Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Κυριακή του Τυφλού- Η φυσική όραση δεν μας εξασφαλίζει ουσιαστικό φωτισμό.



  «  οὐχ ἱκανῶ τοῦ ἐρωτᾶν, πότε νὺξ πότε ἡμέρα. Οὐκ εὐτονοῦσί μου οἱ πόδες τὰ τῶν λίθων προσκρούσματα, οὐ γὰρ εἶδον.ἐν εἰκόνι τὸν ἐμὲ πλαστουργήσαντα» ( Στιχηρὸ Ἐσπερινoῦ Κυριακῆς Τυφλοῦ).

            του π. Παναγιώτη Γκέζου


    Δεν επιτρέπει στον τυφλό
 η τύφλωσή του να γνωρίσει επαρκώς
                                        ούτε τον κόσμο τον υλικό,
ούτε την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο,
και ευρισκόμενος σ’ αυτή την κατάσταση
                                                      συναντά το Χριστό
                                  και του ζητάει το φωτισμό.
     Ανταποκρινόμενος ο Χριστός
                                          στο αίτημα του τυφλού
τον «ὠμμάτωσε» (τοῦ δώσε μάτια).
«θαύματα ποιῶν ὁ λυτρωτής,
ἰάσατο καὶ τυφλὸν ἐκ γενετῆς,
πηλὸν ἐπιχρίσας καὶ εἰπὼν
 πορεύθητι καὶ νίψαι ἐν τῶ Σιλωάμ,
 ὅπως γνώση μὲ Θεόν,
 ἐπὶ γῆς βαδίζοντα, σάρκα φορέσαντα,
 διὰ σπλάγχνα οἰκτιρμῶν» (Ωδὴ α’ Κανόνος Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ).

Και ο τυφλός φωτίζεται τόσο,
 ώστε όχι μόνο να μπορεί να δει
                                      τον κόσμο τον υλικό,
αλλά να μπορεί να αναγνωρίσει
                                            τον φωτοδότη του
                        σαν του φωτός τον δημιουργό.
       Όταν γίνεται λόγος στη λειτουργικὴ ζωὴ
                                της Εκκλησίας για τελώνες,
     για φαρισαίους, για ασώτους, για πόρνες,
 για παραλύτους, για νομικούς
                                                      ή για τυφλούς
συνήθως αισθανόμαστε ότι όλα αυτά αναφέρονται
                                                         σε κάποιους άλλους
 και ότι ευτυχώς εμείς δεν συμπεριλαμβανόμαστε
                                                                           σ’ αυτούς.
    Όμως η κατάσταση η δική μας,
είναι ανάλογη και ίσως χειρότερη
                                                     εκείνης του τυφλού.
 Ο τυφλός είναι σε πλεονεκτικότερη θέση από μας,
γιατί αν και δεν βλέπει αναγνωρίζει
                                               τη θεότητα του Χριστού.
Πραγματικά, η φυσική όραση δεν μας εξασφαλίζει
                                                       ουσιαστικό φωτισμό
και με τα σωματικά μάτια ανοικτά
 μπορούμε να βρισκόμαστε και βρισκόμαστε
                                                       σε σκοτάδι φρικτό,
 σχετικά με τον εαυτό μας,
 τον κόσμο και το συνάνθρωπο μας.
    Όταν αγγίζει τον άνθρωπο
                              η χάρη του αναστημένου Χριστού
και τον φωτίσει, έτσι ώστε τον εαυτό του να δει,
όπως πραγματικά είναι, ταπεινώνεται,
                                                         γίνεται επιεικής
με τους άλλους και δεν αισθάνεται την ανάγκη
να ταπεινώσει εκείνους και αυτός να ανυψωθεί.
    Τέλος ξέρουμε ότι έχει βεβαιωθεί:
       «ὅταν πάντας ἀνθρώπους καλοὺς θεωρῆ,
 καὶ οὐ φαίνηταί τις αὐτῶ ἀκάθαρτος καὶ βέβηλος»
                                 όπως  ο Ισαὰκ ο Σύρος ομολογεί.
    Όταν ο άνθρωπος, απ’ τον αναστημένο Χριστό,
                                                                             ζητήσει
 να θεραπεύσει την τύφλωση του
                                                         και να τον φωτίσει,
 τότε βλέπει, του υλικού κόσμου,
                                                    την πραγματική φύση.
     Βλέπει τα υλικά αγαθά όχι σαν κάτι που μπορεί
                                                                        νὰ αρπάξει,
αλλά σαν κάτι που μπορεί να προσφέρει
                                                                η να το πράξει.
Βλέπει έναν όμορφο άνθρωπο όχι σαν αντικείμενο
με τον οποίο μπορεί, μιὰ δική του επιθυμία,
                                                              να ικανοποιήσει,
αλλά τον κοιτάει όλο και με πιο πολύ έκσταση
                                                                     και αναζητεί
τὸ ασύγκριτα ωραιότερο πρόσωπο Εκείνου
                                           που τον έχει δημιουργήσει.
Να, λοιπόν, γιατὶ το λειτουργικό κλίμα της Κυριακής
του Τυφλού θέλει να παρουσιάσει
 τη δική μας τύφλωση πολύ πιο σοβαρή
από εκείνη του τυφλού της ευαγγελικής περικοπής.
    Να γιατὶ λέει ο υμνωδός
«τοὺς νοερούς μου ὀφθαλμούς, πεπηρωμένους Κύριε,
 ἐκ ζοφερᾶς ἁμαρτίας,
σὺ φωταγώγησον, ἐνθείς, οἰκτίρμον τὴν ταπείνωσιν,
                                                                   καὶ τοῖς μετανοίας
καθάρας με δάκρυσιν»,
 στο Εξαποστειλάριον της Θείας Λειτουργίας.
(Ἐξαποστειλάριον Τετάρτης προ τῆς Αναλήψεως.)
    Όμως ο τυφλός ζητάει από το Χριστό
να θεραπεύσει τη σωματική του τύφλωση και ο υμνωδός
 του ζητάει να του θεραπεύσει την τύφλωση του
                                                                        την πνευματική,
γιατὶ και οι δύο βρίσκονται
                                  σ’ ένα αρκετά προχωρημένο επίπεδο,
στο οποίο ίσως εμείς δεν έχουμε ακόμη φτάσει εκεί .
    Γι’ αυτό εμείς ίσως δεν μπορούμε να ζητήσουμε
 απ’ τον αναστημένο Χριστό
να θεραπεύσει την τύφλωση μας,
 αλλά να μάς βοηθήσει να διαπιστώσουμε
                                                                 ότι είμαστε τυφλοί.
    Μακάρι, αγαπημένοι αδελφοί,
 και τα δικά μας μάτια ν’ ανοίξουν,
 τον υπέροχο Ευεργέτη μας να δούμε
                                             και όσο ζούμε
                                    λατρευτικά να Τον προσκυνούμε.