Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2015

Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Ι΄ Λουκά.


Εβρ. ιγ' 17-21 «Προσεύχεσθε περὶ ἡμῶν· πεποίθαμεν γὰρ ὅτι καλὴν συνείδησιν ἔχομεν, ἐν πᾶσι καλῶς θέλοντες ἀναστρέφεσθαι»

του π. Παναγιώτη  Γκέζου


Είναι ένα απόσπασμα από την προς Εβραίους επιστολή,
όπου ο απόστολος Παύλος δίνει οδηγίες στους πιστούς
για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται
                                    προς τους δικούς τους πνευματικούς.
 Να πείθεσθε, λέει, στους πνευματικούς σας
                                               και να υποτάσσεσθε σ’ αυτούς.
Να τους υπακούτε, για να ενθαρρύνονται
με την υπακοή σας, ώστε να επιτελούν το έργο τους αυτό
                                                 με χαρά και όχι με στεναγμούς.
Ο απόστολος Παύλος στη συνέχεια λέει ότι ο Θεός,
                                             που είναι, της ειρήνης, ο χορηγός,
ανέστησε εκ νεκρών τον Κύριο Ιησού,
           τον μεγάλο ποιμένα, των προβάτων, πνευματικώς.
Τον ανέστησε για να εισέλθει στον ουρανό.
Κατόπιν ο θείος Απόστολος εύχεται στον Θεό Πατέρα
           να τελειοποιήσει τους πιστούς σε κάθε έργο αγαθό.
Αυτήν την τελειότητα την πνευματική
                  την έζησε ο Άγιος Νικόλαος σε μέγιστο βαθμό.
Διότι όλη του η ζωή ήταν άγια και αγγελική,
              ήταν μία προσευχή και λατρεία στον Θεό,
                                                                     προσευχόταν πολύ.
Και μας καλεί από τα ύψη του ουρανού
                                     να πορευθούμε κι εμείς προς τα εκεί,
να ποθούμε κι εμείς την άσκηση και την αρετή,
                                              την αγιότητα και την προσευχή.
Στά άγιά του χέρια ο Πανάγαθος
                                                     εμπιστεύτηκε δύναμη θεϊκή
κι εκείνος τη χρησιμοποιούσε με αγαθότητα,
                         με πραότητα, μα και με ορμή συνταρακτική,
όταν αντίκριζε τους αγώνες εναντίον του Σατανά
             και των οργάνων του. Έτσι πέρασε όλη του η ζωή.
Φρόντιζε ιδιαίτερα για τα νιάτα.
                                                   Ήταν ένας φωτεινός οδηγός,
 που με τα λόγια του και το παράδειγμα του
τους φώτιζε, τους καθοδηγούσε,
                                          τους ενέπνεε αυτός ο χριστιανός.
Ο Μέγας Κωνσταντίνος για να σταματήσει η σύγχυση
μέσα στη χριστιανοσύνη, έδωσε εντολή,
           να μαζευτούν όλοι οι Μητροπολίτες και οι κληρικοί
 στην πόλη Νίκαια της Βιθυνίας το 325μ.Χ.,
                    και να βρουν τη λύση,  η αλήθεια να βεβαιωθεί.
Την νύκτα παρουσιάστηκε
                                            μέσα σε άσπρο σύννεφο ο Χριστός
και η Παναγία και τον ρώτησαν γιατί τον έβαλαν φυλακή.
-Για τη δικιά σας αγάπη και πίστη, απάντησε ο Νικόλαος.
Τότε ο Χριστός τον ελευθέρωσε από τα δεσμά
                           και του έδωσε ένα Ευαγγέλιο να λειτουργεί
     και η Παναγία μας το ωμοφόριο του Αρχιερέα να φορά.
Την άλλη μέρα
                     όταν του πήγαν στη φυλακή φαγητό και νερό,
τον είδαν να διαβάζει το Ευαγγέλιο,
                                                           που του έδωσε ο Χριστός.
Όλοι δόξασαν τον Θεό.
                Η Σύνοδος, καταδίκασε τον Άρειο σαν αιρετικό.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος κατέχει εξέχουσα θέση,
                                                             στων Αγίων, τή χορεία.
 Γεννήθηκε , γύρω στα 250, στην Πάταρα της Λυκίας
από ευσεβείς και πλούσιους γονείς,
         οι οποίοι τον ανέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καί νουθεσία».
Πολύ νωρίς ο Κύριος κάλεσε κοντά Του
τους δύο γονείς του και έμεινε κάτοχος
                                                                 μεγάλης περιουσίας. 
Έχοντας οδηγό τον λόγο του Κυρίου
 «πωλήσατε τά ὑπάρχοντα ὑμῶν καί δότε ἐλεημοσύνην»,
                  έδινε όπου έβλεπε πείνα, φτώχια και ορφάνια. 
Είναι γνωστή και αξιοθαύμαστη η ενέργειά του εκείνη
να βοηθήσει νύχτα και κρυφά, με αξιόλογο ποσόν,
τις τρεις φτωχές αδελφές να πανδρευτούν
          και, λόγω της φτώχιας τους, να μη αποπλανηθούν.
Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο στα Μύρα,
συνέχισε το πολύπλευρο έργο του το ποιμαντικό,
                                                      διδακτικό και φιλανθρωπικό.
Για τη δυνατή πίστη του και την αγία του βιωτή  
                     ο Θεός τον ανέδειξε ποταμό ιαμάτων και πηγή
θαυμάτων.  Θαυματουργούσε όταν ζούσε, αλλά
και μετά την οσία κοίμησή του στη θάλασσα και στην ξηρά.
 Πολλά από τα αναρίθμητα θαύματά του έχουν καταγραφεί
αλλά συνεχώς και μέχρι σήμερα δεν παύει να θαυματουργεί.
Την 6η Δεκεμβρίου 330 ο Κύριος τον κάλεσε κοντά Του,
         για να τον αναπαύσει από τους κόπους της ζωής αυτής
                                                             στην ουράνια Του βασιλεία.
Με τα ωραιότερα εγκώμια τον τιμά η Εκκλησία. 
Ο Ρωμανός ο μελωδός στον 24ον οίκον του ύμνου
 προς τον Άγιο Νικόλα λέγει :
 «Οὐδείς ἐν πειρασμοῖς σέ ποτέ προσεκάλεσε
                                       καί τήν λύσιν εὐθύς οὐκ ἐδέξατο, Ἅγιε.
 Τούς μέν ἐν θαλάσσῃ, τούς δέ ἐν τῇ γῇ
γάρ οὐ διαλείπεις σώζων ἑκάστοτε, ὡς ἔχων τό δύνασθαι ...».
Το ιερό λείψανό του τάφηκε στην αυλή της Επισκοπής Λυκίας.
Ύστερα από πολλά χρόνια,
                                 στην πρώτη, των Φράγκων, Σταυροφορία
 κι όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Αλέξιος ο Α΄,
                                             το μετέφερε στο Μπάρι της Ιταλίας.
Θεωρείται και σαν ένας από τους μεγάλους προστάτες
του Ελληνικού Έθνους, γιατί ο μεγάλος αυτός ιεράρχης,
με τα άπειρα θαύματά του, αναδείχθηκε ο άγιος προστάτης
των θαλασσινών και των ναυτιλλομένων, ο καλύτερος ναύτης.


6-12-2015