φέρνει ἡ δύση τοῦ ἡλίου ἀλλὰ ἐκείνη ποὺ δημιουργοῦν τὰ τυφλωμένα μας μάτια, ποὺ μὸνο τὴν καθημερινότητα τῆς ζωῆς μποροῦν νὰ βλέπουν, ἔτσι, ποὺ νὰ περιορίζεται ἠ πραγματικότητα στὸ τί καὶ πῶς καὶ πόσο θὰ πάρουμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἤ σὲ βάρος τῶν ἄλλων.
    Ὅταν εἶδε ὁ Ἡσαϊας τὴ δόξα τοὺ Θεοῦ διαπίστωσε, ὅπως καὶ κάθε ἄνθρωπος ὅταν βλέπει τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ διαπιστώνει, πόσο τραγικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ τύφλωση τῶν ἀνθρώπων ποὺ ὁ θεῖος φωτισμὸς δὲν ἔχει ἀνοίξει τὰ μάτια τους, καὶ εἶπε «τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῆ καρδία καὶ ἐπιστραφῶσι καὶ ἰάσομαι αὐτοὺς»( Ματθ.12, 40).
    Βέβαια ὁ Χριστὸς δὲν βρίσκεται μέσα σὲ αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο καὶ χυδαῖο μέρος τῆς πραγματικότητας, ποὺ βλέπουν τὰ τυφλωμένα μάτια τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς πλημμυρίζει ἕνα ἄλλο τεράστιο, φωτεινὸ καὶ ὐπέροχο μέρος τῆς πραγματικότητας, τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι προσιτὴ στὸν ἄνθρωπο καὶ μπορεῖ νὰ κάνει τὴ ζωή του ἄξια νὰ τὴν ζήσει.
    «Βλέπε οὖν, ψυχή μου, μὴ τῶ ὕπνω κατενεχθῆς, ἵνα μὴ τῶ θανάτω παραδοθῆς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλειθῆς».
Πηγῆ: Ἀρχίμ. Φ. Φ. «Πρὶν καὶ μετὰ τὸ Πάσχα»    Ἐν Βάρη 10.04.2012