Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά- Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΔΕΚΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ





Ἀπὸ τὸν πατέρα Παναγιώτη Γκέζο.


Ἀγαπητοὶ, ἡ σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κάθενα μας εἶναι σχέση πατέρα καὶ παιδιῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι εἴτε σχέση ἀγάπης εἴτε – τὸ λιγότερο – σχέση πληγωμένη ποὺ γεννάει πόνο. Έπειδὴ ἡ ἀγάπη, οἱ πληγές, ὁ πόνος καὶ ὁ πόθος συνδέονται μὲ τὰ συναισθήματά μας καὶ τὴν ψυχικὴ διάθεσή μας μπερδεύουμε συχνὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ καταστάσεις δικές μας ποὺ θέλουμε νὰ ξεπεράσουμε γιὰ νὰ αἰσθανθοῦμε καλύτερα. Πολλὲς φορὲς νομίζουμε ὅτι πληγώσαμε τὸ Θεό, ὅτὶ τὸν στενοχωρήσαμε καὶ πρέπει νὰ τοῦ ζητήσουμε συγνώμη, ὅμως ἡ τακτικὴ ποὺ ἀκολουθοῦμε ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ βροῦμε μέσα μας ἰσορροπίες σύμφωνα μὲ τὶς δικές μας σκέψεις καὶ προτιμήσεις, μὲ βάση ὅτι μᾶς πάει ἐμᾶς καλύτερα, κι ὅχι μὲ βάση τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ περίπτωση ὅμως τοῦ Ζακχαίου μᾶς δείχνει τὸ σωστὸ δρόμο. Ὅταν ἔφτασε ὁ Χριστὸς στὸ σπίτι του, ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ εἶπε: «Κύριε, ὑπόσχομαι νὰ δώσω τὰ μισὰ ἀπ’ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ ἀνταποδώσω στὸ τετραπλάσιο ὅσα πῆρα μὲ ἀπάτη». Ὁ ἄνθρωπος ἦταν τελώνης. Ἡ αἰτία τῆς κακῆς σχέσης του μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἦταν οἰκονομικῆς φύσεως: φόρους μάζευε καὶ χρήματα ἔκλεβε – μεγάλωνε τὴν περιουσία του σὲ βάρος τῆς περιουσίας τῶν ἄλλων. Δὲν ἦταν μέθυσος, πόρνος, μοιχὸς ἤ φονέας. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶπε στὸ Χριστό: «Τώρα ποὺ μετάνιωσα, θὰ ἀρχίσω νὰ ζῶ μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ ἀργυπνίες. Δὲν θὰ λείπω ἀπὸ τὶς συνάξεις καὶ θὰ τηρῶ ὅλες τὶς διατάξεις τοῦ Νόμου γιὰ τὴ λατρεία». Ἄν τὸ ἔκανε αὐτὸ, θὰ ἀποτίμιζε μάλλον τὴ συνείδησή του καὶ δὲν θὰ πολεμοῦσε τὴν αἰτία τῆς κατάστασής του. Θὰ ἔφτιαχνε μάλλον τὴ διάθεσή του ἱκανοποιώντας τὶς ψυχολογικές του ἀνάγκες, καὶ δὲν θὰ ἀποκαθιστοῦσε τὴ σχέση του μὲ τὸ Θεό στηριζόμενος στὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν θ’ ἄκουγε ἀσφαλῶς ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ: «Σήμερα αὐτὸ τὸ σπίτι σώθηκε, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι παιδί τοῦ Ἀβραάμ».

Λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος: «Μὲ ὅτι ἔχασες τὸ ἀγαθό, μὲ αὐτὸ νὰ τὸ ἀποκτήσεις. Ἄν χρωστᾶς ὀβολὸ στὸ Θεό, δὲν δέχεται ἀντὶ γι’ αὐτὸν νὰ τοῦ δώσεις μαργαρίτη. Ὁμοίως, ἄν ἔχασες τὴ σωφροσύνη, δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ἐλεημοσύνη ὁ Θεός, ἐφόσον ἐσὺ ἐπιμένεις στὴν πορνεία. Διότι ἀπὸ σένα ζητάει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος. Σὲ καιρὸ θέρους δὲν ἀντιμετωπίζεις τὴ ζέστη μὲ τὰ ἐνδύματα τοῦ χειμώνα. Ἔτσι ὁ καθένας ὅτι σπείρει, αὐτὸ θὰ θερίσει, καὶ κάθε ἀρρώστια θεραπεύεται μὲ τὰ δικά της φάρμακα. Ἐσὺ λοιπὸν ἄν κυριαρχεῖσαι ἀπὸ τὸν φθόνο, γιατὶ προσπαθεῖς νὰ πολεμήσεις τὸν ὔπνο;». Εἶναι παρατηρημένο ὅτι οἱ τσιγκούνηδες προτιμοῦν ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς τὴ νηστεία. Ἐπίσης, οἱ φιλήδονοι προτιμοῦν τὴν ἐλεημοσύνη. Κι ἔτσι, συμβαίνει αὐτὸ ποὺ λέει ὀ ἀββᾶς Ἰσαάκ: τὸ καλοκαίρι φοροῦν τὰ ροῦχα τοῦ χειμώνα καὶ τὸ χειμώνα τὰ ροῦχα τοῦ καλοκαιριοῦ. Εἶναι ντυμένοι καὶ στὶς δύο ἐποχές, ἀλλὰ δὲν κατορθώνουν νὰ λύσουν κανένα πρόβλημα.

Ἐδῶ διαφέρει ὁ Ζακχαῖος. Δἐν ὐπόσχεται νὰ κάνει ἐκεῖνο ποὺ δὲν θὰ τὸν θεραπεύσει. Κάνει ἐκεῖνο ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ θεραπεία καὶ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ σχέση του μὲ τὸ Θεό. Ἀπὸ πλούσιος γίνεται φτωχός, διότι δίνοντας τὰ μισὰ στοὺς φτωχοὺς καὶ τὸ τετραπλάσιο σὲ ὅσους ἀδίκησε, ἐκεῖνος δὲν κρατάει τίποτα. Ὁ Χριστὸς δέχτηκε τὴ μετάνοιά του, γιατὶ ἦταν ἀληθινή, ἦταν αὐτὴ ποὺ ἤθελε ὁ Θεός. Κι ἔτσι ἀξιώθηκε νὰ γίνει παιδί τοῦ Ἀβραάμ – «υἱὸς Ἀβρραάμ ἐστι». Ὅπως δηλαδὴ ὁ Ἀβραάμ ἦταν πλούσιος χωρὶς νὰ εἶναι προσκολλημένος στὰ πλούτη του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Ζακχαίος ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὸ πάθος του.  Πρίν ἀπὸ τὴ μετάνοιά του δὲν ἦταν παιδὶ τοὺ Ἀβραάμ, κι ἄς καταγόταν ἀπὸ κεῖνον – μπορεῖ νὰ εἶχαν τὸ ἴδιο αἶμα, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὰ ἴδια ἔργα. Τώρα ὅμως ἔγινε παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ καὶ ἀξιώθηκε νὰ εἶναι ἀπόγονος ἐκείνων ποὺ ὀ Θεός θέλει μὲ τὸ ὄνομά τους νὰ προσδιορίζεται : «Ἐγὼ εἰμὶ ὁ Θεὸς Ἀβραάμ».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ Ζακχαῖος ἀναρριχήθηκε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ μπορέσει νὰ δεῖ τὸ Χριστό. Ἀντίθετα μ’ αὐτὸν, ὁ πρώτος ἄνθρωπος κρύφτηκε πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα, ἐκεῖνο τὸ δειλινὸ στὸν Παράδεισο, γιὰ ν’ ἀποφύγει τὸ βλέμα τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ὁ Θεὸς φώναζε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι;». Ἐδῶ ὀ Χριστὸς εἶπε: «Ζακχαῖε, θὰ μείνω στὸ σπίτι σου». Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις πίσω ἀπὸ τὰ βλέματα βρισκόταν αὐτὸ ποὺ φέρνει τὸν ἄνθρωπο καντά στὸ Θεό, ἡ μετάνοια: Ὁ Θεὸς περίμενε τὴ μετάνοια τοῦ Ἀδᾶμ καὶ τὸν ρωτοῦσε ποὺ βρίσκεται. Ὁ Ζακχαῖος ἔψαχνε μὲ τὰ μάτια του τὸ Χριστὸ προσπαθώντας νὰ καταλάβει ἐὰν ἡ μετάνοιά του θὰ γίνόταν δεκτή. Καὶ βέβαια ἔγινε δεκτή, γιατὶ ἔγινε μὲ τὸ σωστὸ τρόπο. Ἄς παρακαλέσουμε κι ἐμεῖς τὸ Χριστὸ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, ὅπως τὴ χάρισε στὸ Ζακχαῖο.





Πηγὴ : π. Ἀντώνιος Πινακούλας
Εν Βάρη τη 27/01/2013


Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΕΓΙΝΕ ΔΕΚΤΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ
Κυριακή ΙΕ΄ Λουκά

Ἀπὸ τὸν πατέρα Παναγιώτη Γκέζο.
   Ἀγαπητοὶ, ἡ σχέση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κάθενα μας εἶναι σχέση πατέρα καὶ παιδιῶν. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι εἴτε σχέση ἀγάπης εἴτε – τὸ λιγότερο – σχέση πληγωμένη ποὺ γεννάει πόνο. Έπειδὴ ἡ ἀγάπη, οἱ πληγές, ὁ πόνος καὶ ὁ πόθος συνδέονται μὲ τὰ συναισθήματά μας καὶ τὴν ψυχικὴ διάθεσή μας μπερδεύουμε συχνὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ καταστάσεις δικές μας ποὺ θέλουμε νὰ ξεπεράσουμε γιὰ νὰ αἰσθανθοῦμε καλύτερα. Πολλὲς φορὲς νομίζουμε ὅτι πληγώσαμε τὸ Θεό, ὅτὶ τὸν στενοχωρήσαμε καὶ πρέπει νὰ τοῦ ζητήσουμε συγνώμη, ὅμως ἡ τακτικὴ ποὺ ἀκολουθοῦμε ἀποσκοπεῖ στὸ νὰ βροῦμε μέσα μας ἰσορροπίες σύμφωνα μὲ τὶς δικές μας σκέψεις καὶ προτιμήσεις, μὲ βάση ὅτι μᾶς πάει ἐμᾶς καλύτερα, κι ὅχι μὲ βάση τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
   Ἡ περίπτωση ὅμως τοῦ Ζακχαίου μᾶς δείχνει τὸ σωστὸ δρόμο. Ὅταν ἔφτασε ὁ Χριστὸς στὸ σπίτι του, ἐκεῖνος συκώθηκε καὶ εἶπε: «Κύριε, ὑπόσχωμαι νὰ δώσω τὰ μισὰ ἀπ’ τὰ ὑπάρχοντά μου στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ ἀνταποδώσω στὸ τετραπλάσιο ὅσα πῆρα μὲ ἀπάτη». Ὁ ἄνθρωπος ἦταν τελώνης. Ἡ αἰτία τῆς κακῆς σχέσης του μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἦταν οἰκονομικῆς φύσεως: φόρους μάζευε καὶ χρήματα ἔκλεβε – μεγάλωνε τὴν περιουσία του σὲ βάρος τῆς περιουσίας τῶν ἄλλων. Δὲν ἦταν μέθυσος, πόρνος, μοιχὸς ἤ φονέας. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶπε στὸ Χριστό: «Τώρα ποὺ μετάνιωσα, θὰ ἀρχίσω νὰ ζῶ μὲ νηστεία, προσευχὴ καὶ ἀργυπνίες. Δὲν θὰ λείπω ἀπὸ τὶς συνάξεις καὶ θὰ τηρῶ ὅλες τὶς διατάξεις τοῦ Νόμου γιὰ τὴ λατρεία». Ἄν τὸ ἔκανε αὐτὸ, θὰ ἀποτείμιζε μάλλον τὴ συνείδησή του καὶ δὲν θὰ πολεμοῦσε τὴν αἰτία τῆς κατάστασής του. Θὰ ἔφτιαχνε μάλλον τὴ διάθεσή του ἱκανοποιώντας τὶς ψυχολογικές του ἀνάγκες, καὶ δὲν θὰ ἀπολαθίστοῦσε τὴ σχέση του μὲ τὸ Θεό στηριζόμενος στὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δὲν θ’ ἄκουγε ἀσφαλῶς ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ: «Σήμερα αὐτὸ τὸ σπίτι σώθηκε, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι παιδί τοῦ Ἀβραάμ».
    Λέει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σύρος: «Μὲ ὅτι ἔχασες τὸ ἀγαθό, μὲ αὐτὸ νὰ τὸ ἀποκτήσεις. Ἄν χρωστᾶς ὀβολὸ στὸ Θεό, δὲν δέχεται ἀντὶ γι’ αὐτὸν νὰ τοῦ δώσεις μαργαρίτη. Ὁμοίως, ἄν ἔχασες τὴ σωφροσύνη, δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ἐλεημοσύνη ὁ Θεός, ἐφόσον ἐσὺ ἐπιμένεις στὴν πορνεία. Διότι ἀπὸ σένα ζητάει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος. Σὲ καιρὸ θέρους δὲν ἀντιμετωπίζεις τὴ ζέστη μὲ τὰ ἐνδύματα τοῦ χειμώνα. Ἔτσι ὁ καθένας ὅτι σπείρει, αὐτὸ θὰ θερίσει, καὶ κάθε ἀρρώστια θεραπεύεται μὲ τὰ δικά της φάρμακα. Ἐσὺ λοιπὸν ἄν κυριαρχεῖσαι ἀπὸ τὸν φθόνο, γιατὶ προσπαθεῖς νὰ πολεμήσεις τὸν ὔπνο;». Εἶναι παρατηρημένο ὅτι οἱ τσιγκούνηδες προτιμοῦν ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετὲς τὴ νηστεία. Ἐπίσης, οἱ φιλήδονοι προτιμοῦν τὴν ἐλεημοσύνη. Κι ἔτσι, συμβαίνει αὐτὸ ποὺ λέει ὀ ἀββᾶς Ἰσαάκ: τὸ καλοκαίρι φοροῦν τὰ ροῦχα τοῦ χειμώνα καὶ τὸ χειμώνα τὰ ροῦχα τοῦ καλοκαιριοῦ. Εἶναι ντυμένοι καὶ στὶς δύο ἐποχές, ἀλλὰ δὲν κατορθώνουν νὰ λύσουν κανένα πρόβλημα.
   Ἐδῶ διαφέρει ὁ Ζακχαῖος. Δἐν ὐπόσχεται νὰ κάνει ἐκεῖνο ποὺ δὲν θὰ τὸν θεραπεύσει. Κάνει ἐκεῖνο ποὺ θὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ θεραπεία καὶ θὰ ἀποκαταστήσει τὴ σχέση του μὲ τὸ Θεό. Ἀπὸ πλούσιος γίνεται φτωχός, διότι δίνοντας τὰ μισὰ στοὺς φτωχοὺς καὶ τὸ τετραπλάσιο σὲ ὅσους ἀδίκησε, ἐκεῖνος δὲν κρατάει τίποτα. Ὁ Χριστὸς δέχτηκε τὴ μετάνοιά του, γιατὶ ἦταν ἀληθινή, ἦταν αὐτὴ ποὺ ἤθελε ὁ Θεός. Κι ἔτσι ἀξιώθηκε νὰ γίνει παιδί τοῦ Ἀβραάμ – «υἱὸς Ἀβρραάμ ἐστι». Ὅπως δηλαδὴ ὁ Ἀβραάμ ἦταν πλούσιος χωρὶς νὰ εἶναι προσκολλημένος στὰ πλούτη του, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὁ Ζακχαίος ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὸ πάθος του.  Πρίν ἀπὸ τὴ μετάνοιά του δὲν ἦταν παιδὶ τοὺ Ἀβραάμ, κι ἄς καταγόταν ἀπὸ κεῖνον – μπορεῖ νὰ εἶχαν τὸ ἴδιο αἶμα, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὰ ἴδια ἔργα. Τώρα ὅμως ἔγινε παιδὶ τοῦ Ἀβραάμ καὶ ἀξιώθηκε νὰ εἶναι ἀπόγονος ἐκείνων ποὺ ὀ Θεός θέλει μὲ τὸ ὄνομά τους νὰ προσδιορίζεται : «Ἐγὼ εἰμὶ ὁ Θεὸς Ἀβραάμ».
    Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὁ Ζακχαῖος ἀναρριχήθηκε σ’ ἕνα δέντρο γιὰ νὰ μπορέσει νὰ δεῖ τὸ Χριστό. Ἀντίθετα μ’ αὐτὸν, ὁ πρώτος ἄνθρωπος κρύφτηκε πίσω ἀπὸ τὰ δέντρα, ἐκεῖνο τὸ δειλινὸ στὸν Παράδεισο, γιὰ ν’ ἀποφύγει τὸ βλέμα τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ὁ Θεὸς φώναζε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι;». Ἐδῶ ὀ Χριστὸ εἶπε: «Ζακχαῖε, θὰ μείνω στὸ σπίτι σου». Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις πίσω ἀπὸ τὰ βλέματα βρισκόταν αὐτὸ ποὺ φέρνει τὸν ἄνθρωπο καντά στὸ Θεό, ἡ μετάνοια: Ὁ Θεὸς περίμενε τὴ μετάνοια τοῦ Ἀδᾶμ καὶ τὸν ρωτοῦσε ποὺ βρίσκεται. Ὁ Ζακχαῖος ἔψαχνε μὲ τὰ μάτια του τὸ Χριστὸ προσπαθώντας νὰ καταλάβει ἐὰν ἡ μετάνοιά του θὰ γίνόταν δεκτή. Καὶ βέβαια ἔγινε δεκτή, γιατὶ ἔγινε μὲ τὸ σωστὸ τρόπο. Ἄς παρακαλέσουμε κι ἐμεῖς τὸ Χριστὸ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, ὅπως τὴ χάρισε στὸ Ζακχαῖο.
Πηγὴ : π. Ἀντώνιος Πινακούλας
Εν Βάρη τη 27/01/2013