Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Κἠρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής των Μυροφόρων.


Πράξ. Στ’1-7:Αποδοχή λοιπόν του λόγου του Θεού σημαίνει αποδοχή του ίδιου του Χριστού.

του π. Παναγιώτη Γκέζου


Όλοι μας ζούμε στη σύγχρονη κοινωνία.
Και όλοι μας κάθε στιγμή
                           διαπιστώνομε το χάος,
την ταραχή, τις διαφορές
              και τις αντιθέσεις, την δυστυχία.
Ο καθένας κοιτάζει το συμφέρον του.
Ο καθένας φροντίζει
                                 δια τον εαυτόν του.
Και παλαιότερα,
                     αλλά και στις ημέρες μας,
       πολλοί ενεφανίσθησαν ως σωτήρες.
Με κτυπητούς τίτλους,
                        με φανταχτερά σχέδια,
με φανταστικούς υπολογισμούς
                                   ήλθαν ως φωστήρες,
ήλθαν τα διάφορα κοινωνικά  
                                                  συστήματα
και μας είπαν ότι αυτά
                      θα λύσουν τα προβλήματα.
Σωστό πανδαιμόνιο από φωνές,
                                       από διακηρύξεις,
           από υποσχέσεις, από επιδιώξεις.
          Στην ουσία όμως αποκαρδίωσης.
Εξακολουθεί η δυστυχία.
                    Συνεχίζεται η καταπίεσης.
Διαιωνίζεται η αδικία.
Και το θολό μας μάτι γυρίζει
                             προς τον ουρανό,
και, ρίχνοντας ανήσυχο βλέμμα,
                                      περιμένει να ιδεί.
Να ιδεί κάποιο σημάδι
                                    που να προμηνύει
  καλύτερες ημέρες, φωτεινότερη ζωή.
Περιμένει να βρει το κλειδί.
Πουθενά αλλού,
  εκτός από την χριστιανική πίστη,
          από την θρησκεία του Χριστού
                                            ματαιοπονεί.
Μόνον ο Χριστός μπορεί
να δώσει στον κόσμο ανθρώπους,
στους οποίους η εντιμότητα,
                     η αγάπη, η αλληλεγγύη,
η δικαιοσύνη δεν είναι λόγια άδεια,
αλλά κάτι το χειροπιαστό,
επάνω εις το οποίον ημπορείς
                                       να στηριχθείς
                             με ασφάλεια. Αυτοί,  
όταν αναλάβουν κάτι,
θα το φέρουν εις πέρας,
                       έστω και αν χρειασθεί
να κουραστούν
                      και να θυσιασθούν.
Μόνον αν θελήσομε να κυβερνηθούμε
από τον Χριστό,
                τον μέγα τεχνίτη του κόσμου,
μόνον τότε θα χτυπήσουν
όμοια όλων των ανθρώπων
                                               οι καρδιές,
      μόνον τότε θα ενωθούν αρμονικά
όλων οι ψυχές!
Ο λόγος του Θεού
είτε ως προσφορά
                     της Θείας Κοινωνίας,
                                 είτε ως εξαγγελία
στον λαό του Θεού
συνιστά προσφορά
                          του ίδιου του Χριστού.
Ο Χριστός
είναι το έλλειμμα στην ζωή
των ανθρώπων.                       Αυτός,
όπου μαρτυρείται
                     καί γίνεται αποδεκτός,
                       δίνει την αληθινή ζωή
που τρέφει την ανθρώπινη ύπαρξη.
Χωρίς Χριστό ή ματαιότητα
                                              αποτελεί
το γνώρισμα των ανθρώπων,
                                               είτε αυτοί
αποτελούν τους κερδισμένους
                                                 της ζωής
με την δόξα τους
                            και τα χρήματά τους
και τις απολαύσεις τους,
είτε τους χαμένους
                      με την καταφρόνια τους,
την φτώχεια τους, τις στερήσεις τους.
Αποδοχή λοιπόν του λόγου του Θεού
σημαίνει αποδοχή
                            του ίδιου του Χριστού,
ο Οποίος καθοδηγεί έτσι τα βήματα
                                      των ανθρώπων
μέσα στο μυστικό σώμα Του,
                                         την Εκκλησία,
για να υπάρξει η πλήρης
                                συσσωμάτωσή τους
με Αυτόν και η δυνατότητα
                              συνεπώς υπέρβασης
            του θανάτου και της αμαρτίας.
Οι απόστολοι λοιπόν
                    διακονούσαν αυτό το έργο
της ενώσεως με τον Σωτήρα Χριστό
και από την άποψη αυτή έκαναν ό,
                                    τι πιο σημαντικό
υπήρχε επί γης. Ο απόστολος Παύλος
                                           λίγο αργότερα
θα φτάσει σε παρόμοιο
                                         προβληματισμό
να πει ότι το να βαπτίζει
                                      τους ανθρώπους,
πλην ελαχίστων,
               δεν είναι το έργο το μοναδικό
για το οποίο κλήθηκε
                            από τον Ιησού Χριστό.
Το κήρυγμα του σταυρωμένου
και αναστημένου Χριστού
είναι η διακονία του και αυτό συνιστά
την οφειλή του στα έθνη, παντού.
Το κήρυγμα λοιπόν των ἀποστόλων
ως, του Χριστού, μαρτυρία
είχε την προτεραιότητα
                                     γι αυτούς ακόμη
και έναντι των προβλημάτων
                                         της κοινωνίας,
γιατί χωρίς να υποβαθμίζονται αυτά
οξύτερα ήταν (καί είναι)
τα προβλήματα του ανθρώπου
                                       τα πνευματικά.
Με τον λόγο αυτόν των αποστόλων
ο άνθρωπος καλείται σε μετάνοια,
συνεπώς σε εύρεση του Θεού,
                                                    δι Αυτού
δε σε εύρεση του ίδιου του εαυτού του
και του γύρω του περιβάλλοντος,
                                             του φυσικού.
Κατά συνέπεια φωτιζόταν αυτός
και απεγκλωβίζεται από,
             της ζωής του, την ανισορροπία,
από ότι δηλαδή
                         τον είχε ρίξει ὁ πονηρός
και ο πεσμένος κόσμος στην αμαρτία,
πάντοτε μέσω των ανθρωπίνων
                                                       παθών,
                     που ασκεί με την γοητεία.
Με λυμένο έτσι το βασικό πρόβλημα
                                        του ανθρώπου,
που δεν είναι άλλο
                     από τον ίδιο τον εαυτό  του.
Ίσως τελικά
να μην υπάρχουν
            άλλα προβλήματα ουσιαστικά
πέρα από τον ίδιο τον εαυτό μας
και την ζωντανή ή μη πίστη μας,
σε ότι  οι απόστολοι
                               ιεράρχησαν σωστά.