Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Κήρυγμα στον Απόστολο της Κυριακής μετά τα Φώτα


Β’ Κορ. δ’ 6 – 15 (μετά τα Φώτα) :Έχει λεχθεί, και είναι φυσικά αλήθεια μεγάλη,
ότι όσο περισσότερο κανείς αγωνίζεται για την αγάπη και την δόξα του Χριστού,
τόσο και περισσότερο θα δέχεται τα πεπειραμένα βέλη του πονηρού.

του π. Παναγιώτη  Γκέζου


Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου σήμερα όσο ποτέ άλλοτε,
είναι πολύ δυνατός, είναι παντοδύναμος, είναι υπερφυσικός,
είναι λόγος σωτηριώδης, λόγος δημιουργικός!
Άλλο πράγμα είναι να ζεις συνειδητά μέσα στη ζοφερή κόλαση της αμαρτίας
και ως αποτέλεσμα να έχεις πόνο και ταραχή και θλίψεις και απογοητεύσεις,
και να δαπανάς την ψυχική και τη σωματική σου υγεία
στο κακό, και εντελώς άλλο πράγμα
να αισθάνεσαι μια θλίψη ή μια κούραση ή μια αδυναμία
μέσα στο πλαίσιο του όμορφου και συνειδητού πάντοτε αγώνα
της πνευματικής και αυθεντικής ζωής,
όπως αυτή τη ζωή τη διακηρύττει και τη διασφαλίζει η δική μας. Εκκλησία.
Συνεχίζοντας στο θέμα των θλίψεων βλέπουμε ότι τα «τέκνα του φωτός»,
θλίβονται για δύο βασικούς λόγους.
Ο ένας είναι εσωτερικός
και έχει να κάνει με αυτούς τους ίδιους. Ο άλλος είναι εξωτερικός
και έχει να κάνει με τους άλλους.
Ο πιστός μέσα από τον αγώνα, αποκτά
ένα είδος σωστής και διακριτικής ευαισθησίας
με αποτέλεσμα οι κεραίες της συνείδησής του,
να συλλαμβάνουν τα λάθη του και την κακία,
όταν οι άλλοι δεν μπορούν να διακρίνουν απολύτως τίποτε
και όλα τα βλέπουν σωστά και με αισιοδοξία.
Δεν κάνουμε βέβαια λόγο για όσους έχουν υπερευαίσθητη συνείδηση,
με αποτέλεσμα αυτός, ο οποίος βρίσκεται εγκλωβισμένος
στην δική του υπερευαισθησία,
να βασανίζεται ο ίδιος, αλλά να βασανίζει και τους άλλους.
Κάνουμε λόγο για πρόσωπα που αποφεύγουν τα άκρα, τόσο της αναισθησίας,
όσο και της υπερευαισθησίας – μελαγχολίας,
και βλέπουν την ζωή τους στην αντικειμενική διάσταση
με του Θεού την ευλογία.
Οι θλίψεις, λοιπόν, οι εσωτερικές
έχουν να κάνουν με τις αδυναμίες και φυσικά ουδέποτε
τα λάθη οδηγούν στο μαρασμό και στη φρικτή απελπισία.
Οι θλίψεις και οι ταλαιπωρίες οι εξωτερικές
τις οποίες βιώνουν στην κάθε εποχή οι πιστοί,
έχουν να κάνουν με την κακία, το μίσος και τους διωγμούς
που δέχονται, από τους άθεους και απίστους, οι αυθεντικοί πιστοί.
Πώς ο πιστός θα μπορέσει να ξεπεράσει και να ανταπεξέλθει
σ’ αυτές τις δυσκολίες του; Ο Χριστός είναι που ζωοποιεί
και που εμπνέει τους πιστούς. Αυτός είναι, που μας αναγεννά
και μας χαρίζει τη δύναμη ώστε να νικούμε τόσο τις εσωτερικές
όσο και τις εξωτερικές θλίψεις της δικής μας ζωής.
Οι άγιοι της Εκκλησίας μας, πέρασαν τη ζωή τους μέσα σε πόνους και θλίψεις,
αλλά είχαν βαθιά ριζωμένη στη ψυχή τους χαρά,
που δίνει στον άνθρωπο η βαθειά πίστη.
Γι' αυτό ζούμε και υπάρχουμε, γι' Αυτόν αγωνιζόμαστε
και Αυτός είναι ο σκοπός της ύπαρξης και η ατέλειωτη χαρά.
Διότι είναι αλήθεια, ότι ο κόσμος γύρω μας Τον αναζητά. 
Κι’ αυτό είναι κάτι το οποίο δε θα πρέπει να το λησμονούμε ποτέ
και να μας απασχολεί σοβαρά.
Έχει λεχθεί, και είναι φυσικά αλήθεια μεγάλη,
ότι όσο περισσότερο κανείς αγωνίζεται για την αγάπη και την δόξα του Χριστού,
τόσο και περισσότερο θα δέχεται τα πεπειραμένα βέλη του πονηρού.
Φθάνουμε σε απορία,
χωρίς όμως και να απελπιζόμαστε
ή να αποστερηθούμε ποτέ μέσον και πόρο σωτηρίας.
διότι σε κάθε εποχή, κυρίως όμως στη δική μας εποχή
της αποστασίας, ακούγονται,
ακόμα και από στόματα που άλλα θα ανέμενε να ακούσει κανείς,
ακούγονται το ολιγότερο παράδοξα κηρύγματα,
περί δήθεν ενός «ήρεμου» και «αθόρυβου» Χριστιανισμού!
Έφθασε μάλιστα κάποιος να εκφράσει την άποψη ότι,
το πνεύμα της συγκεκριμένης αποστολικής περικοπής,
δεν μπορεί να ισχύει σήμερα.
Και τούτο διότι οι καιροί είναι διαφορετικοί
και σήμερα δεν διώκονται οι εργάτες του Ευαγγελίου,
αφού επισήμως η πολιτεία δέχεται ή έστω ανέχεται την Εκκλησία,
μέσα στα πλαίσια της δημοκρατίας
και γενικώς της διαφορετικότητας και του οικουμενισμού!
Ας αποφασίσουν κάποιοι κληρικοί (λέει ο π. Ιωήλ Κωστάνταρου)
και μάλιστα μοναστικές αδελφότητες
να ελέγξουν τους φορείς της παναιρέσεως του οικουμενισμού,
και τότε θα διαπιστώσουν για τα καλά το μίσος του διαβόλου
και των οργάνων του από την κορυφή έως και την βάση του Πολιτικού,
Πολιτιακού και οποιουδήποτε άλλου φορέως και συστήματος,
που απεργάζεται τον αφανισμό της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.
            Το ότι λοιπόν όλα φαίνονται ότι «βαίνουν καλώς»,
τούτο δεν σημαίνει ότι το κράτος έγινε χριστιανικό (αν είναι ποτέ δυνατόν),
τούτο δηλώνει, δυστυχώς, ότι χάσαμε τον ζήλο τον αποστολικό.
Αλλ’ αδελφοί μου χριστιανοί,
«στώμεν καλώς», ο καιρός του «βολέματος»
και του «εφησυχασμού» πρέπει να περάσει ανεπιστρεπτί,
διότι «οι καιροί ου μενετοί».
Είθε να αισθανθούμε ότι δεν είναι δυνατόν
να έχουμε στη συνείδηση μας τον παπικό ή προτεσταντικό,
γλυκανάλατο τρόπο «χριστιανικής ζωής».
Είναι ανάγκη και μάλιστα απόλυτη,
ως απόγονοι των αγίων Αποστόλων και πάντων των αγίων,
να γνωρίσουμε και να ζήσουμε την αυθεντική,
ασυμβίβαστη, αγωνιστική
Ορθοδοξία μας την ομολογιακή.
Αυτό τελικά είναι και το μεγάλο μήνυμα του Αποστόλου

που πρέπει να συλλάβουμε και να εφαρμόσουμε. Αμήν.