Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Κυριακή της Σαμαρείτιδος -Ο άνθρωπος σαν εικόνα του Θεού έχει ανεκτίμητη αξία.



    Δεν έχει ακόμη την απάθεια εκείνος που επειδή του έτυχε κάποιος πειρασμός, δεν μπορεί να παραβλέψει το ελλάτωμα του φίλου, είτε είναι πραγματικό είτε υποθετικό. Γιατί τα πάθη που υπάρχουν στην ψυχή, όταν ταράζονται τυφλώνουν το νου και δεν τον αφήνουν να ατενίσει προς το φως της αλήθειας, ούτε να διακρίνει το καλύτερο από το χειρότερο. Άρα ούτε την τέλεια αγάπη δεν απόκτησε ο άνθρωπος αυτός, η οποία αποδιώχνει το φόβο της κρίσεως(Α΄ Ιω. 4, 18).

             του π. Παναγιώτη Γκέζου


    Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας
 την περίοδο αυτή, του αναστημένου Χριστού,
                                                             της παρουσίας
αφού μας έδειξε πώς μπορούμε
                        να Τον συναντήσουμε
                              σαν θεραπευτή του σώματος,
τώρα προχωρεί ψηλότερα και μας δείχνει
         πως μπορούμε να Τον συναντήσουμε
          σαν της ψυχής τον ζωοδότη (Ασώματος).
    Ο Κύριος απομακρύνει κάθε σωματική έννοια
και ως Πνεύμα που είναι ο Θεός,
                                                 δεν ευρίσκεται σε τόπο
                  ούτε περιγράφεται με τοπικά όρια.
Η θεία ενέργεια που εκπορεύεται
από τον αναστημένο Χριστό πάνω στη γη,
έχει τη δύναμη να ανορθώνει ένα παράλυτο σώμα,
αλλά έχει ακόμη τη δύναμη να ανασταίνει
                                                    και νεκρωμένη ψυχή.
    Πόσο ζωντανός είναι ο άνθρωπος,
            του οποίου το στομάχι τέλεια λειτουργεί,
                                   αλλά η καρδιά του είναι νεκρή.
    Είναι εμφανές, για όποιον έχει μάτια να δει,
                    ότι ο πνευματικός θάνατος είναι πολύ
τραγικότερος απ’ το σωματικό,
 όπως είναι βέβαιο ότι ο κορεσμός της πείνας
                                                         της πνευματικής
και της δίψας της πνευματικής του ανθρώπου,
                                         είναι σημαντικότερος πολύ
από τον κορεσμό της πείνας
                               και της δίψας του της σωματικής.
Σαν αποτέλεσμα της φθοράς της εικόνας της θείας
 μέσα της η Σαμαρείτιδα έχει χάσει κάθε συναίσθημα
                                                              προσωπικής αξίας.
 Ζητώντας της κάτι ο Χριστός
                                       και δίνοντάς της την ευκαιρία
 να ξαναβιώσει την αγάπη, την ανανεώνει,
 καὶ της δείχνει πως σαν εικόνα του Θεού
                                                  έχει ανεκτίμητη αξία.
    Η Σαμαρείτιδα δεν θα μπορούσε όμως να δεχθεί
αυτό το λυτρωτικό μήνυμα του Χριστού
για την ανεκτίμητη αξία της σαν εικόνα του Θεού, 
όσο πίστευε ότι Εκείνος αγνοούσε την κατάντια
                                                                την πραγματική.
    Ο Χριστός, την κατάντια τῆς Σαμαρείτιδος,
                                                                     αναγνωρίζει
 και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ενθαρρύνει.
Αυτός ήλθε να σώσει τον κόσμο ,
                                                     όχι να τον κατακρίνει.
 Αυτό είναι και σαν θέση και σαν προσέγγιση
 θεμελιακό στοιχείο του ποιμαντικού έργου
                                                                     της Εκκλησίας
που είναι επίκαιρο και για τη σημερινή μας κοινωνία.
    Αλλά η Σαμαρείτιδα έχει και ένα ακόμη λόγο
 να αισθάνεται καταρρακωμένο το ηθικό της,
                                                                γιατὶ είναι εθνική.
    Ο Χριστός χρησιμοποιεί τον όρο ύδωρ
αναφερόμενος στο Άγιο Πνεύμα
                                     για να περιγράψει μ’ αυτό
                                    τὴν ενέργειά Του την καθαρτική
                                                                    και ξεκουραστική.
    Αυτό το Πνεύμα δίνει ο Χριστός στη Σαμαρείτιδα
που είναι Πνεύμα σωτήριο,
                                          Πνεύμα ανεξάντλητης ζωής.
    Όποιος δεχθεί αυτό το ύδωρ γίνεται ο ίδιος
                                                     μια ανεξάντλητη πηγή.
«ποταμοὶ ρεύσουσιν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ αἰωνίου ζωῆς»
(Στιχηρό Ιδιόμελο Εσπερινού Τετάρτης Μεσοπεντηκοστής)
υπεσχέθη ο Χριστός στο Ναό μεσούσης της εορτής
 και στη Σαμαρείτιδα εκπληρώνεται η υπόσχεση αυτή.
   Με άλλα λόγια ο κάθε πιστός στο Χριστό,
                                                                που έχει γευτεί
 τη γλυκύτητα της παρουσίας Του στη δική του ζωή,
γίνεται μέτοχος της μαρτυρίας του Θεού
Πατέρα, που ξεκινά από την μαρτυρία
                                                          του Ιησού Χριστού
- «ἐγώ ἦλθον, ἵνα μαρτυρήσω τῇ ἀληθείᾳ» (Ιωάν. 18, 37)
- και συνεχίζεται και απλώνεται μέσα πια
    Και βεβαίως δεν σταμάτησε μόνον εκεί:
δια του αγίου βαπτίσματος
                                               κινήθηκε ιεραποστολικά.
Έτσι και στην περίπτωση της Σαμαρείτιδας
                                                          γίνεται, εν αγνοία
της στη φάση αυτή, το όργανο του Θεού,
για να καλέσει
                   μέσα από την προσωπική της εμπειρία
και τους άλλους Σαμαρείτες. Και επισφράγισε την όλη
                                                  εν Χριστώ δική της πορεία.
Οι Σαμαρείτες, λοιπόν, πίστεψαν
 σε πρώτη φάση από το λόγο της μετέπειτα αγίας
Φωτεινής. Προχώρησαν όμως και στη δεύτερη φάση
                                                                            της πίστεως,
                                          στην προσωπική της εμπειρία.
    Κι αν κανείς δεν φτάσει σ’ αυτό το δεύτερο βήμα:
 η πίστη εξ ακοής να γίνει αυτηκοΐα,
δεν ολοκληρώνει ποτέ
                       τη δυναμική της χριστιανικής πορείας,
θα παραμένει πάντοτε σ’ επίπεδο νηπιακό,
που σημαίνει ότι η διψυχία και η ολιγοπιστία,
με τα αποτελέσματα της ακαταστασίας
θα ταλαιπωρούν την όλη ζωή του,
 για να φτάσει κατά πάσα πιθανότητα
 σε πλήρη άρνηση αυτής
                  ή σε μια πίστη θρησκευτικού τύπου,
         που συνιστά μια επιφανειακή ιδεολογία
 και που βεβαίως δεν έχει τή δύναμη
ν’ αλλοιώσει θετικά τη ζωή του με επιτυχία.
    Κι αυτό φαίνεται να είναι και το δράμα
πολλών σύγχρονων Χριστιανών:
παραμένουν μόνον σ’ ό, τι άκουσαν
 και έμαθαν και αποδέχτηκαν
 από τους γονείς τους
                          ή κάποιους άλλους ανθρώπους
στα πρώτα τους χρόνια και δεν θέλησαν
 αυτήν την πρώτη πίστη πού παρέλαβαν
να την κάνουν και δική τους εμπειρία
 και δικό τους βίωμα για τη δική τους σωτηρία.
      Είναι κρίμα πάντως να 'ναι στο χέρι μας
 η δύναμη και η χαρά της προσωπικής πίστεως
                                                                   στον Χριστό,
κι εμείς να μένουμε στα «ξυλοκέρατα»
                                                   των πρώτων βημάτων
της πίστεως των αρχαρίων,

                                     μακριά από τον Τριαδικό Θεό.