Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικη ιστορία αγάπης....



 δηγς νέβηκε σβέλτα στ θέση του κα βαλε μπρς τ μηχανή. Ο τελευταοι πιβάτες νέβηκαν βιαστικά, βάλθηκαν ν ψάχνουν τς θέσεις τους. Προπαραμον Χριστουγέννων,  κίνηση στ ζενίθ.
σκυψε ν σηκώσει τ βαλίτσα της, μ  ντρας της τν πρόλαβε. Τν τακτοποίησε στν χρο τν ποσκευν κα γύρισε κεφάτος κοντά της.
ντε λοιπόν, καλό σου ταξίδι, τς χαμογέλασε ποχαιρετώντας την. Σ λίγο πάλι ραντεβο δ.
Χαμογέλασε κι κείνη μ τ ζόρι, ντάλλαξαν να βιαστικό, ψυχρ φιλ κι νέβηκε στ θέση της. φευγε γι τν θήνα κτάκτως. Γι δυ μέρες μονάχα. Ν δώσει να χέρι βοήθειας στν κόρη τους, πο μπαινε γι μι μικρο-πέμβαση στ νοσοκομεο. Τίποτε νησυχητικό, θά ’βγαινε αθημερόν, μ κάποιος πρεπε ν κρατήσει τ μικρά, σπου ν ξανάρθει  μάνα τους.
Τ μεγάλο λεωφορεο ξεκίνησε. Πρν στρίψουν γι τν μεγάλο δρόμο, εδε ξαν μ τν κρη το ματιο της τν ντρα της. Τς κούνησε τ χέρι του. Κούνησε κι κείνη λαφρ μ νόρεχτα τ κεφάλι της. Μι μελαγχολικ διάθεση τν πλημμύριζε.
Μ τ πο χάθηκε τ λεωφορεο π’ τ μάτια του,  ντρας βγαλε τ κινητό. ψαξε τ λίστα μ τ νούμερα, κανε μι κλήση.
- Εμαι λεύθερος! επε εθυμα καθς νοιξε  γραμμή. Τί θά ’λεγες γι τ βραδάκι στς κτώ;
κέυ. Στ γνωστ σημεο πόψε στς κτώ, πάντησε λακωνικ μι γυναικεία φων κα κλεισε βιαστικ  γραμμή.
τριψε τ χέρια χαρούμενος. λα το ’ρχόντουσαν βολικά. Τ κτακτο ταξιδάκι τς γυναίκας του ταν λαχεο πρόσμενο. Σχεδν δυ μερολες λεύθερος μ τ τελευταο ασθηματάκι του δν ταν κα λίγο. Θ εχαν λη τν νεση κα τν χρόνο δικό τους. πίθανα!
ριξε μι ματι στ ρολόι του. ταν κόμα πέντε. Εχε τν εκαιρία ν πάει σπίτι ν φρεσκαριστε λιγάκι. Μ πογειωμένη τ διάθεση κα τν καρδιά του ν πεταρίζει σν εκοσάχρονος, χώθηκε στ μάξι κα πάτησε τ γκάζι σφυρίζοντας. Πόσο ξυπνα τ βόλευε λα!
 γκρίζος Δεκέμβρης φερε τς πρτες σταγόνες στ μεγάλο παρμπρίζ.  δηγς βαλε μπρς τος αλοκαθαριστρες. Ο σιγανς κουβέντες τν πιβατν βομβοσαν στ’ ατιά της, μ  γυναίκα βλεπε φηρημένη π τ τζάμι. Τ λεωφορεο ταν γεμάτο κα πνικτικό. Τ φς λιγόστευε γρήγορα κα τ τοπίο γινότανλο κα θολότερο.  δηγς ναψε τ μικρ φτα πορείας. νοιωσε ν πνίγεται περισσότερο. Τ σκοτάδι δν τν πολιορκοσε μόνο π’ ξω, εσορμοσε κα μέσα της.
π καιρ τώρα εχε ντιληφθε τς ποπτες κινήσεις το ντρα της κα τ φίδια τν ζωσαν π παντο. Προσπάθησε ν παραμείνει σο πι ψύχραιμη μποροσε. Δν το καμε νύξη ποτ γι τίποτε. Δν εχε παράπονο βέβαια πς δν τν πρόσεχε, μ κατάλαβε, σιγουρεύτηκε σχεδόν, πς τρεχε κα κάτι λλο παράλληλα. Πάλεψε ν μν καταρρεύσει π τ σόκ, μ χασε κάθε μπιστοσύνη στν ντρα της. λα μέσα της ναποδογύρισαν. νοιωσε προδομένη κα  πίκρα τ διαπότισε ς τ κατάβαθα.
Κα τώρα διαισθανόταν μ κρίβεια τί θ συνέβαινε στν πουσία της. Δ σκέφτηκε ποτ φυσικ ν τν στυνομεύσει κα οτε τ θελε, μάντευε μως καθαρ τς κινήσεις του. Καταλάβαινε πολ καλ τι το φηνε μ τ ταξίδι της λεύθερο τ πεδίο γι δράση. Τί λοιπν κι ν ρχονταν σ δυ μέρες Χριστούγεννα; Γιατί ν γυρίσει πίσω κα γι ποιόν;
Ο ζοφερς σκέψεις φεραν πόνο στ κεφάλι της κα σφίξιμο στν καρδιά. Τ μάτια της γέμισαν ξαφνικ δάκρυα. Φοβήθηκε πς θ γίνει ντιληπτ π’ τν συνεπιβάτη της κα στρεψε σο μποροσε τ πρόσωπό της πρς τ τζάμι. μήχανη νοιξε τν τσάντα της, ναζήτησε τ κινητό της. Προσποιήθηκε πς θτηλεφωνήσει γι ν κρύψει τν ταραχή της. Ψαχούλεψε μ τρεμάμενα δάχτυλα τ πλκτρα,  θόνη φωτίστηκε, μ ποιν ν πάρει κα μ τί διάθεση ν μιλήσει;
πρόσκλητη τότε κα ξαφνικ μς στ θολό της βλέμμα κα στ σκοτεινιασμένο της μυαλ ξεφύτρωσε  μορφ το γέροντα πνευματικο της, πο δ κα τρία χρόνια εχε ναπαυθενόσ ζοσε, τρεχε κοντά του πάντα σ κάθε της πρόβλημα. Μ τώρα;
Σν ν τν σπρωξε νεξήγητη παρόρμηση, σχημάτισε αθόρμητα πως παλι τ νούμερό του κι φερε τ τηλέφωνο στ’ ατί. νας λυγμς βαθς κα σιγανός, παρ φωνή, βγκε πνιχτ π’ τ λαρύγγι της.
- Βοήθησέ με, γαπημένε μου γέροντα! Χάνομαι! Δεξε μου τ δρόμο!  νύχτα μ καταπίνει!
- Γιατί κλας, καλή μου; Ποιν ζητς; ντήχησε μέσως μι ζεστ βελούδινη φων στ’ ατί της, μ πιότερο τν κουσε μς στν καρδιά της.
Πάγωσε λόκληρη. Ποις τς μιλοσε;  γέροντας πνευματικός της; Μ δν ζοσε πιά. Πς γίνεται ν παντ στν κλήση της; Μν παθε παράκρουση; Κοίταξε μ μάτια διεσταλμένα τ τηλέφωνο. Στ φωτειν θόνη του λαμπύριζε μ χρώματα θεσπέσια χι τ νούμερο πο κάλεσε, μ  γαλήνια μορφ το γέροντα,πως τν ξερε πάντοτε. Μ πς μποροσε ν συμβαίνει ατό; Τν κοίταζε μ τ γλυκό του βλέμμα κα τς χαμογελοσε. Στν παρήγορη θέα του νεμος δυνατός, να κύμα εφρόσυνο στροβίλισε βίαια τ βαρύ της ψυχοπλάκωμα, τ σκόρπισε στ στιγμ σν σύννεφο κακό. Μι γλυκει νακούφιση πλώθηκε ς ττελευταο κύτταρο το εναι της.  καλή της διάθεση ξεχείλισε. φέθηκε στ μαγεία το μυστηρίου πο τν γκάλιαζε κι ς μν καταλάβαινε τίποτε.
- Τί σο συμβαίνει, κόρη μου; ρώτησε σιγαν  γέροντας.
- Τ ξέρεις, δν χρειάζεται ν σο τ π, πατέρα μου, πάντησε κστατικά, σιγαν κι κείνη, μν τυχν κα γίνει ντιληπτή. Βλέπεις τ ξεστράτισμα το ντρα μου. Πηχτ σκοτάδι πλώθηκε στ ζωή μου. Μ τί κουράγιο πι ν ζ; Τ νειρά μου σβήσανε. Μέσα μου σωριάστηκαν ρείπια.
- Μ κα σ ξεστράτισες, κόρη μου! χι μόνο  ντρας σου.
γώ; Μ πς ξεστράτισα κα πότε; μίλησε διπλ σοκαρισμένη τώρα.
- Πάντα ξεστρατισμένη σουνα κι ξω π’ τ δρόμο το Θεοπάντησε μ ρεμη φων  γέροντας. Ζοσες κι σ γι τ δικό σου νειρο μονάχα. Πές μου, λήθεια, πότε γάπησες τν ντρα σου σύ; Πάντα! …θ μο πες, …λλ μ βιάζεσαι. γάπαγες ατ πο σο ’δινε, χι ατόν. ταν γι σένα τ κομμάτι πολειπε π’ τ σχέδιό σου. Τ ταιριαστ συμπλήρωμα σ’ να μοντέλο πο φιλοτέχνησες σύ. Ατ γάπαγες, τ βόλεψή σου π τν παρουσία του. Κα τώρα κλας γι τν ραία σου βιτρίνα πο ραγίζει. Μετρς τ κόστος τ δικό σου μόνο. Ατν δν τν γάπησες ληθιν ποτέ σου. Νά, πο σο γινε μέσως πεχθής,ταν ρνήθηκε ν συμπληρώνει τ πζλ τς φαντασίωσής σου.
 γυναίκα δν μίλαγε. Δν εχε δύναμη ν’ ρθρώσει λέξη. νοιωθε ν’ δειάζουν τ σωθικά της.  γέροντας συνέχισε.
- Μ βλέπεις τί περνς σύ, λλ τί θ’ πογίνει κενος τώρα. Καιρς ν δες τν ντρα σου. Ξέχνα τν αυτό σου. Κι ,τι ζητήσεις π τν Θεό, κοίταξε νά ’ναι γι ’κενον, χι γι εχαρίστηση δική σου. Σκοπός σου τώρα μ χαθε ατός, πλάσμα μοναδικό, μ νεκτίμητη ξία, φτιαγμένο μ προσμέτρητο μεράκι πτ χέρια το Θεο. Εναι  δικός σου νθρωπος, τ ξέχασες; Δν σο τν μπιστεύτηκε  Θεός; Δν θ ρωτήσει κάποτε τί κανες γι’ ατόν; ν δν πονς σ γι’ ατόν, ποις θ τν δε μ καλοσύνη; Πάλεψε τώρα σ λοιπν ν μ χαθε στν βυσσο. σε τ φυσικά σου ασθήματα στν κρη. Καιρς ν’ γαπήσεις τνντρα σου!
 για φωτειν μορφ πρε ν σβήνει π’ τν θόνη, μ στν καρδιά της λαμπε λοζώντανη. Γι πόση ρα μεινε κίνητη, δεμένη μ όρατα δεσμ μαγείας περκόσμιας; Φοβότανε ν κουνηθε, μ διώξει τ μακάρια ασθηση πο σν μάτιο παμφώτεινο τν περιτύλιγε. χτίδα λαρ στ θλίψη της τ λόγια τογέροντα, τς φανέρωσαν σα δν ποπτευόταν. Γι πρώτη φορ βλεπε νοιχτ τν ψυχή της καθαρά, σν νοιγμένο τριαντάφυλλο. ντυπωσιάστηκε βαθιά.
Τ χέρι της δειλ-δειλ γλίστρησε στν τσάντα της. ναζήτησε τ κομποσχοίνι της, δρο μικρ μ νεκτίμητο π’ τν πνευματικό της. Τ πέρασε χαϊδεύοντάς το παλ στ δάχτυλά της. Στν πρτο κόμπο στάθηκε… ργ-ργ μ σταθερ ψιθύρισε:
«Κύριε, ησο Χριστέ, λέησον τν δολον σου …».
Τ επε, τ ξαναεπε…, κόμπο-κόμπο…, ργ-ργά… Ν’ νοίξει δρόμο  προσευχή της πάσχιζε δειλά, σν τ μικρ ρυάκι μς π’ γριοχόρταρα κα πέτρες. Μ λίγο-λίγο τσαλώθηκε. Σν τ μωσαϊκ ραβδί, τν βράχο τς ψυχς της χτύπησε τν νυδρο μ δύναμη. Κα τ ρυάκι φούσκωσε, ποτάμι γινε κα χείμαρροςρμητικς ξεπήδησε π τν ρημο ντός της. Τ συνεπρε λάκερη.  σκέψη της ψώθηκε γοργή. Διέτρεξε βουν κα δρόμους πο δηφάγα  σκοτεινι κατάπινε ξοπίσω τους, στριφογύρισε τίθαση, ναζήτησε πίμονα τν ντρα της. Μ ετο πανίσχυρα φτερ  προσευχή της πέταξε ς κενον, τν γκάλιασε μυστικά. Μι γλυκει νοσταλγία πρωτόγνωρη κέντησε σν πόνος σιγανς τν καρδιά της. Πόθησε ν ταν τώρα κοντά του. Γι πρώτη φορ νοιωσε πς εχε τ δύναμη ν’ γαπήσει τν ντρα της.
Τ σκοτάδι τς νύχτας ξω πύκνωνε, μ  ψυχή της μέσα γέμιζε φς.
Τυλιγμένη σ γλυκει θαλπωρ συνέχιζε διάλειπτα: «…λέησον τν δολον σου…».
Στς κτ κριβς, κεφάτος, μ ντύσιμο κομψό, προσεγμένο γι τν περίσταση,  ντρας σήκωνε τ χέρι του ν χτυπήσει τ κουδούνι στν ξώπορτα το ραντεβο του. καμε ν τ γγίξει, μ δίστασε. διόρατη βεβαιότητα διαπέρασε προσδόκητα τν ψυχή του. Τί ταν ατό; Δν τό ’θελε τόσο πολ ν λθει ςδ; Γιατί διστάζει τώρα ατός,  τόσο νυπόμονος; Τ χέρι του μεινε γι λίγο μετέωρο κα κατέβηκε. Τί το συνέβαινε; Ξαφνικ δν νοιωθε σίγουρος γι’ ατ πο πήγαινε ν κάμει.
Στάθηκε συλλογισμένος μ μπορώντας ν καταλάβει τν αυτό του. Μι παρόρμηση μέσα του τν σπρωξε ν χτυπήσει κα πάλι, μ τ χέρι του μεινε ξαν στν έρα βέβαιο.  θλιμμένη μορφ τς γυναίκας του πέρασε ξαφνικ σν στραπ π τ βλέμμα του. λήθεια, γιατί ν τς τ κάνει ατό; να δυσάρεστο ασθημα τν κυρίευσε. νοιωσε σχημα γι πρώτη φορά. Κάποιες νοχς σήκωσαν κεφάλι μέσα του. Μ γιατί ν το συμβαίνουν τώρα ατά; Χωρς ν μπορε ν τ ξηγήσει, κατάλαβε πς δν ταν σ θέση ν προχωρήσει στ σχέδιό του. Κάτι μυστηριδες, νεξήγητο μέσα του τν πωθοσε π’ τν σκοπό του.
Γύρισε ργ-ργά, ρχισε ν πομακρύνεται σκυφτός. Τ κινητό του χτύπησε. Τν ψαχνε  λεγάμενη το ραντεβο του. Δν πάντησε. Χωρς ν τ θέλει, χωρς ν προσπαθελο κα πι πίμονα, λο κα πι ζωντανά, ζωγραφιζόταν μέσα του  μορφ τς γυναίκας του. Πόθησε ν ταν τώρα κοντά της. Καιρ εχε ντ νοιώσει ατό. Τν εχε γγίξει κάτι θεϊκό.  χάρη τς προσευχς της όρατη τος φερνε σ’ ντάμωμα μυστικό.
ργ τ βράδυ τς παραμονς, σ ρα πι πολ προχωρημένη, φίχθηκε τ τελευταο λεωφορεο τς γραμμς. Σκυφτά, προσεκτικ  γυναίκα κατέβηκε τ σκαλοπάτια, μ πρν τ πόδι της γγίξει τ δαφος, να χέρι πιανε παλ τ δικό της. Σήκωσε χαρούμενη τ πρόσωπό της κι ταν σ νά ’βλεπε τν ντρα της γι πρώτη φορά. Μ λαμπερ χαμόγελο γκαλιάστηκαν σφιχτά, φιλήθηκαν, σ νά ’τανε τ πρτο ραντεβο τους.
Στν παγωμένο χειμωνιάτικο γέρα κάτω π τος θόλους το σταθμο ντηχοσαν χαρμονικ τ γιορτιν τραγούδια κα τ χριστουγεννιάτικα κάλαντα. π τ στολισμένα δέντρα λάμψεις σκορπίζονταν χιλιάδες. Μ τ γιορτ τν εχαν μέσα τους ατοί, φούσκωνε τν καρδιά τους  χαρ τς Γέννησης. Καξεχυνόταν π’ τ ζεστά τους πρόσωπα τριγύρω κι π τ μάτια τους τ φωτεινά.
Πολλδν επαν. Μ γρ ματιά, …«Καλ Χριστούγεννα, καλή μου!», επε μονάχα κενος, …«Καλ θ εναι σίγουρα, γλυκέ μου!», ψιθύρισε κείνη… κι γκαλιασμένοι πως ταν προχώρησαν.
Κι σοι τος βλεπαν τν ρα ατ ν περπατον… μέσα στ θεο φς τς γιας νύχτας, γι χρόνια εχαν ν μιλον… γι μι στορία θόρυβης, μ στόσο… ληθινς κα παντοδύναμης γάπης…