Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Kήρυγμα στο Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΙΑ΄ Λουκά (Λουκ. ιδ΄ 16-34 και Ματθ. κβ΄ 14).

Δυστυχείς και νηστικοί καλεσμένοι

Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης,

Εφημέριου του Ι.Ν. Αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης
Για τον "Στύλο Ορθοδοξίας" (Νοέμβριος 2015, αρ.φ. 172)
Ζούμε σε μία εκκλησιαστική πραγματικότητα επικίνδυνη. Καθημερινά γινόμαστε αποδέκτες εξωφρενικών μηνυμάτων εκκλησιαστικών κινήσεων ολωσδιόλου αιρετικών. Ορθόδοξοι Πατριάρχες και μητροπολίτες ακροβατούν σε θέματα της Πίστεως και απεμπολούν τον θησαυρό που τους εμπιστεύθηκε η Εκκλησία. Ως φορείς και διαχειριστές της Χάριτος Του Χριστού, θα έπρεπε να γνωρίζουν τον πλούτο που διαθέτουν αλλά συμπεριφέρονται σαν φτωχοί συγγενείς ενός πλούσιου Θεού. Δεν κομίζουν τον πλούτο Του Θεού αλλά το κακέκτυπο αυτού. Δεν τον κομίζουν γιατί δυστυχώς δεν τον βιώνουν! Είναι λυπηρό να βλέπουμε την κατάντια αυτών που θα έπρεπε να είναι οι συνεχιστές της αγιοπνευματικής, αποστολικής και πατερικής παρακαταθήκης, να ακολουθούν αιρετικές διαδρομές. Στην ολισθηρή πορεία τους συμπαρασύρουν πολλούς πιστούς που τους ακολουθούν ως άβουλα όντα.
Πόσο τραγικό αλήθεια είναι να μη  γνωρίζει ο άνθρωπος που παραθέτει τον Δείπνο στη σημερινή ευαγγελική διήγηση, το περιεχόμενο αυτού του Δείπνου! Τραγικό επίσης είναι και για τους υπηρέτες του να έχουν την ίδια άγνοια! Δεν θα μπορούσαν ποτέ να πείσουν τους καλεσμένους να παραβρεθούν. Εάν δεν έχεις εμπειρία, ακόμα και η πρόσκληση είναι ικανή να αδικήσει τα παρατεθειμένα αγαθά αλλά και την αγαθή πρόθεση. Και αυτήν ακόμη, η ώρα που ο Δείπνος θα είναι έτοιμος να κοινωνηθεί στους ανθρώπους, θα είναι ένα σημείο απροσδιόριστο για τους άπειρους συντελεστές. Η έλλειψη διάκρισης συμπορεύεται με την έλλειψη εμπειρίας. Το να διακρίνει κάποιος ότι «ήδη έτοιμά εστι πάντα» και να έχει την ορθή επιλογή των προσκεκλημένων, χρειάζεται την εμπειρία της Χάριτος.
Τα μιαρά ημι-συλλείτουργα, οι οικουμενιστικές συμπροσευχές, η καταπάτηση των ιερών κανόνων των Οικουμενικών Συνόδων, είναι ορισμένα από τα ορεκτικά του Δείπνου των σημερινών οικοδεσποτών. Δεν μιμούνται Τον Χριστό αλλά τον αντίχριστο, προσβάλλοντας τον Δείπνο της θείας Αγάπης. Δεν έχουν την αγάπη Του Χριστού που εδράζεται πάνω στην αλήθεια της Πίστης, αλλά την δαιμονική ψευδο-αγάπη που είναι μισητή από Τον Θεό. Χωρίς βιώματα, κενοί, μόνο με τον εγωισμό τους, προσκολλούνται στους αμύητους αιρετικούς, καταντώντας απερίσκεπτοι αρνητές των ιερών δωρεών. Έτσι παρασύρονται από τις επιλογές τους και από οικοδεσπότες, προβάλλουν δικαιολογίες να απουσιάσουν από τον Δείπνο! Στην καλύτερη περίπτωση, προσέρχονται με βρώμικα και ακατάλληλα ενδύματα! Από πλούσιοι βασιλείς κατάντησαν πάμπτωχοι δούλοι και από κληρονόμοι της βασιλείας κατέληξαν ως απόκληροί της κοινωνίας.
Αν όμως η εικόνα της σημερινής Εκκλησίας αμαυρώνεται από τους αιρετικούς οικουμενιστές, έχουμε όλοι οι ευλαβείς χριστιανοί το χρέος να αντιδράσουμε στην κατηφόρα αυτών. «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου»! Να γίνουμε εμείς οικοδεσπότες του συμποσίου Του Θεού. Να δείξουμε πως κατέχουμε τα μυστήρια της Εκκλησίας, πως τα εκτιμούμε και τα βιώνουμε. Να μην παρασυρόμαστε από τους επισκόπους εκείνους που μας οδηγούν στην κόλαση. Να μην τους εμπιστευόμαστε, ούτε να τους υπακούμε. Έχουμε αγίους να ακολουθήσουμε δε θέλουμε τους αιρετικούς που επιβουλεύονται την Σωτηρία μας.
Το 1848, η σύνοδος των αγίων Πατριαρχών της Ανατολής διακήρυξε: «Κρατώμεν της ομολογίας, ην παρελάβομεν άδολον παρά τηλικούτων ανδρών, αποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμόν ως υπαγόρευμα του διαβόλου· ο δεχόμενος νεωτερισμόν, κατελέγχει ελλιπή την κεκηρυγμένην ορθόδοξον πίστιν. Άλλ’ αυτή πεπληρωμένη ήδη εσφράγισται, μη επιδεχόμενη μήτε μείωσιν, μήτε αύξησιν, μήτε αλλοίωσιν οιανδήποτε, και ο τολμών ή πράξαι ή συμβουλεύσαι ή διανοηθήναι τούτο ηρνήθη την πίστιν του Χριστού, ήδη εκουσίως καθυπεβλήθη εις το αιώνιον ανάθεμα δια το βλασφημείν εις το Πνεύμα το Άγιον, ως τάχα μη αρτίως λαλήσαν εν ταις Γραφαίς και δια των Οικουμενικών Συνόδων… Έπειτα πάρ’ ημίν ούτε Πατριάρχαι ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας εστιν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού, ως έργω επειράθησαν και πολλοί των από του σχίσματος Παπών τε και Πατριαρχών Λατινοφρόνων μηδέν ανύσαντες».
Με λίγα λόγια, οι άγιοι εκείνοι επίσκοποι, συμπυκνώνοντας την αιώνια διδασκαλία της Εκκλησίας μας, λένε πως κάθε νεωτερισμός στα θέματα της Πίστης είναι διαβολικός. Η Πίστη μας δεν επιδέχεται μειώσεις η αυξήσεις. Έχει σφραγιστεί με τα ιερά δόγματα και όποιος αμφιβάλλει γι αυτό και προσπαθεί να αλλάξει την Πίστη είναι αναθεματισμένος ως βλάσφημος απέναντί του Αγίου Πνεύματος, αρνούμενος το αλάθητό της Αγίας Γραφής και των Οικουμενικών Συνόδων.
Στη συνέχεια διατύπωσαν μία μεγάλη αλήθεια με την οποία όλους μας θέτουν προ των ευθυνών μας. Υπογραμμίζουν πως αν από αυτούς δεν διανοήθηκαν, ούτε Πατριάρχες ούτε Σύνοδοι να εισάγουν νέα πράγματα στην Πίστη, όπως κάνουν οι σημερινοί, αυτό δεν έγινε γιατί υπερασπιστής της θρησκείας είναι το σώμα της Εκκλησίας, ο λαός. Αυτός είναι που θέλει την Ορθοδοξία αναλλοίωτη, αμετάβλητη, αγιοπατερική. Μόνο οι παπικοί και οι ορθόδοξοι φιλοπαπικοί οικουμενιστές αλλάζουν την Πίστη. Αλλά δεν έχουν το λαό μαζί τους.

Έχουμε λοιπόν την ιερά υποχρέωση να αντισταθούμε στην αίρεση του Οικουμενισμού. Ο λαός Του Θεού που είναι ο υπερασπιστής της Πίστης, στις ημέρες αυτές τις πονηρές, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να προστατεύσει τον μοναδικό θησαυρό της Ζωής.