Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου.


«Και πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν
ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται…».

του π. Παναγιώτη  Γκέζου


Η Εκκλησία μας σήμερα ανοίγει
τις πύλες του ιερού Τριωδίου,
                             μιας περιόδου μετανοίας.
Οι φαρισαίοι διακηρύσσουν
                                 την πίστη τους στον Θεό,
όμως, η ζωή και τα έργα τους
               μαρτυρούν τον δικό τους εγωισμό.
Ομολογούν ότι είναι Χριστιανοί,
 ότι γνωρίζουν τα περί του χριστιανισμού,
αλλά κατά παράδοξο τρόπο
δεν ζουν σύμφωνα
                           με τις εντολές του Χριστού.
Όντως, πως μπορεί ο φιλάργυρος,
       ο ανήθικος, να είναι πράγματι πιστός;
Ο απόστολος Παύλος λοιπόν
                            υπογραμμίζει τη σημασία
του δικού του παραδείγματος
                     στην πνευματική μας πορεία.
Ο διωγμός για το όνομα του Κυρίου
                           είναι πραγματικά ευτυχία.
Ό ίδιος ο διωχθείς, σταυρωθείς
          και αναστάντος Κύριος είναι δίπλα
σε κάθε ένα που διώκεται
         και τον ενισχύει με τη χάρη τη θεία,
φτάνει και ο άνθρωπος
        να κάνει υπομονή σε κάθε δυσκολία.
Ο Απόστολος Παύλος προτείνει
σε όλους μας δύο οδηγούς στο δρόμο μας
                                             προς τον ουρανό.
Το παράδειγμα
των πνευματικών μας πατέρων
                       να έχουμε σαν πρώτο οδηγό.
Σε μια εποχή που ο κόσμος,
 από το κακό στο χειρότερο, κατρακυλά,
να βλέπουμε και να μιμούμαστε
 το παράδειγμα των αγίων,
των πνευματικών μας πατέρων
             και πως αντιμετώπιζαν τα δεινά.
Ο απόστολος Παύλος στη συνέχεια
προτείνει ένα δεύτερο
πνευματικό εφόδιο στον μαθητή του:
                                            την Αγία Γραφή.
Μην ξεχνάς, Τιμόθεε, του λέει,
                                     ότι από μικρό παιδί
γνωρίζεις τα ιερά γράμματα, τα οποία
 μπορούν να σου μεταδώσουν
                                      την αληθινή σοφία,
που, διαμέσου της πίστεως
 στον Ιησού Χριστό, οδηγεί στη σωτηρία.
Και μια είναι η αλήθεια:
                          Όσοι χριστιανοί θέλουν
να ζήσουν όπως διδάσκει
                           το Ευαγγέλιο του Χριστού,
θα υποστούν πολλούς πειρασμούς,
                                     ακόμα και διωγμούς
    και τραμπουκισμούς και ξυλοδαρμούς.
Η παιδική ηλικία είναι ηλικία μαθήσεως·
                και ότι μαθαίνει κανείς σ’ αυτήν
εντυπώνεται βαθύτατα στη μνήμη του
                               και γίνεται εφόδιο ζωής.
    Στις μέρες μας βέβαια τα μικρά παιδιά
 μαθαίνουν χίλια δυο άλλα πράγματα,
  συνήθως άχρηστα και κάποτε βλαβερά,
και αμαυρώνουν τις αγνές ψυχές τους.
 Πόσο ωραίο θα ήταν οι γονείς,
                αλλά κι ο παππούς και η γιαγιά,
να μαθαίνουν την Αγία Γραφή
                                            στα μικρά παιδιά.
                   Γι’ αυτό καθοριστικής σημασίας
για την ανάπτυξη
                 της πνευματικής αυτής «άμυνας»
είναι τα παιδιά να έχουν «από βρέφους»
ζωντανή σχέση
         με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας,
 όπου θα βιώσουν στη ζωή τους,
       της παρουσίας του Θεού, την εμπειρία.
 Αλλά και όλοι μας θα πρέπει καθημερινά
 μέχρι το τέλος της ζωής μας
       να μαθητεύουμε τα γράμματα τα ιερά.
       Έτσι καθίσταται ωφέλιμη και σωστική
για τον κάθε χριστιανό
                         που μελετά την Αγία Γραφή,
αποκαλύπτει και διδάσκει
      την αλήθεια για τον Ένα Τριαδικό Θεό,
και μεταμορφώνει θεοφιλής
όλους εκείνους
         που είναι καλοπροαίρετοι στην αρετή.
Ο Χριστιανός,
οφείλει να διατρέξει το στάδιο του βίου
σωστά και με γενναιότητα,
να μην δειλιάσει
στην τήρηση των εντολών του Θεού,
                                      αλλά να αγωνιστεί,
μιμούμενος την ταπείνωση του Τελώνη
 και όχι την απονιά
και την αυτοδικαίωση του Φαρισαίου,
και τοιουτοτρόπως να αποφύγει
το πνευματικό ναυάγιο
                                         και να διασωθεί.
Τιμ. Β, Γ’ 10-15