axrhstou.blogspot.gr

axrhstou.blogspot.gr

axrhstou.blogspot.gr

axrhstou.blogspot.gr

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Οι ευχές μας για το νέο έτος 2013 μ. Χ.

Ομιλία στην Απόδοση των Χριστουγέννων 2012


Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννηση.-Tὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν Νόμο στὴ Χάρι.





Ἀπὸ τὸν πατέρα Παναγιώτη Γκέζο


Βρισκόμαστε, ἀγαπητοί μου, ἀκόμη μέσα στὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς ἀγαλλιάσεως τῆς μεγάλης Δεσποτικῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Δοξολογίες, ὕμνοι καὶ εὐγνωμοσύνη, συναισθήματα ἅγια, βαθιὰ μέσα μας, κυριαρχοῦν ἀπὸ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Λυτρωτῆ τοῦ κόσμου στὴ γῆ. Καὶ σήμερα Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννηση, ὅπως ὀνομάζεται, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴ μνήμη τριῶν μεγάλων μορφῶν. Τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος, τοῦ Δαβὶδ τοῦ προφητάνακτος καὶ τοῦ Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.
Καὶ ὁ μὲν δίκαιος Ἰωσὴφ ἀξιώθηκε νὰ γίνει μνήστωρ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τῆς Παναγίας μας, ὁ Προφήτης καὶ Βασιλεὺς Δαβὶδ εἶχε τὴν ὕψιστη τιμὴ νὰ ἀνακηρύξει τὸ γεγονὸς τῆς Θείας Ἐπιφανείας στὸν προχριστιανικὸ κόσμο, ὁ δὲ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος βρέθηκε πολὺ κοντὰ στὸν Χριστὸ καὶ ἔζησε τὴν παρουσία Του καὶ ἀναδείχθηκε Ἀπόστολος καὶ πρῶτος Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων.
Τὰ τρία αὐτὰ πρόσωπα εἶναι ἐκεῖνα ποὺ σηματοδοτοῦν τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸν Νόμο στὴ Χάρι. Εἶναι πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶχαν μία στενὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό, διότι ἔζησαν ὁ καθένας μ’ ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο τὸ ἔλεος, τὴ φιλανθρωπία καὶ τὴ δόξα Του. Τὸν γνώρισαν ὡς «τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ», «πρότερον μὲν» ὁ Δαβίδ, «ἄσαρκον ὡς Λόγον, ὕστερον δὲ» ὁ Ἰωσήφ, καὶ ὁ Ἰάκωβος «δι’ ἡμᾶς σεσαρκωμένον».
Περάσαμε τὰ ἱερὰ καὶ ἅγια Χριστούγεννα. Γέμισε ἡ ψυχή μας μὲ χαρά, εὐφροσύνη καὶ μὲ εἰρήνη. Ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει τὶς ἡμέρες αὐτὲς μέχρι τὴν Πρωτοχρονιὰ νὰ ἑορτάζει καὶ νὰ ἐκμεταλλεύεται πνευματικὰ τὴ μεγάλη αὐτὴ Δεσποτικὴ ἑορτή. Ὁ νοῦς ὅλων μας στρέφεται στὴ Βηθλεέμ. Ξαναζοῦμε μέσα ἀπὸ τὶς Εὐαγγελικὲς περικοπὲς τὰ θαυμαστὰ γεγονότα ποὺ συνέβησαν τότε. Νιώθουμε κι ἐμεῖς προσκυνητὲς σὰν τοὺς ποιμένες, ὁδοιπόροι μὲ τοὺς Μάγους, συνυμνῳδοὶ μὲ τοὺς Ἀγγέλους νὰ ἀναζητοῦμε τὸν γεννηθέντα Κύριο.
«Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεύς;». Τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπασχολοῦσε ὅλους τὴν ὥρα ἐκείνη. Τοὺς σοφούς της Ἀνατολῆς, τοὺς ποιμένες τῆς Ἰουδαίας, τὸν Ἡρώδη καὶ τοὺς νομοδιδασκάλους. Στὸν καθένα ἀπ’ αὐτοὺς μὲ τρόπο διαφορετικὸ δόθηκε τὸ οὐράνιο μήνυμα. Ἀνάλογα πάντα μὲ τὶς πνευματικὲς καὶ διανοητικές τους δυνατότητες. Στοὺς ποιμένες ποὺ ἀγρυπνοῦσαν μὲ τὸ ὅραμα. Στοὺς Μάγους μὲ τὸν ἀστέρα. Στὸν Ἡρώδη μὲ τὴν πληροφορία τῶν Μάγων. Ἀλλὰ καθένας ποὺ δεχόταν τὸ μήνυμα ἐνεργοῦσε μὲ διαφορετικὴ διάθεση. Οἱ ποιμένες μὲ ταπείνωση, γιὰ νὰ γονατίσουν μπροστὰ στὸν Θεὸ ποὺ κατέβηκε στὴ γῆ, γιὰ νὰ τοὺς σώσει. Οἱ Μάγοι, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Βασιλιὰ ποὺ μὲ τόση λαμπρότητα τὸν ὑπέδειξε ὁ οὐρανός. Ὁ Ἡρώδης ὅμως γιὰ νὰ τὸν ἐξοντώσει, γιὰ νὰ τὸν ἐξαφανίσει.
Στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, ἀγαπητοί μου, οἱ διαθέσεις καὶ οἱ ἀντιδράσεις τῶν ἀνθρώπων παραμένουν ἴδιες. Ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἀκούει τὸ μήνυμα τῆς γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου. Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀναζητοῦν τὸν Χριστό. Ὁ καθένας ὅμως μὲ διαφορετικὴ διάθεση καὶ τρόπο. Πολλοὶ συναντοῦν τὸν Χριστὸ στὴ ζωή τους, ἀλλὰ δὲν Τὸν δέχονται, δὲν Τὸν πιστεύουν ὡς Θεὸ καὶ Σωτῆρα. Ἄλλοι ἀντιπαρέρχονται ἀδιάφοροι καὶ ἄλλοι Τὸν μάχονται. Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ Τὸν πιστεύουν καὶ ζητοῦν κοντά Του τὴν ἱκανοποίηση τῶν πόθων καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν τους, τὴ λύτρωση καὶ τὴ σωτηρία τους. Ἄλλοι μὲ προκατάληψη καὶ δυσπιστία ἀγωνίζονται νὰ διαστρέψουν τὰ γεγονότα καὶ νὰ ἀπομακρύνουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴ διδασκαλία Του ἀπὸ τὴ ζωή τους.
Παρατηρῶντας τὴν ἱστορία, ἔχει νὰ μᾶς παρουσιάσει ἕνα πλῆθος πιστῶν, ποὺ προσκύνησαν τὸν Κύριο καὶ τὸν δέχθηκαν ὡς Θεὸ καὶ Σωτῆρα. Μία στρατιὰ ὁλόκληρη ἀνθρώπων, ποὺ καὶ τὴ ζωή τους θυσίασαν, γιὰ νὰ ὁμολογήσουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ μείνουν σταθεροὶ στὴν πίστη τους. Ὑπῆρξε ὅμως καὶ μία μερίδα ἀνθρώπων ποὺ ἔμειναν ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι μπροστά Του. Καὶ ἄλλη μία ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ ἐδίωξαν τὸν Χριστὸ καὶ ἐπιχείρησαν μὲ δόλια μέσα νὰ ἀφανίσουν τὸ ὄνομά Του ἀπὸ τὴν ἱστορία. Ἕνας τέτοιος διώκτης τὴν ἐποχὴ ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ Ἡρώδης. Ἐκεῖνος ποὺ ἐπεδίωξε νὰ φονεύσει τὸν Χριστό. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ σήμερα ὅμοιοι μὲ τὸν Ἡρώδη ποὺ ἀγωνίζονται νὰ σκοτώσουν τὸν Χριστὸ στὶς καρδιὲς τῶν πιστῶν.
Μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἔντονη ζωή· τὸ θόρυβο καὶ τὸ συναγερμὸ τῶν Χριστουγέννων· ἀνάμεσα στὰ δῶρα καὶ τὶς διασκεδάσεις προβάλλει τὸ αἰώνιο ἐρώτημα: «ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς Βασιλεύς;». Ποιὰ θέση ἔχει στὴ ζωή μας; Ποιὰ θέση ἔχει στὴν καρδιά μας ὁ Βασιλεὺς τῶν Οὐρανῶν; Ποιὰ θέση τοῦ παραχωροῦμε στὴ γῆ μας, γιὰ νὰ γεννηθεῖ; Ποιὰ θέση τοῦ δίνουμε στὰ ἐνδιαφέροντα καὶ τὰ προβλήματα, στὶς ἀπασχολήσεις μας καὶ τὶς σκέψεις μας; Τοῦ ἔχουμε δώσει κάποιο τόπο νὰ μείνει; Τί θὰ ἀπαντούσαμε ὡς πρόσωπα, ὡς κοινωνία, ἂν μᾶς ἔθεταν τὸ ἐρώτημα: «ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς Βασιλεύς;»
Ἂς διερωτηθοῦμε ὅλοι μας ποιὸ ρόλο ἔχει ὁ Χριστὸς στὴν προσωπική μας ζωή, στὶς σκέψεις, τὶς ἐνέργειες, στὴ συμπεριφορά μας; Τί θέση τοῦ ἔχουμε δώσει στὴν καρδιά μας; Ἂν ναί, μὲ παρρησία μποροῦμε νὰ τὸ ὁμολογοῦμε: νὰ ἐδῶ σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο, σ’ αὐτὴ τὴν ἔκφραση τῆς ζωῆς μας, οἱ ἐκδηλώσεις μᾶς εἶναι χριστιανικές. Ἀποπνέει ἡ νοοτροπία ἢ τὸ βίωμά μας «Χριστοῦ εὐωδία». Ἐδῶ εἶναι ὁ «τεχθεῖς Βασιλεύς».
Ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ τὸν Χριστό, ἂς τοῦ δώσουμε. Ἂς τοῦ χαρίσουμε τὶς καρδιές μας, ἂς τοῦ χαρίσουμε τὴ ζωή μας. Ἂς ἀναζητήσουμε νὰ Τὸν βροῦμε. Καὶ ποῦ μποροῦμε νὰ Τὸν βροῦμε; Στὴν Ἐκκλησία Του, στὸ Εὐαγγέλιό Του, στὰ ἱερὰ μυστήρια. Ὁ Χριστὸς μᾶς περιμένει. Θὰ τὸν συναντήσουμε στὰ πρόσωπα τῶν φτωχῶν ἀδελφῶν μας, στὶς γεμᾶτες καλοσύνη καὶ ἀγάπη καρδιές, ἀνάμεσα στοὺς ταπεινοὺς καὶ ἁγνοὺς ἀνθρώπους.
Ἡ μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἀγαπητοί μου, ἂς μᾶς δώσει μία εὐκαιρία νὰ ἀκούσουμε τὸ ἀγγελικὸ χαρμόσυνο μήνυμα: «Ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ». Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε, γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, γιὰ νὰ μᾶς δώσει χαρά, νὰ μᾶς χαρίσει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐτυχία. Ἀκούγοντας τὸ μήνυμά Του, τὴν ὑπερκόσμια φωνή Του νὰ μᾶς καλεῖ νὰ Τὸν δεχθοῦμε, μὴ σκληρύνουμε τὶς καρδιές μας. Ἂς προσέξουμε νὰ μὴ συναντήσει καὶ πάλι στὶς καρδιές μας τὴν παγωνιὰ καὶ τὴν ἀδιαφορία. Νὰ μὴν συναντήσει τὴν περιφρόνηση καὶ τὴν ἄρνηση.
Ἂς ἀνοίξουμε τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχές μας, γιὰ νὰ βρεῖ τόπο ἐκεῖ «ὁ τεχθεὶς Βασιλεύς».
Ἔτσι θὰ ζήσουμε πραγματικὰ καὶ αἰώνια Χριστούγεννα. Ἀμήν.


Πηγή:Ι.Μ.Μεσογαίας&Λαυρεωτικής «Κηρύγματα Κυριακών»
Εν Βάρη, 30/12/2012

Ομιλία το Σάββατο μετά τα Χριστούγεννα 2012.


Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Λίγες σκέψεις της στιγμής..

Η χαρά και ο πόνος συνυπάρχουν πιο έντονα αυτές τις ημέρες...! Τόσοι Σταυροί ανθρώπων περνάνε μπροστά από τα μάτια σου...σε αγγίζουν...σε βαραίνουν...αλλά και από την άλλη χαρές ανθρώπων και ευχάριστες στιγμές σε ανεβάζουν και αισθάνεσαι μέρος αυτής της χαράς...! Όλα αυτά με μια περιήγηση απλή στο facebook που ουσιαστικά είναι ένα παράθυρο και ένας μεγενθυντικός φακός της ίδιας μας της ζωής...! Αλλά τελικά τι σώζει και τι ωφελεί; Το μόνιμο ερώτημα... που θα παραμένει ερώτημα..αν δεν βρούμε την απάντηση που είναι ένα πρόσωπο Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ,αλλά το θέλημά Του..ζητούμενο στις επιλογές μας...! ΔΟΞΑ ΤΩ ΘΕΩ...είμαι εδώ και συλλογιέμαι.. για κάποιους είναι πολυτέλεια αυτό...για κάποιους άσκοπο και χάσιμο χρόνου..! Ένα είναι σίγουρο..ότι όσο αναπνέω ελπίζω και όσο ελπίζω αισιοδοξώ και όσο αισιοδοξώ αγαπώ...και όπου αγάπη ΕΚΕΙ Ο ΘΕΟΣ! 

Με αγάπη...π. Α.

Τελευταία συνάντηση της Νεανικής Συνάξεως του Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Βούλας, για το έτος 2012.




Την Πέμπτη 27/12/2012 στις 8.30 μ.μ,. τελέσθηκε η Ακολουθία του Αποδείπνου στο Πνευματικό Κέντρο του Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Βούλας, στα πλαίσια της Νεανικής Συνάξεως που πραγματοποιείται εκεί.

   Στη συνέχεια, αφού συγκεντρωθήκαμε όσα μέλη της Συνάξεως μπορέσαμε να παραβρεθούμε στη καθιερωμένη εορταστική Νεανική Σύναξη, αναχωρήσαμε για γνωστό Εστιατόριο της περιοχής Βλάχικά, στο Δίλοφο Βάρης, το οποίο μας φιλοξενεί κάθε χρόνο τέτοια μέρα και δειπνήσαμε. Η συγκεκριμένη συνάντηση είναι και η τελευταία Σύναξη για το έτος 2012 και κλείσαμε εορταστικά και διαφορετικά από ότι συνήθως.

 Κατά το δείπνο ο Υπεύθυνος της Συνάξεως π. Αντώνιος Χρήστου, ευλόγησε την τράπεζα και τα περισσεύματά της στο τέλος, αντάλλαξε ευχές για τη νέα χρονιά με όλους και γενικά ήταν ένα ωραίο ευχάριστο και χαλαρό κλίμα.

      
Στο τέλος φεύγοντας από το μαγαζί, ανανέωσαν όλοι το ραντεβού τους για την 2η Πέμπτη του 2013, όπου θα κοπεί και η Καθιερωμένη Βασιλόπιτα.

 
      Εκ του Νεανικού Τομέα του Ι.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Βούλας

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Μήνυμα Πρωτοχρονιάς του Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας κ. Παύλου.


Ελληνικη    Δημοκρατια
ΙΕΡΑ    ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ   ΓΛΥΦΑΔΑΣ,
ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ, ΒΟΥΛΑΣ, ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ  ΚΑΙ  ΒΑΡΗΣ
_______________________________

ΒΑΣΙΛΕΩΣ   ΠΑΥΛΟΥ  2 – 166 73 – ΒΟΥΛΑ  Τηλ.  210-9658849   fax:  210- 9657210

 Ἀριθμ. Πρωτ. 1330/19.12.2012
                                                             
   ΕΟΡΤΙΟΝ   ΜΗΝΥΜΑ,   ΕΠΙ   Τῌ   ΕΝΑΡΞΕΙ   ΤΟΥ   ΕΤΟΥΣ   2013

      Ἀδελφοί μου καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

     Ἕνα ἑόρτιο μήνυμα ἔχει σχέση πάντοτε,
μέ τό περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς, πού δίνει ἀφορμή,
γιά τίς εὐχές, πού ἐμπεριέχονται σ’ αὐτό.
Εἶναι δόκιμον λοιπόν, νά μελετήσουμε τό Συναξάρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας,
προκειμένου νά γνωρίσουμε τό περιεχόμενο τῆς  ἑορτῆς:
«Τῇ πρώτῃ τοῦ μηνός  ἑορτάζομεν τήν κατά σάρκα περιτομήν
τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Τῇ αὐτῇ  ἡμέρᾳ, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Βασιλείου,
Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας τοῦ Μεγάλου».
Ἡ πρώτη ἑορτή ἐκφράζει τήν συγκατάβαση τοῦ Σωτῆρος
καί ἕνα Τροπάριο τῆς ἡμερᾶς τονίζει:
«Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων»,
καί ὡς ἐκ τούτου ἡ ἑορτή, ἔχει ὡς κεντρικό της περιεχόμενο,
τήν συγκατάβαση τοῦ Χριστοῦ,
πού εἶναι κεντρικό συστατικό τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
Ἡ δεύτερη ἑορτή  προβάλλει τόν ἄνθρωπο τοῦ Χριστοῦ:
«Ὅσιε Πάτερ γέγονας Ποιμήν τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας».
Ὅλες οἱ ἑορτές τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἡ σημερινή,
στή διπλῆ της ἔκφραση, ἔχουν ὡς κέντρο τους τόν Χριστό.
Αὐτό τονίζει καί τό Τροπάριο τοῦ Κανόνος τῆς ἡμέρας (ᾠδή ε’):
«Ἄγει,  διπλῆν ἀληθῶς ἡ Ἐκκλησία ἑορτήν σήμερον,
Περιτομῆς, ὡς βρέφους Δεσπότου, ὀφθέντος ἐπί γῆς,
καί μνήμης οἰκέτου σοφοῦ καί τρισμάκαρος».

Ἑορτή χωρίς Χριστό δέν ὑπάρχει.      
Ἡ σημερινή ὅμως ἡμέρα, στόν κοσμικό της διάκοσμο,
 ὅπως ἐμφανίζεται ἀπογυμνωμένη,
 ἀπό τόν «Χριστόν τόν τοῦ παντός Δημιουργόν» (ᾠδή ε’),
δέν μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἑορτή, ἀλλά πλαστό κακέκτυπο ψευδοεορτῆς.


Τά δῆθεν «ἑόρτια μηνύματα», πού κατακλύζουν
ὅλα τά μέσα ἐπικοινωνίας, εἶναι κενά οὐσιαστικοῦ περιεχομένου.
Εὐχές ὅπως:
Χρόνια πολλά,
καλή χρονιά,
εὐτυχισμένο τό νέον ἔτος,
εἶναι τραγικές, ὅπως ὁ θάνατος, χωρίς Χριστό.

Χωρίς τόν Δημιουργό τοῦ παντός,
ὁ χρόνος εἶναι μία φαντασία «σκιᾶς ἀσθενέστερη».
Ὁ Κύριος εἶναι «ὁ τῶν αἰώνων ποιητής» (ᾠδή ε’)
καί « ὁ καιρούς καί χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος»
( Ἱερατικόν, τάξις τελετῆς ἐπί τῇ πρώτῃ τοῦ νέου ἔτους).

Ὁ Χριστός μόνο μπορεῖ νά δώσει νόημα στόν χρόνο πού ἔρχεται,
 καί προσευχόμεθα λέγοντες:
 «εὐλόγησον τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος Σου» (Ἱερατικόν).
Καί πάλιν καί μόνον ὁ Χριστός μπορεῖ νά δώσει νόημα, στόν χρόνο πού παρέρχεται:
« συγχώρησον εἴ τι ἐν τῷ παρελθόντι χρόνῳ ἡμάρτομεν» (Ἱερατικόν).

Αὐτός εὐλογεῖ τόν  χρόνο καί τά πλήθη τῶν Ὀρθοδόξων, πού ζοῦν μέσα στόν χρόνο:
«Ὁ  πάντων ὁρατῶν καί ἀοράτων συμπαντουργός καί συνδημιουργός,                                                        τόν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ εὐλόγησον,                                                                              φυλάττων ἐν εἰρήνῃ τῶν Ὀρθοδόξων τά πλήθη» (Ἑσπερινός α’  Σεπτεμβρίου).

Ὁ Χριστός εὐλογεῖ τό ἔτος καί τούς ἄρχοντες, πού ἄρχουν σήμερα:
« σέ καθικετεύομεν· τό παρόν ἔτος τοῦτο,
ὡς ἀγαθός εὐλογήσας,
 φύλαττε ἐν εἰρήνῃ τούς βασιλεῖς καί ἅπαντα  τόν λαόν σου, οἰκτίρμον» (Ἐξαποστειλάριον α’ Σεπτεμβρίου).

Ὁ Χριστός κάνει εὐλογημένα τά
λίγα ἤ πολλά χρόνια τῶν ἀνθρώπων, πού εἶναι κοντά Του:
«Ὁ δίκαιος,  ἂν ἔρθει ἡ ὥρα του νὰ τελευτήσει θά εἶναι ἀναπαυμένος.
Γιατὶ γῆρας τίμιο, δὲν εἶναι τὸ νὰ ζήσει κάποιος πολὺ
κι οὔτε μετριέται μὲ τὰ χρόνια.
Ἀλλὰ γεροντικὴ εἶναι ἡ φρονιμάδα στοὺς ἀνθρώπους,
 καί ἡ ἡλικία εἶναι ἡ ἀψεγάδιαστη ζωή…
Πεθαίνοντας  ἀκόμη καί μὲ λίγα χρόνια ζωῆς,

εἶναι σὰν νά ἔζησε πολλά.
Γιατὶ ἦταν ἀγαπημένη ἀπὸ τὸν Κύριο ἡ ψυχή του…
Μὰ οἱ ἄνθρωποι εἶδαν καὶ δὲν κατάλαβαν,
πὼς ἡ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, εἶναι μαζὶ μὲ τοὺς διαλεχτούς του,
καί ἡ προστασία Του, μαζὶ μὲ τοὺς Ὁσίους Του» (Σοφία Σολομῶντος 4,7-15).

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀναφέρει τόν τρόπο, πού πρέπει νά γίνεται ἡ χρήση τοῦ χρόνου,
καί  τονίζει πώς εἶναι ἀφορμή γιά «αὔξηση συμπαθείας» (ΕΠΕ 3, 150),
εἶναι δηλαδή εὐκαιρία, γιά νά δοῦμε τά πάντα γύρω μας, μέ ἄλλο μάτι, μέ «συμπάθεια».
Τό συμπάσχειν,  καθορίζει τή λέξη συμπάθεια.
Συμμετέχοντες στόν πόνο τοῦ ἄλλου,
κάνουμε τόν χρόνο μας, χρόνον γιά τόν ἄλλο, χρόνον τοῦ ἄλλου.                                                                      Ἂς θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη,
 πού καθυστερεῖ χρονικά τὸ ταξίδι του
καί  ὑπόσχεται νὰ δώσει τόν χρόνο του,
προκειμένου νά ἐπανέλθει καί νὰ συνεχίσει τὶς φροντίδες του,
γιά τόν  ἄγνωστο, πού βρῆκε τραυματισμένο στό δρόμο του.
Ὁ καλύτερος τρόπος ἀξιοποιήσεως τοῦ παρόντος χρόνου εἶναι ἡ  συμπαθής ἀγάπη. Ὅταν ὑπάρχει αὐτή, ἱεραρχοῦνται καὶ ἀξιοποιοῦνται
ὅλοι οἱ ἄλλοι σκοποὶ τῆς ζωῆς, γιατί παίρνουν περιεχόμενο ἀπ’ αὐτήν.
Τότε δὲν φοβᾶται κανεὶς τὸ γρήγορο πέρασμα τοῦ χρόνου,
γιατί ἡ ἀγάπη «οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α’ Κόρ. 13,8),
 φθάνει στὴν αἰωνιότητα καὶ δὲν τελειώνει.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀποκαλεῖ τόν χρὀνο
 «δάσκαλο τῶν θνητῶν» καί προτείνει:
«Ἄς ἀξιοποιήσουμε τήν εὐκαιρίαν,
πού ὅταν ἔρχεται, μπορεῖς νά τήν κρατήσεις,
ἀλλά ὅταν φύγει εἶναι μάταιο νά τήν κυνηγᾶς» (ΕΠΕ 11,70).
Ρώτησαν κάποιοι προσκυνητές  ἕναν μοναχό,
πόσα χρόνια ἔμενε στό μοναστήρι του, κι ἐκεῖνος ἐρώτησε:
«Κι αὐτές οἱ πέτρες καί τά ἀγριογούρουνα, ξέρετε πόσα χρόνια ἔχουν ἐδῶ;»,
θέλοντας νά δείξει, πώς γιά τόν ἁγιασμό τοῦ ἀνθρώπου,
δέν εἶναι σημαντικό τό μέγεθος τοῦ χρόνου,
άλλά ἡ προαίρεση καί ὁ ἀγώνας.

     Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,
πολλοί σήμερα ἑορτάζουν μίαν ἀνυπόστατη «ἑορτή»,
ἀφοῦ γιορτή χωρίς Χριστό δέν ὑπάρχει.


Οἱ κενές περιεχομένου εὐχές, γιά «χρόνια πολλά»,
δέν θα σταματήσουν τό τραγικό μονοπάτι,
πού διάλεξε ὁ κόσμος,
γιά ἕναν χρόνον χωρίς Χριστό,
γιά ἀνθρώπινη ἱστορία χωρίς λογική,
χωρίς τό Λόγο, πού σαρκώθηκε
καί ἔδωσε νόημα στόν χρόνο καί στήν ἱστορία
Ἡ Ἐκκλησία ὅμως, δέν ἑορτάζει κοσμικῶς, ἀλλά θεοπρεπῶς
καί ὅλα τά κάνει γιορτή,
καί τόν χρόνο, καί τήν ζωή, καί τόν θάνατο.
Κάνει τόν χρόνο ἀπό φιλοσοφική ἰδέα, πού καταλήγει  στήν ἀπελπισία,
εὐκαιρία γιά ἁγιασμό,
κάνει τόν χρόνο ἄχρονο, καί τό φθαρτό αἰώνιο.

Εὔχομαι τό παρόν ἔτος, 
ὁ χρόνος  μας νά γίνει, γιά σᾶς καί γιά ὅλες τίς οἰκογένειές μας
καί γιά ὅλη τήν οἰκουμένη,
σωτήριον ἔτος Χριστοῦ.


Ὁ  Ἐπίσκοπός Σας  καί  Ποιμενάρχης  Σας.

Ο   ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ



 

†  Ο    ΓΛΥΦΑΔΑΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ,  ΒΟΥΛΑΣ,   ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ  και  ΒΑΡΗΣ

ΠΑΥΛΟΣ  ὁ   Α΄



Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Oρθόδοξη βάπτιση στην Ολλανδία.

  Στο βίντεο υπάρχουν αποσπάσματα από τη βάπτιση ενός Ολλανδού και στη συνέχεια την υπαίθρια Θ. Λειτουργία και την πρώτη φορά που ο νεοφώτιστος μεταλαμβάνει το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού... Και το όνομα αυτού Nektarios !!! 

   Βλέπουμε την πομπή προς το σημείο όπου θα γίνει η βάπτιση με τους πιστούς να κρατάνε εικόνες στα χέρια: του Αγίου Νεκταρίου αλλά και του μακαριστού Γέροντος Πορφυρίου! Η βάπτιση έγινε την Πέμπτη 21 Απριλίου 2011. Ο μοναχός με το ράσο και τα άσπρα γένια είναι ο Ολλανδός Josef Van den Berg πρώην μαριονετίστας, θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός, ο οποίος τώρα ζει ως ερημίτης. Γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου 1949 και παράτησε το θέατρο στα 42 του, στο απόγειο της δόξας του και με θαυμαστό τρόπο κάτι άλλαξε μέσα του και αποφάσισε να παρατήσει ΤΑ ΠΑΝΤΑ , ΧΡΗΜΑ , ΔΟΞΑ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ, ΦΙΛΟΥΣ, ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ, να γίνει Ορθόδοξος Χριστιανός και να ασκητέψει σε μια καλύβα στην Ολλανδία , αφού πρώτα συνάντησε τον Γέροντα Σωφρόνιο στο Έσσεξ και στη συνέχεια το γέροντα Πορφύριο αλλά και τον Γέροντα Παϊσιο στο Αγ. Όρος.
   Η βάπτιση έγινε στο Waal κοντά Neerijnen από τον πατέρα Dušan. Παρόντες ήταν αρκετοί διάκονοι και ιερείς από τις σερβικές ενορίες Sveti Nektarije Eginski από Breda, Sveta Trojica από το Ρότερνταμ, αλλά και τη ρωσική ενορία Αγίου Τύχων από Nijmegen και εβδομήντα ορθόδοξοι πιστοί. Αυτά είναι τα θαύματα της πίστεως μας ανά την Ορθόδοξη Οικουμένη. Στο βίντεο αξίζει να παρατηρήσετε το υπαίθριο παρεκκλήσιο αλλά και την Αγία Τράπεζα που είναι πάνω στο μικρό καροτσάκι που χρησιμοποιούσε ως μαριονετίστας ο ερημίτης Ολλανδός μοναχός. 
  
http://www.youtube.com/watch?v=MwLrxZiNe9I

Ομιλία στις 26 Δεκεμβρίου 2012.


Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Ευχές Χριστουγέννων για το 2012!!!




π. Νίκων: κρίση και ευθύνες του λαού μας.


 
Απόσπασμα ομιλίας του Γέροντα π. Νίκωνα Αγιορείτη για το πυρήνα του προβλήματος της πατρίδας μας. Ποιοι είναι οι πραγματικοί φταίχτες; Μια ομιλία γεμάτη ειλικρίνεια, που θα δυσαρεστήσει μόνο όσους κρύβονται πίσω από το δάκτυλο τους.
 
  • Δεν μπορούμε να παραστήσουμε τους έκπληκτους γι’αυτά που συμβαίνουν, όταν επί δεκαετίες υποκρινόμασταν ότι δεν βλέπουμε. Οι εχθροί δεν είναι έξω από την Ελλάδα, είναι μέσα στην Ελλάδα. Όπως στρώσαμε θα κοιμηθούμε. Να ξεκινήσουμε τον αγώνα από τον εαυτό μας.
  • Πρώτα να καθαρθείς εσύ και μετά θα βοηθήσεις τον άλλον να φωτιστεί.
  • Για να βοηθήσεις τους άλλους πρέπει πρώτα να διορθωθείς εσύ. Αλλιώς δεν θα αφήσουμε τίποτα όρθιο.
  • Ο Θεός “δεν μπορεί” να βοηθήσει αν δεν θες εσύ. “Εκείνος που σε έπλασε χωρίς να σε ρωτήσει, δεν μπορεί να σε σώσει χωρίς να σε ρωτήσει” (Αγ. Αυγουστίνος)
  • Εμείς είμαστε το πρόβλημα, μην τα φορτώνουμε σε άλλους . Είναι ψυχολογικό πρόβλημα να μας φταίνε πάντα οι άλλοι και ποτέ εμείς.
  • Φταίνε οι Αμερικάνοι , φταίνε οι Τούρκοι, οι Εβραίοι , οι Σκοπιανοί, ο διάβολος, εμείς δεν φταίμε ποτέ;
  • Καλά που έχουμε βρει τους άλλους και τους φορτώνουμε τις δικές μας ανικανότητες και την δική μας δειλία…
  • Εξακολουθούμε να υποκρινόμαστε πως δεν καταλαβαίνουμε τι φταίει για την κατάντια μας
  • Γιατί δεν μας βοηθάει ο ένας , γιατί δεν μας βοηθάει ο άλλος. Γιατί να μας βοηθήσουν ενώ εμείς δεν βοηθάμε τον εαυτό μας;.
  • Τι πρέπει να κάνουν όσοι δεν πιστεύουν στον Θεό;
  • Αν σε ρωτήσει κάποιος “που είναι ο Θεός” να του απαντήσεις “εσύ ξέρεις που τον έχεις ξαποστείλει με την ζωή σου”.
  • Αν κάποιος είναι άθεος και “καλός άνθρωπος” ας αγωνιστεί με τους καλούς τρόπους που ξέρει, αλλά ας μην ζητάει ευθύνες από τον Θεό.
  • Τρόποι που μπορεί να μεταχειρισθεί ένας άθεος αν θέλει να αναζητήσει τον Θεό. Ειλικρίνεια.
  • Ο κακός ο παππάς ο κακός ο βουλευτής κτλ , γιατί να φταίει πάντοτε ο άλλος;
  • -”Δεν είναι σωστό να αντιδράει ο λαός για την κρίση;” -Είναι, αλλά γιατί άργησαν τόσες δεκαετίες να το καταλάβουν; γιατί ο καθένας βολευόταν και κοίταζε το συμφέρον και την τσέπη του.
  • Τώρα που έφτασε το χέρι του “μεγάλου αδερφού” στην τσέπη μας, τότε αγανακτήσαμε.
  • Το πρόβλημα δεν είναι οι πολιτικοί. Είναι οι Έλληνες που έδωσαν δυνατότητα σε πολιτικούς να κάνουν αυτά που έκαναν.
  • Το πρόβλημα είναι οι Έλληνες που θα δώσουν την δυνατότητα σε νέους πολιτικούς να κάνουν νέα εγκλήματα.Και το ξέρουν οι Έλληνες. Και θα τους ψηφίσουν. Και μετά θα λένε “πάμε κατα διαβόλου”.
  • Ο πολιτικός που ήθελε να κάνει “ένοπλες ομάδες σε γειτονιές” και να δημιουργήσει εμφύλιο.
  • Το πρόβλημα δεν είναι οι πολιτικοί . Είμαστε εμείς που τους δίνουμε επι δεκαετίες το δικαίωμα να κάνουν αυτά που κάνουν.
  • Ανθρωπίνως δεν γίνεται τίποτα. Να προσευχηθούμε να αναδείξει ο Θεός ανθρώπους να μας βοηθήσουν
  • Έβλεπα στο Σύνταγμα χιλιάδες να μουντζώνουν την Βουλή. Γιατί ; Αυτοί δεν ψήφισαν ; Αυτοί δεν τους έστειλαν αυτούς στην βουλή; Έπρεπε τον εαυτό τους να μουντζώνουν.
  • Αν αυτές οι χιλιάδες υψώναν τα χέρια τους στον Θεό δεν θα βοηθούσε ο Θεός την Ελλάδα; Αλλά δεν θέλουμε.
  • Εξαπατήθηκαν; Επί πόσες δεκαετίες; Την πρώτη φορά που σε εξαπατούν είσαι θύμα, την δεύτερη είσαι άτυχος. Την τρίτη είσαι συνεργός του απατεώνα. Γιατί δέχεσαι να εξαπατηθείς.
  • Αν θέλουμε να πάμε κατά διαβόλου, να το κάνουμε με αξιοπρέπεια τουλάχιστον…μην γινόμαστε και ρεντίκολο…
  • Πρώτο βήμα είναι η προσευχή. Φυσικά και θα αντιδράσουμε. Η τραγωδία μας είναι ότι δεν αντιδρούμε. Αλλά η μεγαλύτερη τραγωδία θα είναι να αντιδράσουμε με λάθος τρόπο.
  • Όλοι οι λαθρομετανάστες δεν είναι εγκληματίες. Χρειάζεται αντιμετώπιση ανά περίπτωση. Εμείς τους βοηθήσαμε να έρθουν , με ποιο δικαίωμα μιλάμε τώρα; Από την στιγμή που επέτρεψες στους πολιτικούς να δράσουν έτσι, λες “γιατί γίναμε έτσι;”
  • Ο φτωχός μετανάστης που είχε γυναίκα με καρκίνο. Ποιόν λαθρομετανάστη θα χτυπήσεις; Τον φτωχό ;
  • Με την εμπάθεια και την τύφλα που έχουμε δεν γίνεται. Όταν τακτοποιήσουμε τον εαυτό μας πνευματικά τότε μόνο θα μπορέσουμε να βοηθήσουμε τους άλλους, πάντα κατά το μέτρο που διορθώσαμε τον εαυτό μας, όχι περισσότερο.
Πάντα είμαστε αθώοι και πάντα γελασμένοι.
Πάντα για όλα όσα υποφέρουμε φταίνε οι άλλοι.
Δείτε όμως την παρακάτω αφίσα-διαφήμιση
 και βγάλτε τα συμπεράσματά σας.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Κυριακή προ του Χριστού Γεννήσεως του 2012 .

Αισθητική και Θεολογική ανάλυση της εικόνας της Γέννησης του Χριστού



 


 Πρωτοπρεσβύτερος π.  Ιωάννης Σκιαδαρέσης
        Επίκουρος Καθηγητής ΑΠΘ
                                     
                              Εισαγωγικά Σχόλια

Τη σοβαρότητα και το βάθος που χαρακτηρίζουν το σωτήριο γεγονός της Γέννησης του Κυρίου, που θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες, απειλεί να παρα­μορφώσει μια συνήθη τάση ειδυλλιακής και  ρομαντικής προσέγγισής του. Η ειδυλλιακή και ρομαντική αυτή προσέγγιση δεν είναι μια αθώα τάση, συμβατή προς ανθρώπινες ροπές, αλλά συνιστά παρέκκλιση από τα ορθόδοξα παραδεδομένα μας, παρέκκλιση προς την οποία γλιστράει πολλές φορές θεληματικά ο άνθρωπος του καιρού μας, ο οποίος συχνά αντί για χρήση γνήσιων αναγεννητικών φαρμάκων, με στόχο την υπέρβαση της τυραννίας του θανάτου, προτιμάει απλά παυσίπονα ή και ναρκωτικά για μια πρόσκαιρη φυγή από την πεζή και ένοχη καθημερινότητα.  ΓιΆ αυτό στο τέλος κι ο πλούσιος διάκοσμος των ημερών αυτών και η ευσεβιστική φιλολογία και στάση μας δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα καλοστημένο και γενικευμένο καμουφλάζ. Κάτω κι απΆ τα πιο ψηλά χριστουγεννιάτικα δένδρα και τις πιο φαντασμαγορικά στολισμένες πλατείες με τα πολλά φώτα, χάσκει η ανατριχιαστική παγωνιά του θανάτου και η απουσία μιας αυθεντικής ζωής. Βασιλεύει ουσιαστικά το πυκνό  σκοτάδι.
Η εκκλησία μας όμως, δεν παύει να καλεί τα μέλη της σε μια δυναμική πάλη κατά της εκτροπής που πιο πάνω ανέφερα ή, για να εκφρασθώ ορθότερα, δεν παύει από το να μας προφυλάσσει από παντός είδους μονομέρειες και μονοφυσιτισμούς, που γεννούν εκτροπές. Όπλα της: τα βιβλικά κείμενα, η υμνολογία και η αγιογραφία της. Με τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ή αποδίδει το μυστήριο της Γέννησης και στις τρεις αυτές φανερώσεις της, κρατάει και αυτό και εμάς στην αλήθεια: Από τη μια δεν το υποβαθμίζει σε μια ρομαντική ιστορία ή σε ένα ειδυλλιακό επεισόδιο του μακρινού παρελθόντος· ούτε το μεταβάλλει σε νεκρό αντικείμενο της σκέψης. Από την άλλη δεν μας αφήνει περιθώρια να το βλέπουμε απλά ως ένα χρειαζούμενο και γιΆ αυτό διατηρητέο εξάρτημα των ηθών και των εθίμων του τόπου μας αλλΆ ούτε και ως μια αφορμή μόνο για ανάπαυλα από τον καθημερινό μας μόχθο. Θεωρώντας το στις πραγματικές του διαστάσεις, μας καλεί να το βιώσουμε ένδον της υπάρξεώς μας. Μας υποβάλλει την ανάγκη μιας σοβαρής προσκύνησής του και ενός νηφάλιου γιορτασμού, που μεταμορφώνει την ασθένειά μας ή την οσμή του θανάτου σε χαρά, σε ελπίδα υπέρβασης όλων των αρνητικών της καθημερινότητας και σε γεύση μιας άλλης ζωής. Οι τόνοι είναι μεν γιορταστικοί και θριαμβευτικοί, απέχουν όμως από αυτό που καλούμε ανθρώ­πινο κομπασμό και τυραννία του εγώ. Καλούν σε δοξασμό του γεννηθέντος Θεού ταυτόχρονα όμως και σε δοξασμό του ανθρώπου, τον οποίο εκείνος προσέλαβε, εδόξασε και εθέωσε· Αυτός όμως ο δοξασμός υποβάλλει ταυτόχριονα συστολή και ταπείνωση.

Σήμερα όμως ο λόγος για την εικόνα της Γέννησης. Τη λαμπρή αυτή φανέρωση της πίστης, της ζωής και του πολιτισμού της Ορθόδοξης εκκλησίας μας. Ας εξειδικεύσουμε λοιπόν τις αναφορές μας σΆ αυτήν. Και πρώτα απΆ όλα ας προτάξουμε, τρεις γενικές εκτιμήσεις:
α) Στη βυζαντινή εικόνα της γέννησης, μέσα σε μια συμφωνία χρωμάτων, διαστάσεων, θεμάτων και μορφών αποτυπώνεται η ισορροπία και το συναμφότερο. Κυριαρχεί το θεανθρώπινο. Καμιά μονομέρεια από τις συνηθισμένες. Όλος ο Θεός παρών στην εικόνα και ταυτόχρονα όλος ο άνθρωπος. Σε  μια σώζουσα ενότητα και ισορροπία. Η εικόνα δεν ιστορεί ένα γεγονός, στο οποίο δρα μονάχα ο Θεός. Ούτε μια πράξη που αρχίζει και τελειώνει στα ανθρώπινα όρια. Εδώ ο Θεός ευδοκεί και γίνεται άνθρωπος και το ανθρώπινο γένος, στο πρόσωπο της θεοτόκου, συνευδοκεί στο να συναντηθεί με τον Θεό. Και κάθε κτιστό μετέχει σΆ αυτή τη συνευδοκία. Για να γίνει εξαιτίας του Χριστοῦ ο άνθρωπος Θεός. Να πληρωθούν τα σύμπαντα χαράς.
β) Η βυζαντινή εικόνα, σε αντίθεση με ό,τι θα μπορούσε να ισχυρισθεί κανείς για τη δυτική, ενώ δεν ανθρωποποιεί το γεγονός ή  δεν το αποτυπώνει αποκλειστικά σε ένα οριζόντιο – μόνο ανθρώπινο, άρα κοσμικό  επίπεδο, δεν μας εξάγει από το λίκνο μας, που είναι η γη μας. Δεν μας κάνει αιθεροβάμονες. Μας κρατάει, κατἀρχάς προσγειωμένους στο ανθρώπινο και το κτιστό. Μέσα στην ιστορία μας. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να μας βγάλει απΆ αυτήν γιατί μέσα σ΄ αυτή την ιστορία, την ανθρώπινη, εισέβαλε «το παιδίον» Ιησούς[1] και έκτοτε τη χειραγωγεί, παρά τα φαινόμενα, προς τον τελικό της δοξασμό.  Ωστόσο, η εικόνα της Γέννησης δεν μας εγκλωβίζει σΆ αυτήν ασφυκτικά. Μας προσανατολίζει προς ορίζοντα πλατύ και φωτεινό. Στον ορίζοντα του μυστηρίου της σάρκωσης. «Στη Βυζαντινή αγιογραφία», όπως θα πει ο Φώτης Κόνυογλου, «ζωγραφίζεται η Γέννηση του Χριστού σαν ένα πράγμα αποκαλυπτικό, χωρίς να πάψει να είναι μαζί και επίγειο. Τα υπερφυσικά ενώνονται με τα φυσικά, η ουράνια δόξα με την ταπεινότερη φτώχεια»[2]
γ) Ένας διάχυτος στην εικόνα δραματικός τόνος συμπορεύεται με ένα χαρμόσυνο. Και ενώ ο πρώτος, ο δραματικός, υποβάλλει μια σιωπηλή προσκύνηση («ράον σιωπή»[3]) ο δεύτερος, ο χαρμόσυνος, ωθεί σε δοξαστικά σκιρτήματα. Έχουμε δηλ και εδώ να κάνουμε με τη γνωστή μας από τη Μ. Εβδομάδα χαρμολύπη. Και αυτή η ανάκραση βιωμάτων είναι που εξασφαλίζει ισορροπία Με άλλα λόγια, θα έλεγα πως από κάθε πτυχή της εικόνας αναδύεται η θεανθρωπότητα, με βάση την οποία εξασφαλίζεται το ενιαίο μυστήριο της σωτηρίας μας, το μυστήριο δηλ που μας διατηρεί σώους τουτέστιν ολοκλήρους, εικόνες και απαυγάσματα του Θεανθρώπου Ιησού. Κάθε πτυχή της υποβάλλει το μυστήριο, το οποίο ενεργείται εντός της ιστορίας όχι μια χρονική στιγμή αλλά απΆ αιώνων και εις το διηνεκές. ΓιΆ αυτό και στη βυζαντινή εικόνα της Γέννησης, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται αυτό στους αμύητους, αλληλοπεριχωρούνται, όπως θα δούμε, Γέννηση, Θεοφάνια, Σταύρωση, Ταφή, Ανάσταση. Όλα δηλ τα εν Χριστώ γεγονότα της θείας οικονομίας. Όλα ενοποιούνται. Όλα συνάπτονται. Όλα παραπέμπουν εις άλληλα. ΓιΆ αυτό και ο προσκυνητής της εικόνας της Γέννησης ενώ προσκυνεί τη Γέννα δεν χάνει την προοπτική της που είναι η σταύρωση, το πολυδιάστατο πάθος, η ταφή και η ανάσταση. Αποτρεπόμενος από κατατμήσεις, απελευθερωμένος από το χρόνο, ο πιστός διαβαίνει διΆ όλων, σώζεται διΆ όλων και προσκυνεί τον όλο Χριστό.
Μετά τις τρεις αυτές εισαγωγικές γενικές εκτιμήσεις καιρός να προσεγγίσουμε αναλυτικότερα την εικόνα.

                 Τα επί μέρους στοιχεία της εικόνας

Στη βυζαντινή εικόνα της Γέννησης, σε αντίθεση με ό,τι συνήθως συμβαίνει σε πίνακες της Δύσης, το σκηνικό της παράστασης δεν δημιουργείται από κάποιον πύργο ή κάποιο ανάκτορο με τις σχετικές κιονοστοιχίες του ή έστω από κάποια  οικία. Δεν συναντάται ούτε καν στάβλος με τα σχετικά εξαρτήματά του (άχυρα κλπ). Ένα βουνό, ένα σπήλαιο χωμένο μέσα στο βουνό, μια φάτνη-μνήμα κείμενη στο σπήλαιο και πέριξ δυο ζώα είναι τα κύρια στοιχεία του σκηνικού αυτού και μάλιστα τα ένδον του σπηλαίου. Έξω από αυτό ο Ιωσήφ, οι άγγελοι, οι μάγοι, οι ποιμένες, το αστέρι, διάσπαρτα λίγα πρόβατα και δένδρα προσθέτουν το δικό τους χρώμα.
Αρχίζουμε με το βουνό. Είναι παρόμοιο με αυτό της  εικόνας της Αναστάσεως.  Αν και βραχώδες και τραχύ, χωρίς να είναι χιονισμένο, είναι εύχαρι, ειρηνόχυτο, φωτεινόχρωμο. Θαρρείς σκιρτά κι αυτό υπακούοντας στην προτροπή του ορθρινού ύμνου «σκιρτήσατε τα όρη  Χριστού γεννηθέντος»[4]. Λούζεται όχι από μια εξωτερική φυσική πηγή φωτός, αλλά από το ίδιο το απαστράπτον γεγονός της γέννησης του Χριστού που είναι η ανατολή στον κόσμο του νοητού ήλιου της δικαιοσύνης. Θα έλεγε κανείς απλά πως μοιάζει, με τρίγωνο. Θα προτιμούσα να το παρομοιάσω με σκηνή, οπότε η αναγωγή στον λόγο του Ευαγγελιστή Ιωάννη στο τέταρτο ευαγγέλιο «ο λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν»[5] ή στο λόγο της Αποκάλυψης «και ιδού η σκηνή του θεού μετά των ανθρώπων»[6] είναι προφανής και ο συμβολισμός του βουνού εμφανής: Είναι το μεσσιανικό όρος που «από της χέρσου και ακάνθης έσται εις βόσκημα προβάτου»[7]. Είναι, με άλλα λόγια, το όρος Σιών, τουτέστι η εκκλησία. Μέσα σΆ αυτήν και γιΆ αυτήν γεννιέται ο Μεσσίας. Μέσα σΆ αυτήν λατρεύεται ο Χριστός και μέσα σ΄ αυτήν αναγεννάται και λαμπρύνεται ο πιστός.
Στο κέντρο αυτού του φωτεινόχρωμου βουνού ζωγραφίζεται ανοιγμένο σπήλαιοκαι στο κέντρο αυτού του σπηλαίου τοποθετείται ο Χριστός «κείμενος εν φάτνη»[8], όπως θα πει ο ευαγγελιστής Λουκάς.
Ως γνωστό από τους ευαγγελιστές που διηγούνται τη Γέννηση (Ματθαίος –Λουκάς) κανείς δεν κάνει λόγο για σπήλαιο, ως τον συγκεκριμένο τόπο γέννησης του Ιησού. Ο μεν Ματθαίος μιλάει για οικία, όπου οι εξ Ανατολών μάγοι «είδον το παιδίον μετά Μαρίας της μητρός αυτού»[9]· ο δε Λουκάς για φάτνη, όπου η θεοτόκος «ανέκλινεν αυτόν»  «διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι»[10]. Πρώτη φορά λόγος για σπήλαιο, ως τόπο γέννησης του Χριστού, γίνεται στο απόκρυφο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου[11], πληροφορία που εναρμονίζεται κάπως με τη φάτνη για την οποία μιλάει ο Λουκάς και υιοθετείται έκτοτε από την αγιογραφία, την υμνολογία και τις παραδόσεις μας.
Το σπήλαιο, σε αντίθεση με το εύχαρι και φωτισμένο βουνό εντός του οποίου βρίσκεται, είναι σκοτεινόχρωμο. Το βαθύ σκοτάδι του αποτελεί προφανώς εικονική έκφραση της πριν από το Χριστό απουσίας του φωτός από τον κόσμο μας. Αποδίδει τη σκιά του θανάτου και την άβυσσο του κακού στην πιο φρικτή τους πυκνότητα.  ΣΆ αυτό το σκοτάδι έλαμψε το φως –Χριστός.
Όντως στο στοιχείο του σπηλαίου και του σκοταδιού του συναντάται αριστοτεχνικά ο προφητικός λόγος του Ησαϊου, σύμφωνα με τον οποίο «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει, είδε φως μέγα· οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου φως λάμψει εφ´ ημάς»[12] με τον ευαγγελικό λόγο του Ιωάννη «και το φως εν τη σκοτία  φαίνει»[13]. Το ίδιο καθαρά θα πει το πρώτο ιδιόμελο της λιτής των Χριστουγέννων «ὁ ουρανός και η γη σήμερον προφητικώς ευφραινέσθωσαν. ¶γγελοι και άνθρωποι πνευματικῶς πανηγυρίσωμεν, ότι Θεός εν σαρκί επέφανε, τοις εν σκότει και σκιά καθημένοις, γεννηθείς εκ γυναικός» και ο σχετικός ύμνος στον εσπερινό των Θεοφανίων «πού γαρ είχε το φως σου λάμψαι ειμή τοις εν σκότει καθημένοις;»[14].
 Εδώ λοιπόν μέσα στο σκοτάδι ανέτειλε το φως και έδυσε το σκότος. Εδώ καθεύδοντες «εύρομεν την αλήθειαν»[15]. Εδώ «ήλθεν, εφάνη το φως το απρόσιτον»[16]. Εδώ ο γνωστός μύθος του σπηλαίου του Σωκράτη[17] αντιστρέφεται: Δεν εξέρχεται από το έρεβος της άγνοιας και του ζόφου ο φιλόσοφος νους για να ανακαλύψει το φως και να συλλάβει την αλήθεια, αλλά ο Χριστός- με τη σάρκωσή του, από εκστατική αγάπη και έρωτα προς τα πλάσματά του, αυτοαποκαλύπτεται, αυτοφανερώνεται και αυτοπροσφέρεται προς αυτά, ως η αλήθεια, ως το άδυτο φως, και με το θάνατό του «ως φωτός λυχνία …υπό γην ως υπό μόδιον κρύπτεται και διώκει τον εν άδη σκοτασμόν» για να θυμηθούμε τα εγκώμια της Μ. Παρασκευής.
          Τρίτο στοιχείο του σκηνικού: η φάτνη που βρίσκεται στο κέντρο της σπηλιάς και μέσα σΆ αυτή σπαργανωμένο, φασκιωμένο, όπως παλιά φασκιώνονταν τα βρέφη, και ανακεκλιμένο  σαν σαβανωμένο το «παιδίον» Ιησούς.
Θα πρέπει να προσέξει κανείς εδώ ότι στην εξεικόνιση του βρέφους συμπλέκονται στοιχεία της Γέννησης με στοιχεία του πάθους και της ταφής του Χριστού. Σπαργανωμένος «καθάπερ βροτός ο τη ουσία αναφής»[18] γεννηθείς Χριστός, «κείμενος εν τη φάτνη», όπως λέει το κείμενο του Λουκά, παραπέμπει οπτικά σε μορφές νεκρών στον τάφο (ας θυμηθούμε την εικόνα του Λαζάρου εξερχόμενου από το μνήμα ή τον Χριστό  περιτυλιγμένον τα νεκρικά οθώνια και το σουδάριο). Ο βυζαντινός αγιογράφος, υπομνηματίζοντας τα βιβλικά κείμενα που διηγούνται τη Γέννηση του Χριστού, υπό το φως του πάθους του και της Ανάστασής του, ανάγει, όπως το κάνουν ήδη εκείνα, από τη φάτνη στο καινό μνημείο. Από το φασκιωμένο βρέφος της Βιθλεέμ στον περιβεβλημένον τα οθώνια ώριμο νεκρό άνδρα Ιησού της Γεθσημανή. Με άλλα λόγια, ενώ από τη μια ιστορεί τη γέννηση του Χριστού συνιστορεί και προμηνύει παράλληλα και την προοπτική της, δηλ την ταφή και την κάθοδο  του Χριστού στον ¶δη. Αντίστοιχα θα κινηθεί ο υμνωδός των εγκωμίων της Μ. Παρασκευής όταν, βλέποντας σε άρικτη ενότητα όλο το μυστήριο, θα ψάλλει:
           «επί γης κατήλθες, ίνα σώσης Αδάμ·
            και εν γη μη ευρηκώς τούτον, δέσποτα,
            μέχρις ¶δου κατελήλυθας ζητών».
Θα πρέπει να προσέξουμε ότι ο Χριστός μέσα στη φάτνη-μνήμα δεν είναι, στη βυζαντινή εικόνα, το γυμνό, απελευθερωμένο από τα φασκιά στρουμπουλό μωρό της Δυτικής τέχνης, το οποίο διαθέτοντας περισσή ευεξία και ζωντάνια, γελάει ευχαριστημένο και παίζει ανέμελα με τα χεράκια του. Αντίθετα κείται μάλλον ως άπνους, ωσεί νεκρός. Η ακινησία του και η όλη του εμφάνιση μοιάζει με εκείνη την κατάπαυση του νεκρού Χριστού τη μεγάλη μέρα του μεγάλου Σαββάτου, κατά την οποία κατέπαυσε ο Χριστός από το αναδημιουργικό του έργο. Φασκιωμένος λοιπόν και οιονεί νεκρός ο μικρός Ιησούς θυμίζει ότι «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι[19]». Και όντως ο Χριστός ανέλαβε ολόκληρη τη φθαρτή φύση του ανθρώπου, στην οποία ανήκει και η μετά την πτώση επισυμβάσα θνητότητά του. Και πέραν αυτού έγινε από τη σύλληψή του άνθρωπος του σταυρού: κυνηγημένος από υποψίες, φόβους, διωγμούς, εξορίες, σφαγές, κοντολογίς αντιμέτωπος με τη βία και την ωμότητα. Και στο τέλος της ζωής του πάνω στο σταυρό πρόβαλλε «κατάστικτος τοις μώλωψι» και όμως «πανσθενουργός»[20].
          Αλήθεια, πόσο παιδαγωγεί η βυζαντινή εικόνα στο σημείο αυτό. Επιτρέψτε μου να το υπογραμμίσω. Μέσα απΆ αυτή μας προβάλλεται για προσκύνηση ένας Μεσσίας-λυτρωτής που δεν θαμπώνει. Που δεν απαιτεί. Που δεν επιβάλλεται βίαια ή δυναμικά. Που δεν εκβιάζει ως γίγαντας. Ένας Μεσσίας δούλος. Ένας βασιλιάς όχι με σκήπτρο εξουσίας αλλά με σταυρό. Κι ωστόσο αυτή η αδυναμία του βρέφους Ιησού δεν αποθαρρύνει τον πιστό. Κι ας βιώνει κι αυτός την ωμότητα, τη βία και την τυφλή δύναμη, που ποζάρουν προκλητικά σήμερα, γνωρίζει πως ό,τι ωραίο και αληθινό υπάρχει στην ιστορία το δημιούργησε η αδυναμία της Βηθλεέμ και η μωρία του σταυρού, τουτέστιν το μυστήριο της αγάπης του Θεού εν Χριστώ. Γνωρίζει ότι το τεχθέν που γιορτάζουμε στην καρδιά του χειμώνα είναι η άνοιξη για μια νέα ανθρωπότητα.
          ¶λλο στοιχείο της εικόνας με βαρύνοντα νοήματα, μη απαντώμενο όμως στις ευαγγελικές διηγήσεις, είναι  τα δυο ζώα, ένα βόδι και ένα ονάριο. Πρόκειται για ζωγραφική υπόμνηση των καυτερών, κατά του Ισραήλ και της αποστασίας του, προφητικών λόγων του Ησαϊα; «έγνω βους τον κτησάμενον και όνος την φάτνην του Κυρίου αυτού· Ισραήλ δε με ουκ έγνω και ο λαός με ου συνήκεν»[21]. Θα μπορούσε ωστόσο να δει κανείς στα δυο αυτά ζώα και άλλο σημαινόμενο: Στο ονάριο  την ταπεινή μεσσιανική πορεία του Χριστού και στο βόδι, ως θυτικό, την κατάληξη αυτής της πορείας, τη θυσία. Η παρουσία των δυο αυτών ζώων στην εικόνα όχι μόνο συνάπτει Παλαιά και Κ. Διαθήκη, υποδηλώνοντας τη συνέχεια και το ενιαίο του σχεδίου του Θεού, αλλά απευθύνει στους πιστούς που προσκυνούν την εικόνα και ένα ξεκάθαρο μήνυμα:  Μην υστερήσετε έναντι των αλόγων ζώων, που γνωρίζουν τον κύριό τους. Αυτό το αδύναμο βρέφος είναι ο Μεσσίας. Μην την πάθετε σαν τους Εβραίους. Μην πλανηθείτε. Αναγνωρίστε τον. Αυτός εξάγει εκ του θανάτου προς την ζωή όχι μόνο τη δική του ύπαρξη αλλά και την ύπαρξη όλων των λογικών προβάτων «άγων άπαντας προς σέλας ζωηφόρον, Θέος πεφυκώς, εκ πυλών ανηλίων»[22].
          Καίρια και επιβλητική θέση, όπως άλλωστε και στο σχέδιο της σωτηρίας, κατέχει στην εικόνα η Θεοτόκος. Φέρει μαφόριο και έχει τις μεγαλύτερες διαστάσεις κάθε άλλου προσώπου της εικόνας, για να ελκύει το βλέμμα του προσκυνητή. Εικονίζεται συχνά ανακεκλιμένη,  μεταγενέ­στερα δε και γονατισμένη με σταυρωμένα τα χέρια. (Ας μη μπούμε στους δογματικούς αντικατοπτρισμούς της κάθε μιας από τις τρεις αυτές στάσεις). Να τονίσουμε όμως ότι το πρόσωπό της εκπέμπει πόνο, ευδιάκριτη μητρικότητα και τρυφερότητα όχι μόνο προς το βρέφος Ιησού αλλά και προς την οικουμένη προς την οποία εισήγαγε τον «πρωτότοκο πάσης κτίσεως»[23]. Έχει συνείδηση του τόκου που έφερε αρρήτως στον κόσμο. ΓιΆ αυτό και η απόστασή της είναι τέτοια και τόση από το Χριστό όση επιβάλλει η γνώση από τη μια ότι είναι το σπλάγχνο της κι από την άλλη ότι είναι και δικός της  Θεός. Ως προς το πρώτο να θυμηθούμε εδώ, ως σε παρένθεση, ότι ο Χριστός δεν δημιούργησε την ανθρώπινη φύση του από το μηδέν, όπως στην περίπτωση του Αδάμ, αλλά εκτιμώντας και τιμώντας στο έπακρον την εκπροσωπούμενη από την παναγία ανθρώπινη φύση, έκανε και δική του φύση τη φύση της. Αυτονόητο βεβαίως είναι ότι η παναγία διέθετε ό,τι καλύτερο μπορούσε να διαθέσει η ανθρώπινη φύση πριν την σάρκωση του Λόγου και κυρίως διέθετε την προς τον Θεόν αγάπη στην πιο τέλεια μορφή της Με αυτήν την τέλεια μορφή, της προς τον Θεό ανθρώπινης αγάπης, που διέθετε η Παναγία, συναντήθηκε η τέλεια προς τον άνθρωπο αγάπη του Χριστού  ¶ρα η γέννηση του Χριστοῦ αποτελεί το αποτέλεσμα της συνάντησης στο πρόσωπο της Θεοτόκου από τη μιά της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο και από την άλλη της αγάπης του ανθρώπου προς τον Θεό.
          Επιστρέφοντας στη θέση της Παναγίας στη βυζαντινή εικόνα να προσθέσουμε ότι είναι η συνεσταλμένη, σιωπηλή και σεμνή Παρθένα. Ταπεινός καρπός της προσευχής του Ιωακείμ και της ¶ννας. Όχι αγέρωχη γυναίκα που «καμαρώνει σαν πριγκιπέσσα», όπως θα πει ο Κόντογλου[24] ή σαν μαντόνα-καλλονή της Δυτικής τέχνης. Μια γλυκειά μελαγχολία απλώνεται στο πρόσωπό της, καθώς είναι, από την αρχή κι όλας, μέτοχη της οδύνης και του σταυρού του τέκνου της. ΓιΆ αυτό και ικανή να στεγνώνει έκτοτε τα δάκρυα του πονεμένου.
          Απόμακρα, στην άκρη της εικόνας κάτω αριστερά, όπως βλέπει ο πιστός, ο συμπαθέστατος στους πιστούς αλλά και στους αγιογράφους Ιωσήφ. Βρίσκεται εκτός σπηλαίου, όπως ήταν και εκτός διαδικασίας στη σύλληψη του Χριστού[25]. Δεν είναι εξισωμένος με την Παναγία, όπως συμβαίνει στους δυτικούς πίνακες της αναγεννήσεως, οι οποίοι αδιαφορούν για τη θεολογία και εξανθρωπίζουν το μυστήριο, δίνοντάς του  κοσμικό χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, ο Ιωσήφ δεν είναι το τρίτο μέλος μιας κλειστής τριμελούς αγίας οικογένειας[26], αλλά το πρόσωπο στο οποίο το σχέδιο του Θεού ανάθεσε μια μόνη λεπτή διακονία : την προστασία της Παναγίας αλλά και του Χριστού κατά τα ανθρώπινα. Εξαιτίας της παρουσίας του Ιωσήφ ο Χριστός μπορούσε να ζει μέσα σε μια οικογένεια. (Εκείνος του παρείχε ένα είδος ανθρώπινου πατρικού  μοντέλου). Η εικόνα δίχως άλλο δεν εικονίζει μια, όπως είπαμε, κλειστή οικογένεια. Αν θα ψάχναμε στην εικόνα να επισημάνουμε οικογένεια του Χριστού αυτή θα την βρίσκαμε εντελώς ανοιχτή, ολοένα διευρυνόμενη. Σε μια τέτοια διευρυμένη οικογένεια, που δεν είναι άλλο παρεκτός της εκκλησίας, ανήκει φυσικά και ο Ιωσήφ. Της οικογένειας αυτής αφετηρία και αρχηγός είναι ο Χριστός. Παρατηρείστε τη γραμμή που εκκινεί από τον  Ιησού, περνάει στην Παναγία, ύστερα δια του Ιωσήφ εκτείνεται πέραν της εικόνας διαρκώς διευρυνόμενη προς άλλα νοούμενα πρόσωπα. Την ίδια γραμμή δημιουργεί και το εορτολόγιο των ημερών αυτών. Την πρώτη ημέρα των Χριστουγέννων γιορτάζουμε το Χριστό. Τη δεύτερη την Παναγία. Την τρίτη τον Ιωσήφ. Μετά τα νήπια, τον Δαυίδ, τον Ιακώβ, τον Μ. Βασίλειο. Είναι τα τέκνα του Θεού τα πριν διασκορπισμένα που ο θάνατος του Χριστού τα συνήγαγε «εις εν»[27].
          Να συμπληρώσουμε λίγα ακόμη στοιχεία για την παρουσία του Ιωσήφ στην εικόνα: Είναι στηριγμένος σε σκήπτρο. Φαίνεται προσβεβλημένος από αμφιβολίες και  βυθισμένος σε συλλογισμούς γιατί γίνεται θεατής γεγονότων υπέρ κατάληψιν. «Ζάλην ένδοθεν έχων λογισμών αμφιβόλων ο σώφρων Ιωσήφ εταράχθη» θα μας πει ο ποιητής του Ακαθίστου. Θεωρεί την Θεοτόκον κλεψή­γαμον. Αναρωτιέται «τι το δράμα τούτο, ό εν σοι τεθέαμαι;»[28]. Ομολογεί σαστισμένος: «Από­ρώ και εξίσταμαι και τον νουν καταπλήττομαι». Αιώνιο σύμβολο όσων αρνούνται άλλον κόσμον υπέρ την φύσιν, άλλη γέννηση πέραν της φυσικής. Στους δικούς του ανθρώπινους προβληματισμούς, οι οποίοι στο βάθος εκφράζουν την αθωότητά του και τη μη συμμετοχή του στη διαδικασία της σύλληψης του Χριστοῦ, προστίθενται και οι διαβολές ενός κακόμορφου διαβόλου, ντυμένου με προβιές με κέρατα και ουρά, μεταμορφωμένου στον τσοπάνο Θύρσο[29]. Του υποδεικνύει κατάξερη ράβδο, κυρτωμένη και συντριμμένη, υπόλοιπο της παλιάς του δύναμης, και προφανώς του λέει ειρωνικά και εμπαθώς: Όσο μπορεί η ράβδος αυτή να βλαστήσει, άλλο τόσο μπορεί και η Μαρία να γεννήσει χωρίς τη μεσολάβηση ανδρός. Μην ξεγελιέσαι….Ο Ιωσήφ προς στιγμήν περνάει την προσωπική του καταιγίδα. Όμως, «χρηματισθείς υπό αγγέλου και τους προφήτας ερευνήσας» υπερβαίνει τις αμφιβολίες. Βεβαιώνεται  «ότι Θεόν γεννήσει η Μαρία ανερμηνεύτως»[30]. Ωστόσο, η βυζαντινή εικόνα με την παράσταση, επηρεασμένη και από τα απόκρυφα ευαγγέλια, υπενθυμίζει την τραγικότητα της ανθρώπινης αμφιβολίας που η υπέρβασή της επιτυγχάνεται μόνο με το φωτισμό του πνεύματος και τον προσωπικό άθλο της πίστης.  Είναι άξιο προσοχής ότι και τον Ιωσήφ και όλους η Παναγία μας βλέπει με συμπάθεια. Θα έλεγα ότι κιΆ αυτόν και όλους εμάς, προς τους οποίους είναι στραμμένη, παραπέμπει με σιγουριά προς τον Χριστό. Επαναλαμβάνει εκείνο το «ό, τι αν λέγει υμίν, ποιήσατε»[31] που είπε στους διακόνους στο γάμο της Κανά. Αυτό είναι άλλωστε το μόνιμο έργο της: Να παραπέμπει την εκκλησία στον Χριστό και να βεβαιώνει ότι στο πρόσωπό του οι άνθρωποι αποκτούν σιγουριά και ασφάλεια.
          ¶λλα πρόσωπα της διευρυμένης οικογένειας του Χριστού αλλά και της εικόνας είναι οι μάγοι. Αν και ο ερχομός τους στη Βηθλεέμ δεν συμπίπτει χρονικά με τη γέννηση, οι αγιογράφοι τους θέλουν παρόντες σΆ αυτήν. (Τόπος και χρόνος στη βυζαντινή αγιογραφία συναιρούνται. Ελευθερώνονται από τις δικές τους διαστάσεις). Οι μάγοι στη βυζαντινή εικόνα δεν είναι χρυσοντυμένοι αριστοκράτες ή ιππότες, όπως στη Δυτική τέχνη που συνοδεύονται από πλήθος καβαλαρέων, στολισμένων, όπως θα πει ο Κόντογλου, «με ρούχα μεταξωτά κι αρματωμένους με σπαθιά και με κοντάρια, καβάλα απάνω σε άλογα με χρυσά γκέμια και χάμουρα, με ένα καραβάνι ατέλειωτο από μουλάρια κι από καμήλες φορτωμένες που ανηφορίζουνε απάνω στο βουνό»[32]. Μα ούτε και προφήτες είναι. Είναι οι σοφοί που ζητούσαν να διαπεράσουν τα όρια του κτιστού κόσμου. Τελικά το φως ήλθε στον κόσμο αυτεπάγγελτα, χωρίς να το ελκύσει η ανθρώπινη κοσμική σοφία αλλἄ, όπως είπα, αυταπάγγελτα. Θυμηθείτε τι ψάλλουμε στον ακάθιστο ύμνο : «σώσαι θέλων τον κόσμο ο των όλων δεσπότης προς τούτοις  αυτεπάγγελτος ήλθε».
Αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε θα πρέπει έτσι απλά να πούμε ότι πίσω από την ιστορία των μάγων, που για τους δυτικούς ζωγράφους είναι πολύ επιδειχτικό θέμα, προβάλλει η διαθήκη των εθνών, στους οποίους ο Λόγος ήταν παρών εν σπέρματι προ της σαρκώσεώς του και τώρα η διαθήκη αυτή βρίσκει το σκοπό της.  Με βάση αυτόν τον εν σπέρματι θείον Λόγο και μέσα από τις πολυδαίδαλους ατραπούς του προσωπικού τους μόχθου οι μάγοι οδηγούνται στον σαρκωθέντα Λόγον και καταθέτουν ενώπιόν του τα δώρα τους. Δώρα πνευματικού μόχθου, σύμβολα πνευματικά, συλ-ληφθέντα από εσωτερική παρόρμηση και ενόραση.  Είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτοι από τον γεννηθέντα Κύριο. Αντίθετα με τους σοφούς του γένους του Χριστού αυτοί δεν μένουν στις εθνικιστικές τους προκαταλήψεις. Η γνώση δεν τους στέκεται εμπόδιο στην προσκύνηση και αναγνώριση του Χριστού. Και θα πρόσθετα: Η παρουσία τους στην εικόνα παραπέμπει στις ευαίσθητες μορφές των Μυροφόρων, οι οποίες έσπευσαν να μυρώσουν τον νεκρό Χριστό. ¶λλωστε ένας ύμνος θα πει χαρακτηριστικά:
                «Σήμερον ο Θεός διΆ αστέρος
                μάγους εις προσκύνησιν άγει
                προμηνύοντας  αυτού την τριήμερον ταφήν
                ως εν χρυσώ και σμύρνη και λιβάνω»[33].
Αν οι μυροφόρες γυναίκες υπερέβησαν το φόβο και εκείνες τις ώρες της εγκατάλειψης του Θεού από τα πλάσματά του, διέσωσαν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αυτοί εδώ ξεπέρασαν την τυραννία του εγώ και τα δεσμά των εθνικιστικών και άλλων προκαταλήψεών τους.
          ¶λλο θέμα της εικόνας, συνδεδεμένο με τους μάγους, είναι ο αστέρας. Δεν ενδιαφέρει εδώ ο προσδιορισμός της ταυτότητάς του[34]. Δεν μπαίνει ο πιστός στον πειρασμό μιάς επιστημονικής εξήγησής του · αν πρόκειται δηλ για σύνοδο αστέρων ή για άλλο συγκεκριμένο σπάνιο αστρικό φαινόμενο. Τον αρκεί απλά να δεχθεί ότι ήταν θείο σημάδι ή, αν θέλετε, όργανο που διακονεί το μυστήριο και δίνει στίγμα για το γεγονός που συντελείται στη γη. Η θεολογική λειτουργία του είναι απλή: Η αναζητούμενη στον ουρανό, εν τοις άστροις, αλήθεια «επεφάνη τοις ανθρώποις»[35] στη γη.  Ίσως, κατά πως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ήταν άγγελος για να δηλώσει ότι το τεχθέν είναι Θεός και άνθρωπος. Ο γεννηθείς αυτός θεάνθρωπος είναι αυτός που ενώνει ουρανό και γη, όπως η φωτεινή δέσμη που πηγάζει από τον φωτεινό αστέρα. Όντας στη γη δεν απουσιάζει από τον ουρανό. Και όπως θα πει ο Ακάθιστος ύμνος:
«όλως ήν εν τοις κάτω
    και των άνω ουδόλως απήν
ο απερίγραπτος Λόγος·
  συγκατάβασις γαρ θεϊκή.
           ου μετάβασις δε τοπική γέγονεν».
Ωραίο θέμα που συμπληρώνει το σκηνικό της γέννησης είναι οι ποιμένες, στους οποίους ένας άγγελος μεταφέρει το χαρούμενο μήνυμα της γέννησης του Σωτήρος. Είναι αυτοί που έρχονται όχι από μακριά, όπως οι μάγοι, αλλά από κοντά. Αναγνωρίζουν, χωρίς μακρινές διαδρομές, το σημείον, το «παιδίον κείμενον εν τη φάτνη». Έτσι η γέννηση που έλαθε, κατά τον άγιο Ιγνάτιο[36], ακόμη και του Σατανά αλλά και των Ιουδαίων ειδικών θεολόγων, γνωστοποιείται στους ανοιχτό-καρδους, απλοϊκούς και ανυποψίαστους ποιμένες. Η παρουσία τους στην εικόνα, πέρα από το γεγονός ότι είναι ιστορικά-βιβλικά ακριβής και δικαιολογη­μένη, παραπέμπει στον μεγάλο ποιμένα που οδηγεί τα λογικά πρόβατα «προς σέλας ζωηφόρον» όπως θα ψάλλει  κάποιο τροπάριο της δ ωδής του κανόνος της εορτής.
          Οι άγγελοι, μεγαλοπρεπείς και έκπληκτοι, παρόντες στο γεγονός παρόντες και στην εικόνα, περιβάλλουν το σπήλαιο και άδουν, κατά τη διήγηση του Λουκά, τον γνωστό δοξολογικό ύμνο. Δοξολογούν το μυστήριο. Ένα μυστήριο στο οποίο πρωταγωνιστής είναι ο Θεός Δεν απουσιάζει όμως και ο άνθρωπος. Αντίθετα στο πρόσωπο της Θεοτόκου είναι παρών. Παρόντες και οι αγγελικές δυνάμεις  Μας εκπλήσσει ότι αν και εγγύς του Θεού, οι αγιογράφοι τοποθετούν τους αγγέλους εκτός του σπηλαίου γιατί στην ουσία είναι εκτός του μυστηρίου. Κατάπληκτοι και ενεοί δοξολογούν και αινούν ένα θεανθρώπινο μυστήριο όπως θα πει ο ποιητής του Ακαθίστου:
                 «Πάσα φύσις αγγέλων κατεπλάγη
                 το μέγα της σης ενανθρωπίσεως έργον.
                 Τον απρόσιτον γαρ ως Θεόν,
                 εθεώρει πάσι προσιτόν άνθρωπον».
Ένα μυστήριο  κατά το οποίο, όπως δε θα πεί η Ευχή του Μ. Αγιασμού των Θεοφανίων[37],
                «Τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει
                 και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί»
Ένα μυστήριο  ενότητας των πριν διασπασμένων, όπως  θα διατρανώσει άλλος χριστουγεννιάτικος ύμνος τονίζοντας ότι:
                 «Ουρανός και η γη σήμερον ηνώθησαν,
                 Χριστού τεχθέντος»[38]
Ένα μυστήριο που δημιουργεί
                 «μια η εκκλησία  αγγέλων και ανθρώπων»
Τέλος, κάτω δεξιά συναντάμε συχνά τη σκηνή του λουτρού. Δυο γυναίκες, μια μαία ηλικιωμένη και μια βοηθός νεαρά λούζουν το βρέφος Ιησού. Η σκηνή προέρχεται από το απόκρυφο του Ιακώβου, όπου γίνεται λόγος για παρουσία κατά τον τοκετό της Παναγίας μιας μαίας και μιας βοηθού, της Σαλώμης[39]. Η μαία «βαστά το νεογέννητο μωρό και δοκιμάζει με το χέρι της το ζεστό νερό μέσα σε μια κολυμβήθρα, ενώ μια μικρή χοριατιπούλα με το τσεμπέρι της χύνει ζεστό νερό για να πλύνουνε το παιδί». Στο σύνολό της η σκηνή παραπέμπει στο βάπτισμα. Πέραν όμως αυτού αποτελεί έκφραση της σάρκωσης του Λόγου. Ο Χριστός, όπως όλα τα νεογνά, πλένεται. Είναι λοιπόν αληθινός άνθρωπος. Δεν είναι φάντασμα. Δεν εμφανίσθηκε φαινομενικά. «Κατά δόκησιν», όπως λέγανε οι δοκήτες. Έγινε άνθρωπος και προσέλαβε όλα τα ανθρώπινα. ΓιΆαυτό και όπως θα πεί ο ειρμός της Ε΄ ωδής του κανόνος των Θεοφανίων, καθαρίζεται αν και δεν είχε ανάγκη καθαρμών[40].
          Σεβασμιώτατε, αγαπητοί μου πατέρες και αγαπητοί μου αδελφοί,
Προσπάθησα απλά και σύντομα να προσεγγίσω μαζί σας τη Βυζαντινή εικόνα της γέννησης του Κυρίου Ιησού. Σε κάποια σημεία έκανα νύξεις στην Δυτική τέχνη. Όχι για να την κατηγορήσω αλλά για να εξάρω το μεγαλείο της δικής μας, αυτής που μας εκφράζει αλλά και μιλάει σε μας. Ήθελα να πω με απλά λόγια ότι η βυζαντινή εικόνα διδάσκει με νοηματική πληρότητα και δογματική ακρίβεια το μυστήριο της σάρκωσης του Λόγου.Οι ορθόδοξοι αγιογράφοι παρέστησαν τη Γέννηση του Χριστού με σχήματα βαθειά και απλά, με χρώματα μυστικά  όχι με ένα τρόπο που ταιρειάζει στην κοσμική ζωγραφική αλλά «με την πνευματική αλήθεια που βγαίνει από το ευαγγέλιο[41]» Τίποτα το πομπώδες, φανταχτερό και θεατρικό. Ἡ ταπεινή και φτωχή παρουσία του Χριστού στον κόσμο δεν μπορεί να έχει κανένο στοιχείο επίδειξης δύναμης και κοσμικής αρχοντιάς.
 Οι αγιογράφοι και οι υμνωδοί της Γέννησης αποτυπώνουν, εκφράζουν και κάνουν δοξολογία ό,τι ομολογεί η Ορθόδοξη εκκλησία και με τα έργα τους μας προσκαλούν σε λυτρωτική οικείωση των δωρεών και των αγαθών που απέρρευσαν από αυτά.

Κατακλείοντας όσα σύντομα είπαμε σχετικά με την εικόνα της Γέννησης θα πρέπει να σημειώσουμε ότι καθώς προσκυνούμε την εικόνα της  Γέννησης συνειδητοποιούμε:
α) ότι ο Χριστός σαρκούμενος έδειξε ότι δεν ήταν και δεν είναι ερωτευμένος με το κύρος του και τη λεγόμενη αξιοπρέπειά του αλλά μόνο και αποκλειστικά με τον άνθρωπο. Εμείς είμαστε συχνά ερωτευμένοι με το «σάβανο» του κύρους μας και της λεγόμενης αξιοπρέπειάς μας. Εμεις είμαστε ερωτευμένοι με το είδωλό μας. Ένας τέτοιος όμως έρωτας ουσιαστικά μας νεκρώνει.
      Και β) ότι ο Χριστός με τη γέννησή του και με τη ζωή του δεν έκανε ένα πνευματικό τουρισμό εντός της ιστορίας. Ο δρόμος του ήταν σταυρικός και γιΆ αυτό αναστάσιμος. Αυτόν τον δρόμο υπέδειξε και σε μας.
Με την ευλογία και την άδεια του Σεμασμιωτάτου να εκφράσω μια ευχή: Είθε όλα τα πράγματα του βίου μας, μέσα μας και έξω από μας και στην οικουμένη όλη, να πορεύονται με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι φανερό ότι η ζωή μας εκτυλίσσεται και προχωράει με κέντρο όχι τον εαυτούλη μας αλλά το εσπαργανωμένον παιδίον, το «κείμενον εν τη φάτνη».



* Για την παρούσα εισήγηση κάποια στοιχεία αντλήθηκαν α) από την πολύτιμη εργασία του καθηγητή κ. Κων. Καλοκύρη, Η Γέννησις του Χριστού εις την Βυζαντινήν τέχνην της Ελλάδος. Εναίσιμος επί διδακτορία διατριβή υποβληθείσα εις την Θεολογικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήναι 1955 και β) από το κεφ. Γ του μεταφρασμένου στα ελληνικά έργου του Παύλου Ευδοκίμωφ, Η τέχνη της εικόνας. Θεολογία της ωραιότητος, Θεσσαλονίκη σ. 203-215 και γ) Η γέννηση στην Ορθόδοξη και στη Δυτική Αγιογραφία. Του Φώτη Κόντογλου, στο  Χριστοῦ Γέννησις, το φοβερόν Μυστήριον, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2οο1, σ 123-133.
[1] Μθ 2,8 9 11 13 20 κλπ.
[2] Φώτη Κόντογλου, Η Γέννηση στην Ορθόδοξη και στη Δυτική Αγιογραφία, στοΧριστοῦ Γέννησις, το φοβερόν Μυστήριον, Αθήνα 2οο1,σ. 124.
[3] Ειρμός της Θ΄ ωδής του ιαμβικού κανόνα του όρθρου των Χριστουγέννων.
[4] Ιδιόμελο των αίνων του όρθρου των Χριστουγέννων
[5] Ιω 1,14
[6] Αποκ. 21,3
[7] Ησ. 7,25
[8] Λκ 2,12
[9] Μθ 2,11
[10] Λκ 2,7
[11] Πρωτ. Ιακ. 18,1 19,1
[12] Ησ. 9,1
[13] Ιω 1,5
[14] Τροπάριον μετά το ΣΤ ανάγνωσμα του εσπερινού των Θεοφανίων.
[15] Εξαποστειλάριον όρθρου των Χριστουγέννων.
[16] Βλ. προηγούμενη υποσημείωση.
[17] Μιά καλή προσέγγιση του μύθου βρίσκει κανείς στον Ν.Ι. Μπούσουλα, Θέματα μεταφυσικής, Θεσ/κη σ. 66-71.
[18] Ιδιόμελλον Θ΄ ώρας της ακολουθίας των μεγάλων ωρών της παραμονής των Χριστουγέννων.
[19]  Εβρ. 2,17
[20] Τροπάριο της Δ΄ ωδής του κανόνα του Μ. Σαββάτου.
[21] Ησ. 1,3
[22] Τροπάριο της Δ΄ ωδής του όρθρου των Χριστουγέννων.
[23] Κολ 1,15 πρβλ. Εβρ 1,6
[24] Φ.Κόντογλου,ό.π.130
[25] Βλ. Κ. Καλοκύρη, Η ζωγραφική της Ορθοδοξίας. Ιστορική, αισθητική και Δογματική ερμηνεία της Βυζαντινής ζωγραφικής, Θεσσαλονίκη 19982 σ.145-146.
[26] Βλ. Κ. Καλοκύρη, όπ. σ. 145 και Π. Ευδοκίμωφ, Η τέχνη της εικόνας, Θεολογία της ωραιότητος (μετ. Κ. Χαραλαμπίδη, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 203.
[27] Ιω 11,52
[28] Δοξαστικό της Α΄ ώρας της ακολουθίας των μεγάλων ωρών της παραμονής των Χριστουγέννων.
[29] Βλ. Π. Ευδοκίμωφ, ό.π. σ.213.
[30] Δοξαστικό της Γ΄ ώρας της ακολουθίας των μεγάλων ωρών.
[31] Ιω 2,5
[32] Φ. Κόντογλου, ό.π.131.
[33] Δοξαστικό των αίνων της 26ης Δεκεμβρίου.
[34] Για το θέμα αυτό βλ. Κ. Καλοκύρη, Το άστρον της Βηθλεέμ εις την βυζαντινήν τέχνην, Θεσσαλονίκη 1969.
[35] Τροπάριον μετά το Γ΄ ανάγνωσμα του Εσπερινού των Θεοφανίων.
[36] Ιγνατίου, προς Εφεσίους 19,1.
[37] Ευχή του Μ. Αγιασμού, ποίημα Σωφρονίου Πατριάρχου Ιεροσολύμων.
[38] Ιδιόμελο της Λιτής του εσπερινού των Χριστουγένων.
[39] Πρωτ. Ιακ. 13,1 19,1 εξ 20,1 εξ.
[40] «… καθαρσίων δε, ως Θεός μη δεόμενος,
   τω πεσόντι καθαίρεται…»
[41] Φ. Κόντογλου, ό.π. 123