Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Β' Λουκά.




Β' Κορ. θ' 6-11:«Όταν (η φιλανθρωπία) ξεχύνεται απλόχερα,
εξαφανίζει σαν φωτιά
τα αμαρτήματα και μας κάνει δικαίους.
Ας μην είμαστε λοιπόν τσιγκούνηδες,
αλλά ας σπέρνουμε με απλοχεριά».

                         του π. Παναγιώτη Γκέζου

Η φτώχεια δεν είναι έγκλημα ούτε ατιμία.
Σήμερα είναι αυτός φτωχός,
αύριο μπορεί να είμαστε εμείς.
 Η ζωή είναι τροχός. Γυρίζει διαρκώς.
Ποιος ξέρει τι μας περιμένει αργότερα!
Δίνεις; Δώσε το με τρόπο που να μην κάμεις
τον βοηθούμενο να αισθανθεί την αγάπη σου.
Δεν είναι ανάγκη να το μάθει όλο το χωριό.
Ας μην το ξέρουν οι άλλοι.
Φθάνει ότι το γνωρίζει ο Θεός. Φθάνει αυτό.
Αυτή η ιλαρότητα και η καλοσύνη έχουν αξία.
Και αυτές αγαπά και βραβεύει ο Θεός..
Εκείνο που έχει σημασία είναι η διάθεση.
Τί να την κάμει ο Θεός την οικονομική βοήθεια
που ο σύλλογός σας έστειλε στο ορφανοτροφείο,
στον παιδικό σταθμό,
όταν ο τρόπος που μαζεύτηκαν τα χρήματα
ήταν προσβλητικός και, ίσως, αμαρτωλός.
Μα η αγάπη, αδελφέ,
                         είναι άρωμα ψυχής καθαρό, ευωδιαστό.
Δεν είναι προϊόν αμαρτίας
                                 και μέθης και κραιπάλης,  καρπός!…
«Ίνα περισσεύητε εις παν έργον αγαθόν».
Η πείρα βεβαιώνει ότι οικογένειες
                                     με σχετικώς ολίγα έσοδα,
επειδή προγραμματίζουν τις δαπάνες
                               και δεν κάνουν άσκοπα έξοδα,
 ζουν καλά και κατορθώνουν να ασκούν 
                                              και την φιλανθρωπία.
 Ευλογεί, βλέπετε, και ο Θεός
                                          στις περιπτώσεις αυτές.
Δίδει, στα μέλη της οικογενείας,
                                            υγεία και προστασία.
Και χαρά. Και αγαλλίαση Και ευτυχία..
Επειδή η ελεημοσύνη είναι μία
                                      από τις κορυφαίες εντολές
της πνευματικής παράδοσης του χριστιανισμού,
ο Παύλος ζητά από όσους χριστιανούς
καλούνται να ευσπλαχνιστούν τους άλλους
να μην προχωρούν
στην ελεημοσύνη «μη εκ λύπης ή εξ ανάγκης,
αλ’ έκαστος καθώς προαιρείται τη καρδία» (Β’ Κορ. 9, 7).
 Ο καθένας ας δώσει ό, τι του λέει η καρδιά του,
χωρίς να στενοχωριέται ή να εξαναγκάζεται,
                                    γιατί ο Θεός αγαπά αυτόν
που δίνει με ευχαρίστηση.
                     «Ιλαρόν γαρ δότιν αγαπά ο Θεός».
Ο Παύλος όμως αφήνει να διαφανεί
και μία κατάσταση,
η οποία στην εποχή μας πιθανότατα αγγίζει
πιο πολλούς από ό, τι στη δική του εποχή.
Είναι τα κίνητρα όσων ζητούνε.
                                   Δεν είναι πάντοτε υγιή.
Άλλοι, οπότε περιμένουν τα πάντα έτοιμα,
 ζητούνε γιατί έχουν μάθει
να είναι πνευματικά ή και σωματικά
                                        ράθυμοι και οκνηροί.
 Είναι οι ιδιοτελείς εκείνοι οι οποίοι
δεν γνωρίζουν να αγαπούνε,
                               αλλά μόνο να απαιτούνε.
Καλούν τους άλλους να αποδείξουν
την αγάπη τους μέσω των όσων ζητούνε,
οι ίδιοι όμως, να δώσουν στους άλλους
                                      αγάπη, δεν μπορούνε.
Αν στα ανθρώπινα ισχύουν αυτά τα μέτρα,
ας κάνουμε μία απόπειρα να σκεφτούμε
πώς και τι ζητούμε οι άνθρωποι από το Θεό.
Το θέλημά μας συχνά είναι απαιτητικό.
« Γνώρισόν μοι Κύριε, οδόν εν η πορεύσομαι»,
 μας αναφέρει ο Ψαλμωδός ως προσευχή  
που δίνει νόημα στη δική μας ζωή.
Ζητά και αυτός από το Θεό.
Όχι όμως να κάνει ο Θεός το θέλημά του,
                                          αλλά να τον βοηθήσει
να καταλάβει ποιο είναι το θέλημα
 και ο δρόμος τον οποίο ο Θεός θέλει
                    από τον άνθρωπο να ακολουθήσει.
Και πάντως, σε ό, τι αφορά
την δική μας δυνατότητα για προσφορά,
ας παλέψουμε να είναι σύμφωνη
με το θέλημα του Θεού, να έχει αγάπη
                                         και ιλαρότητα καρδιάς.
Βλέποντας στο πρόσωπό τους τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, 
να μοιραστούμε μαζί τους  ό, τι, μας εμπιστεύθηκε, ο Θεός.
 Και αυτό ας το κάνουμε με χαρά.
Ο ιερός Χρυσόστομος σχολιάζει χαρακτηριστικά:
«Όταν (η φιλανθρωπία) ξεχύνεται απλόχερα,
                                                  εξαφανίζει σαν φωτιά
τα αμαρτήματα και μας κάνει δικαίους.
Ας μην είμαστε λοιπόν τσιγκούνηδες,
                           αλλά ας σπέρνουμε με απλοχεριά».