Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Μεγάλη Πέμπτη


Γιὰ νὰ συναντήσουμε το Θεὸ πρέπει νὰ ξεκαβαλικέψουμε.

Ἀπὸ τὸν πατέρα Παναγιώτη Γκέζο


      «Τῆ ἁγία καὶ Μεγάλη Πέμπτη, οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες, ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν: τὸν ἱερὸν Νιπτῆρα, τὸν μυστικὸν Δεῖπνον ( δηλαδὴ τὴν παράδοσιν τῶν καθ’ ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων), τὴν ὑπερφυᾶ προσευχὴν καὶ τὴν προδοσίαν αὐτὴν».
    Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ κέντρο τῆς ζωῆςτῆς Εκκληςίας γιατὶ εἶναι τὸ κατεξοχὴν μυστήριο τῆς βιώσεως τὴς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν  Θεὸ καὶ τὸ συνάνθρωπο, μὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα τοῦ Χριστοὺ.
    Τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας λέγεται κοινωνία καὶ εἶναι πραγματικὰ, ἐπειδὴ δι’ αὐτοῦ κοινωνοῦμε μὲ τὸ Χριστὸ καὶ μετέχουμε τῆς σαρκός Του καὶ κοινωνοῦμε ἐπίσης καὶ ἑνωνόμαστε μεταξύ μας, γιατὶ ἀφοῦ μεταλαμβάνουμε ἑνὸς ἄρτου ὅλοι, γινόμαστε ὅλοι ἕνα σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἕνα αἶμα, τὸ αἶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπομένως μέλη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου (Ἰωάν.Μενοῦνου).
    Ὁ Κοσμᾶς ὀ Αἰτωλὸς διδάσκοντας τὸ μυστήριο τὴς Ἁγίας Τριάδος, ἀφοῦ πρῶτα χρησιμοποιεῖ ἕνα διανοητικὸ σχῆμα, προσθέτει ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος νὰ βιώσει ὁ ἄνθρωπος τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος «ὅμως πρέπει πρῶτον νὰ ἀφήσωμεν τὰ κακὰ καὶ τὶς ἁμαρτίες καὶ νὰ ἐξομολογηθοῦμεν καθαρὰ καὶ νὰ κοινωνήσωμεν τὰ Ἄχραντα Μυστήρια μὲ μέγα φόβον καὶ τρόμον καὶ εὐλάβειαν καὶ τότε νὰ μᾶς φωτίση τὸν νοῦν ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τὸ καταλάβωμεν.
    Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι τὸ κατεξοχὴν μυστήριο τῆς συναντήσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Χριστὸ ἀλλὰ  μόνο στὸ ποσοστὸ ποὺ προσερχόμαστε σ’ αὐτὸ ἔχοντας καθαρίσει τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὸν ἐγωκεντρισμό μας. «τῆ μυστικῆ ἐν φόβω Τραπέζη προσεγγίσαντες καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς τὸν ἄρτον ὐποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῶ Δεσπότη...»( ὁ Οἶκος τοῦ ὅρθρου τῆς Μ.Πέπτης).
    Ὅταν δὲν κοινωνοῦμε μὲ τὸ συνάνθρωπο δὲν μποροῦμε νὰ κοινωνήσουμε μὲ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ ἦταν τόσο καθιερωμένο στὴν παράδοσή μας, ἐκεῖνος ποὺ ἤθελε νὰ μεταλάβει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, νὰ πηγαίνει πρῶτα νὰ συμφιλιώνεται καὶ νὰ ζητάει συγγνώμη ἀπὸ γνωστούς, συγγενεῖς καὶ φίλους.
    Ἄν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ θυσιαστήριο, λέει ὁ Χριστός, καὶ ἐκεῖ θυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου (δὲν λέει ὅταν ἐσὺ ἔχεις κάτι ἐναντίον του ἀλλὰ ὅταν αὐτὸς ἔχει κάτι ἐναντίον σου), ἄφησε ἐκεῖ τὸ δῶρο σου μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο καὶ πήγαινε πρώτα νὰ συνδιαλλαγεῖς μὲ τὸν ἀδελφό σου καὶ τότε νὰ ἔλθεις  καὶ νὰ προσφέρεις τὸ δῶρο σου (Ματθ.5, 23-24). «Τὴν φιλαδελφίαν κτησώμεθα, ὡς ἐν Χριστῶ ἀδελφοὶ, και μὴ τὸ ἀσυμπαθὲς πρὸς τοὺς πλησίον ἡμῶν, ἵνα μὴ ὡς ὁ δοῦλος κατακριθῶμεν, ὀ ἀνελεήμων, διὰ τὰ δηνάρια, καὶ ὡς ὁ Ἰούδας μεταμεκηθέντες μηδὲν ὠφελήσωμεν»(ἀντίφωνο δ’ ἀκολουθίας Παθῶν).
    Συναντάμε πολὺ λίγο ἤ καθόλου τὸ Χριστὸ στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας γιατὶ πολὺ λίγο ἤ καθόλου κάνουμε αὐτὴ τὴν ἀπόλυτα ἀπαραίτητη προπαρασκευή. Προσερχόμαστε γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸ Χριστὸ ὅταν μέσα στὴν καρδιά μας ἔχουμε ἀπορρίψει ὁλόκληρη σχεδὸν τὴν ἀνθρωπότητα, τὸν ἕνα γιὰ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλο γιὰ τὸν ἄλλο λόγο, καὶ μὲ μιὰ δαιμονικὴ ἔπαρση, τὴν ὁποία συχνὰ τρέφει αὐτὴ ἡ ἴδια ἠ προσέλευσή μας στὸ μυστήριο, δοξάζουμε μὲ λιγωμένα μάτια καὶ ἑνωμένα χέρια τὸ Θεὸ ποὺ δὲν μᾶς ἔκανε σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ποὺ κλέβουν, ποὺ πορνεύουν, ποὺ βλασφημοῦν καὶ ἰδιαίτερα σὰν τὸν κ. τάδε ἤ τὴν κ.δεῖνα ποὺ κάνουν αὐτὴ ἤ ἐκεῖνη τὴν ἁμαρτία καὶ προσερχόμενοι μ’ αὐτὴ τὴ διάθεση ἔχουμε τὴ δαιμονκὴ ψευδαίσθηση ὅτι συναντᾶμε τὸ Χριστό, ἐνῶ δὲν συναντᾶμε παρὰ τὸν αὐτοθεοποιημένο ἑαυτό μας ὅπως ὁ Ἰούδας στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο. «Μηδείς, ὦ πιστοί, τοῦ δεσποτικοῦ Δεῖπνου ἀμύητος, μηδεὶς ὅλος ὡς ὀ Ἰούδας, δολίως προσίτω τῆ Τραπέζη, ἐκεῖνος γὰρ τὸν ψωμὸν δεξάμενος, κατὰ τοῦ ἄρτου ἐχώρησε, σχήματι μὲν ὤν μαθητής, πράγματι δὲ παρὼν φονευτής, τοῖς μὲν Ἰουδαῖοις συναγαλλόμενος, τοῖς δὲ Ἀποστόλοις συναυλιζόμενος, μισῶν ἐφίλει, φιλῶν ἐπώλει τὸν ἐξαγοράσαντα ἡμᾶς τῆς κατάρας...» (ἀπόστιχο ἐδιόμελο Ὄρθρου Μ. Πέμπτης). Καὶ ἄς μὴν ξεχνᾶμε πὼς μπορεῖ γιὰ τὸ μωσαϊκὸ νόμο νὰ χρειαζόμαστε ἕνα περίστροφο γιὰ νὰ δολοφονήσουμε ἕναν ἄνθρωπο, ἀλλὰ γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ ἀρκεῖ νὰ τὸν ἀποκαλέσουμε μὲ τὰ χείλη ἤ μέσα στὴν καρδιά μας «μωρό» γιὰ νὰ ἔχουμε διαπράξει τὸ φόνο.
    Ὁ Ἰηδοῦς Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο ζώστηκε τὸ «λέντιον» καὶ ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν μαθητῶν Του. Ὁ δρόμος ποὺ ὀδηγεῖ στὴ κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ περνάει ἀπὸ τὴν πύλη τῆς ταπεινώσεως. Τὸ Θεὸ δὲν θὰ τὸν συναντήσουμε καβάλα στὸ ἄλογο ὅπως πήγαιναν κατὰ τὸ δημοτικὸ τραγούδι οἱ Κολοκοτρωναῖοι στὴν Ἐκκλησία. Γιὰ νὰ συναντήσουμε το Θεὸ πρέπει νὰ ξεκαβαλικέψουμε. Δὲν θὰ συναντήσουμε τὸ Θεὸ ἄν τὸν ἀναζητήσουμε μὲ τὴ διάθεση τοῦ σοφοῦ ποὺ ἐξετάζει τὸ ἀντικείμενο τῆς ἔρευνάς του. Ὁ Μωυσῆς ἔπρεπε νὰ βγάλει τὰ παπούτσια του γιὰ νὰ πλησιάσει τὴν καιόμενη βάτο.
    Χωρὶς τὴν προπαρασκευὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς κοινωνίας μὲ τὸ συνάνθρωπο ὄχι μόνο δὲν θὰ συναντήσουμε τὸ Χριστὸ στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἀλλὰ μόλις στρέψουμε τὰ νῶτα στὸ Ἅγιο Ποτήριο θὰ ἀρχίσουμε, ὅπως ὁ Ἰούδας, νὰ προδίδουμε τὸ γλυκύτατο Διδάσκαλο σὲ κάθε ἐκδήλωση τῆς ζωῆς μας.