Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ-Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.



Ἀπὸ τον πατέρα Παναγιώτη Γκέζο
Τὴν Πεντηκοστὴ γιορτάζουμε τὸ γεγονὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστικότητα εἶναι ἀντανάκλαση τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ, ποὺ σὰν Θεὸς ἀγάπης δὲν μποροῦσε, ἄν καὶ εἶναι ἕνας, νὰ εἶναι μοναδικός, γιατὶ ἔπρεπε ὁπωσδήποτε νὰ ἀγαπάει κάποιον ἄλλο. Ἔτσι ὁ Θεὸς ἦταν ἀπαραίτητο νὰ εἶναι μιὰ κοινότητα, μιὰ κοινωνία ποὺ τὰ πρόσωπα ποὺ τὴν ἀποτελοῦν νὰ τὰ μοιράζονται ὅλα, νὰ τὰ ἔχουν ὅλα κοινὰ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ταυτότητα Τους, τὴν ὑποστατικότητά Τους. Γιατὶ ἄν εἶχαν καὶ τὴν ταυτότητα ἤ τὴν ὑποστατικότητα κοινὴ, δὲν θὰ ἦταν κοινότητα, ἀλλὰ μοναδικότητα καὶ ἑπομένως ὁ Θεὸς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι Θεὸς ἀγάπης.
Στὸν ἄνθρωπο ὁ Θεὸς ποὺ τὸν ἔπλασε κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωση δική Του, ἔδωσε τὴν ἐκκλησιαστικότητα ποὺ εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅ,τι εἶναι γιὰ τὸν Θεὸ ἡ τριαδικότητα. Ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ τὸ Θεὸ ὁ ἄνθρωπος ἀλλοιώνει τὴ θεία εἰκόνα καὶ ὑποκαθιστᾶ τὴν ἐκκλησιαστικότητά του, δηλαδὴ τὸ βασικὸ στοιχεῖο τῆς φύσεώς του ποὺ ἀπαιτεῖ τῆν ἕνωσή του μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, μὲ τὸν ἀτομικισμὸ καὶ τὸ ναρκισσισμὸ ποὺ τὸν ὁδηγεῖ στὸ θάνατο.
Στὴν Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι μοιράζονται μὲ τοὺς ἄλλους τὸν ἑαυτό τους, τὸ βίο τους, τὸ χρόνο τους, τὶς ἀνησυχίες τους, τὴ δημιουργικότητά τους, τὴ χαρά τους, τὴ λύπη τους, τὴν πίκρα τους, τὴν ἀπόγνωσή τους, τὴν ἐλπίδα τους, τὴν πίστη τους. Δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄνθρωποι φροντίζουν ὁ καθένας τὸν ἑαυτό του, ἐκεῖ ποὺ ὁ καθένας κρατάει τὰ ἀγαθά του, τὴ χαρά του, τὴ δύναμή του, τὴν ἐλπίδα του, τὴν πίστη του, τὴν ἀρετή του γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν τὴ μοιράζεται μὲ τοὺς ἄλλους.
Ἄν στὴν ἐποχή μας πολλοὶ ἄνθρωποι πολεμοῦν τὴν Ἐκκλησία σὰν ὀργάνωση, εἶναι πρὸ παντὸς καὶ κυρίως ἐπειδὴ ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος, κυριαρχημένος ἀπὸ τὸ δαιμονικὸ ναρκισσισμό, τρέμει τὴν ἐκκλησιαστικότητα καὶ μπορεῖ νὰ μιλάει συχνὰ γιὰ δίκαιη κατανομὴ τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ δὲν κάνει λόγο γιὰ ἀγάπη. Μὲ τὴ μάσκα τῆς ὑλιστικῆς ἰσότητας, κρύβει τὸν τρόμο ποὺ αἰσθάνεται στὸ ἐνδεχόμενο νὰ μοιραστεῖ τὸν ἑαυτό του μὲ κάποιον ἄλλο. Γι’ αὐτὸ προσπαθεῖ νὰ μεταβάλει σὲ ἐμπορικὴ συναλλαγὴ καὶ τὶς πιὸ προσωπικὲς σχέσεις ὅπως ὁ γάμος, τὸν ὁποῖο θέλει νὰ ἀπογυμνώσει ἀπὸ κάθε προσωπικὸ στοιχεῖο, ἀπὸ κάθε συναίσθημα καὶ νὰ τὸν κάνει συνδικαλισμὸ μὲ ὡράρια, μὲ δικαιώματα, ἔντονα ἀνταγωνιστικό, μιὰ σφοδρὴ μάχη ἀνάμεσα σὲ δύο στρατόπεδα, γιὰ νὰ προστατευθεῖ ἔτσι ἀπὸ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς προσωπικῆς προσφορᾶς.
Ἀλλὰ δὲν μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἔχουν μεταξύ τους κοινότητα, κοινωνία, ἑνότητα, χωρὶς νὰ εἶναι ἑνωμένοι μὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ Κοινότητα, ἡ Κοινωνία, ἡ Ἑνότητα. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πραγματικὴ κοινότητα χωρὶς νὰ εἶναι Ἐκκλησία καὶ χωρὶς νὰ ἔχει αὐτὴ ἡ κοινότητα κι αὐτὴ ἡ κοινωνία σὰν ψυχή της τὸ πεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Ἐπειδὴ οἱ διάφορες ἀνθρώπινες ὁμάδες πολὺ συχνὰ δὲν εἶναι Ἐκκλησία καὶ ἐπομένος δὲν ἔχουν τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, δὲν ὑπάρχει ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, καὶ ἡ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπο νὰ κρυπτογραφεῖ  τὰ μηνύματα ποὺ στέλνει στὸ συνάνθρωπο του, γιὰ νὰ εἶναι ἔτσι καλυμμένος καὶ νὰ μπορεῖ νὰ ὑπαναχωρεῖ ὅταν διαπιστώνει ὅτι ὅ ἄλλος ἀπορρίπτει αὐτὰ τὰ μηνύματα. Τέτοια εἶναι ἡ ἐπικοινωνία ἀκόμη καὶ μεταξὺ συζύγων καὶ μελλῶν μιᾶς οἰκογένειας. Εἶναι πασίγνωστη ἡ λαϊκίστικη συμβουλὴ «μὴ λὲς στὸν ἄνδρα σου ὅτι τὸν ἀγαπᾶς γιατὶ μπορεῖ νὰ τὸ ἐκμεταλλευθεῖ», καὶ στὰ ὑγιέστερα ζευγάρια ἕνα μεγάλο μέρος τῆς συζυγικῆς ἐπικοινωνίας γίνεται μὲ τέτοιες προφυλάξεις καὶ κρυπτογραφήσεις.
Τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς μεταξύ ἄλλων φανερώνει ὅτι ἀπὸ τὰ πρῶτα χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ δυνατότητα τῆς ἐπικοινωνίας. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νὰ μιλάει καὶ νὰ καταλαβαίνει τὴ γλώσσα τοῦ συνανθρώπου του ξεπερνώντας ὁποιοδήποτε σχετικὸ ἐμπόδιο. Ἡ δυσκολία στὴν ἀνθρώπινη ἐπικοινωνία εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγωκεντρισμοῦ, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ βλέπει ὅλους τοὺς συνανθρώπους του, ἀκόμη κι αὐτοὺς ποὺ εἶναι πολὺ κοντά του, σὰν ἐχθροὺς ἤ σὰν ἀνταγωνιστὲς, ποὺ ἔχουν αὐτὸ ποὺ θέλει νὰ ἔχει ἐκεῖνος ἤ ποὺ μποροῦν νὰ τοῦ πάρουν αὐτὸ ποὺ ἐκεῖνος ἔχει. Αὐτὸ τὸ κλίμα τοῦ κρυφοῦ πολέμου κάνει ἀδύνατη τὴν ἀνάπτυξη ἐμπιστοσύνης.
Τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἀποκαθιστᾶ τὴν ἐμπιστοσύνη καὶ τὴν ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, γιατὶ δὲν εἶναι πνεῦμα ἀνταγωνισμοῦ ἀλλὰ πνεῦμα προσφοράς. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δὲν σκέπτεται τί θὰ πάρει ἀπὸ τὸν ἄλλο, ἀλλὰ τί θὰ τοῦ δώσει. Δὲν βλέπει τὸν συνάνθρωπό του  σὰν ἀνταγωνιστὴ ἀλλὰ σὰν συναγωνιστὴ, δὲν προσπαθεῖ νὰ ἐξασφαλίσει γιὰ τὸν ἑαυτὸ του τὴ καλύτερη θέση ἀλλὰ νὰ βοηθήσει τὸν συνάνθρωπό του νὰ τὴν πάρει. Αὐτὸ ἦταν τὸ κλίμα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ γι’ αὐτὸ ἔδωσε τὴ δυνατότητα σὲ ὅλους να μιλοῦν καὶ νὰ καταλαβαίνουν ὅλων τὶς γλώσσες.
Ὁ Χριστὸς ἐτήρησε τὴν ὑπόσχεση ποὺ ἔδωσε καὶ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔστειλε στοὺς μαθητές τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐπεδήμησε στοὺς Ἀποστόλους, στὴν Ἐκκλησία καὶ δι’ αὐτὸν σ’ ὅλους ὅσοι ἀνοίγουν σ’ αὐτὸ τὴν πόρτα τῆς ψυχής τους. Ἄς ὑψώσουμε τὰ χέριὰ μας κι ἄς παρακαλέσουμε τὸ Θεὸ νὰ στέλνει πάντα στὸν καθένα μας καὶ σὲ ὅλους, το Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, τὴ μεγάλη παρηγοριά μας, τὴ μεγάλη προστασία μας, γιατὶ τὸ ‘χομε τόση ἀνάγκη, ὅσο τίποτε ἄλλο. Ἀμήν.
6.05.2012 πηγὴ : Αρχιμ. Α. Κουστένη