Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΟ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ


Γαλάτας α΄,11-19 : Ο Παύλος, πρώτος θεολόγος της Εκκλησίας, προσέφερε,
στους πιστούς χάριν σωτηρίας

του π. Παναγιώτου Γκέζου



Εάν οποιοσδήποτε άνθρωπος
μελετήσει το Ευαγγέλιο και τη διδασκαλία του Σωτήρα Χριστού,
θα πεισθεί ότι το Ευαγγέλιο πράγματι είναι διδασκαλία από Θεού.
Ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος, όπως ο Κύριος Ιησούς,
και κανένας δεν έδωκε τόσο σαφή και καθαρή εικόνα του άπειρου Θεού.
Το θείον και ιερόν Ευαγγέλιον είναι ουράνιος διδασκαλία,
το πνευματικό «μάννα», το προσκλητήριο της αγάπης,
της ειρήνης, της χαράς και της εν Χριστώ Ιησού σωτηρίας.
Αν σήμερα υπάρχουν κάποιες αρχές στην κοινωνία,
αν οι άνθρωποι δείχνουν κάποιο σεβασμό προς τους άλλους,
αν υπάρχουν φραγμοί κατά του κακού,
αν υπάρχει επιθυμία της ειρήνης, της αγάπης, της ελευθερίας,
προσδοκία της αιωνιότητας, οφείλουν την έμπνευσή τους στο θείο Ευαγγέλιο,
γι’ αυτό και θεωρείται μεγάλη θεία ευεργεσία.
Ο Απόστολος Παύλος που γνώριζε τη δύναμη του Ευαγγελίου
αγωνιζόταν μέρα και νύχτα
για να καταστήσει όσο το δυνατό
περισσότερους ανθρώπους κοινωνούς αυτής της θείας ευεργεσίας.
Τονίζει με έμφαση ότι το έλαβε με αποκάλυψη Ιησού Χριστού.
«Γνωρίζω γαρ υμίν, αδελφοί, το Ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ’ εμού
ότι ουκ έστιν κατά άνθρωπον. Ουδέ γαρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό,
ούτε εδιδάχθην, αλλά δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού»(Γαλ. 1,11-12).
Για να πείσει τους δύσπιστους Γαλάτες,
παραθέτει και άλλα προσωπικά ιστορικά στοιχεία,
ότι μετά την κλήση του στην Δαμασκό  και την βάπτισή του
δεν επισκέφθηκε τα Ιεροσόλυμα, αντίθετα έφυγε για την Αραβία (Γαλ. 1,17),
όπου είχε την προσωπική πνευματική του προετοιμασία.
Αναφέρει, λοιπόν, ότι τα Ιεροσόλυμα επισκέφθηκε  τρία έτη μετά
την κλήση του Ιησού Χριστού, να γνωρίσει τον Ιάκωβο, Πέτρο και Ιωάννη,
στους οποίους ασφαλώς εξέθεσε ό, τι γνώριζε για τον Χριστό αποκαλυπτικά.
Στα Ιεροσόλυμα συνάντησε και άλλους στυλοβάτες της Εκκλησίας,
στους οποίους παρουσίασε την διδασκαλία,
το Ευαγγέλιο δηλαδή που κήρυττε στα Έθνη. Αφού τον άκουσαν «κατ’ ιδίαν»,
δεν είχανε τίποτα να προσθέσουν διαφορετικό.
Το Ευαγγέλιο που κήρυτταν εκείνοι
που γνώρισαν καλά και άκουγαν τρία έτη τον Χριστό
και που ήσαν παρόντες στην Πεντηκοστή,
το ίδιο κήρυττε και ο Παύλος.
Αυτό που αργότερα διδάχθηκε με αποκάλυψη προσωπική.
Μολονότι το κήρυγμα του Παύλου ήταν αυξημένο,
σε σύγκριση με το απλούστερο των πρώτων Μαθητών, δηλαδή
αποτελούσε αλήθεια γνήσια και ως τέτοια δεν μπορούσε
να είναι αντίθετη ή διάφορη εκείνης που εξαρχής είχε προσφερθεί.
Ο Παύλος, πρώτος θεολόγος της Εκκλησίας, προσέφερε,
στους πιστούς χάριν σωτηρίας
απόλυτα ομόλογο προς το αρχικό.
Γι’ αυτό και ό, τι στην πορευόμενη και ζώσα παράδοση της Εκκλησίας
θα προσφέρεται θεολογικά,
εάν είναι ομόλογο προς την προγενέστερη παράδοση και εάν συνιστά
εμβάθυνση στην ίδια αλήθεια, θα υιοθετείται από την Εκκλησία
και θα ενσωματώνεται στην δική της διδασκαλία.
Αυτονόητο είναι όμως ότι το νέο μπορεί να είναι ομόλογο προς το αρχικό
και να συνιστά συνέπειά του, μόνο εάν οφείλεται σε φωτισμό
του αγίου Πνεύματος, διότι μόνο Αυτό
 γνωρίζει την άκτιστη θεία αλήθεια και μόνο Αυτό την φανερώνει, στο βαθμό
πάντα που είναι αναγκαία για την σωτηρία του ανθρώπου
από το Κύριο ημών Ιησού Χριστό.