Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Είχε δίκιο ο Θουκυδίδης;




του Νίκου Μαρκέα

Χειρούργου Ορθοπαιδικού


ΤΑ ΚΥΜΒΑΛΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, για άλλη μια φορά, αλάλαξαν εκκωφαντικά. Η μισαλλοδοξία, η βία, η αγριότητα, η φρικιαστική ωμότητα, κάθε τι που συνθέτει το αποτρόπαιο πρόσωπο του πολέμου, είχαν τον πρώτο λόγο στην ταραγμένη από δεκαετίες Μέση Ανατολή. Παρακολουθούμε τα γεγονότα ανήσυχοι. Και δεν καταφέρνουμε να παραμείνουμε απαθείς. Γιατί γνωρίζουμε πολύ καλά ότι από τούτη την αιματοχυσία δεν πρόκειται να αναδειχθούν αληθινοί νικητές και ηττημένοι. Γιατί, στο τέλος, ο μεγάλος - και μοναδικός - χαμένος θα είναι ξανά η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Πριν 25 αιώνες, ο Θουκυδίδης έγραφε την ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να χρησιμεύσει για την αποφυγή στο μέλλον παρόμοιων γεγονότων. Στον πρόλογο, έγραφε ο μεγάλος ιστορικός: “Κτήμα τε ες αεί μάλλον ή αγώνισμα εις το παραχρήμα ακούειν ξύγκειται”, δηλαδή «την ιστορία μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινό και όχι ως έργο προωρισμένο να υποβληθή εις διαγωνισμόν και ν’ αναγνωσθή εις επήκοον των πολλών για να λησμονηθή μετ’ ολίγον». Ο Θουκυδίδης πίστευε ακράδαντα ότι, όσο η φύση του ανθρώπου παραμένει απαράλλακτη, τόσο η ανάλυση των πολεμικών συγκρούσεων, η προσεκτική επεξεργασία των αιτίων και των προφάσεων που οδηγούν αναπόφευκτα σε πολεμική σύρραξη, μαζί με την ενδοσκόπηση της ανθρώπινης φύσης σε βάθος, θα μπορέσουν να χρησιμεύσουν ως μέσο αποφυγής λαθών και επανάληψης παρόμοιων φαινομένων.
Η φλούδα του ταλαίπωρου πλανήτη μας ποτίστηκε συχνά από ιδρώτα, δάκρυα και αίμα. Έγινε άπειρες φορές αυτόπτης μάρτυς της ανθρώπινης θηριωδίας. Γνώρισε τρανούς ηγεμόνες, λαούς που κυριάρχησαν με το δίκαιο της πυγμής, αυτοκρατορίες που ήκμασαν για να καταποντιστούν στη συνέχεια, σύνορα κρατών που άλλαξαν σχήμα στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη, πολιτισμούς που εξαφανίστηκαν. Στον εικοστό αιώνα, οι δυο Παγκόσμιοι Πόλεμοι έδωσαν τη χαριστική βολή στις όποιες φρούδες ελπίδες ξεθάρρευαν ότι “ως εδώ πια”. Και πως δεν υπάρχει χώρος για άλλη καταστροφή, αφού το πυρηνικό ολοκαύτωμα είναι πλέον μια ολοφάνερη απειλή.  
Στον Πελοποννησιακό πόλεμο - γράφει ο Θουκυδίδης - οι αιτίες ήταν πολλές και οι αφορμές ελάχιστες. Λίγο ήθελε, για να εκραγεί η κρίσιμη μάζα. Πίσω από τα φαινόμενα, ωστόσο, κρυβόταν περίτεχνα η έχθρα ανάμεσα σε Αθήνα και Σπάρτη. Και φυσικά, η ολοένα αυξανόμενη δύναμη της Αθήνας προκαλούσε τρόμο στους συμμάχους της Σπάρτης. Με άλλα λόγια, η απόπειρα της Αθήνας να δημιουργήσει ισχυρό ιμπεριαλιστικό εμπορικό κράτος, χωρίς να δύναται να ελέγξει τις αντιδράσεις των άλλων πόλεων-κρατών της Συμμαχίας (η οποία είχε δημιουργηθεί αποκλειστικά για την αναχαίτιση των Περσών) προκαλούσε δυσαρέσκειες, γιατί ένιωθαν ότι έχαναν την ανεξαρτησία τους και μετατρέπονταν σταδιακά σε απλές διοικητικές περιφέρειες του κράτους των Αθηνών. Ήταν όμως ταυτόχρονα και τα διάφορα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των γαιοκτημόνων και των αριστοκρατών, τα οποία δέχονταν καίρια πλήγματα. Αυτά κυρίως λειτουργούσαν υποχθόνια και σέρνονταν στο σκοτάδι.
Οι αφορμές ήταν αστείες. Ικανές όμως να κάνουν να λάμψουν τα σπαθιά. Η Κέρκυρα, παρότι αποικία της Κορίνθου, ήταν απολύτως ανεξάρτητη απ’ αυτήν. Διέθετε δικό της υπολογίσιμο στόλο και ακμαίο εμπόριο. Όταν το 433 π.Χ. τέθηκε ζήτημα με την Επίδαμνο - άλλη ανταγωνίστρια πόλη στο εμπόριο του Ιονίου - η Κέρκυρα δεν δίστασε να έρθει σε ανοικτή ρήξη με την Κόρινθο. Διαβλέποντας ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να ηττηθεί, ζήτησε τη βοήθεια του αθηναϊκού στόλου. Ένα χρόνο αργότερα, το 432 π.Χ., οι Κορίνθιοι υποκίνησαν αποστασία της Ποτίδαιας, μιας πόλης της Χαλκιδικής που ήταν μέλος της αθηναϊκής συμμαχίας, αλλά και αποικία της Κορίνθου. Μετά από αυτά τα γεγονότα, κανείς δεν κατόρθωσε να αποτρέψει τη σύρραξη.
Πολλά χρόνια αργότερα, τον Ιούνιο του 1914, στο Σεράγεβο της Σερβίας δολοφονείται ο διάδοχος του αυστριακού θρόνου Φραγκίσκος Φερδινάνδος από ένα νεαρό Σέρβο εθνικιστή. Η κήρυξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου κλιμακώθηκε τις επόμενες μέρες, όταν η Γαλλία πήρε το μέρος της Σερβίας και η Γερμανία εκείνο της Αυστροουγγαρίας, συμπαρασύροντας στη δίνη των αντιπαραθέσεων και τους συμμάχους τους.
Στα χρόνια του μεσοπολέμου, οι ιστορικοί κατόρθωσαν να εντάξουν τα αίτια του Μεγάλου Πολέμου στην αλληλεπίδραση τριών κυρίως παραγόντων. Γι’ αυτούς έφταιγε πρωτίστως ο ιμπεριαλισμός που θέλει το βιομηχανικό δυναμικό κάθε έθνους ν’ αναγκάζεται να παράγει και να υπερπαράγει αγαθά, εξουσιάζοντας τις παγκόσμιες αγορές. Άλλοτε τη μεγαλύτερη βαρύτητα στα γεγονότα δείχνει να έχει ο εθνικισμός, όταν το εθνικό συναίσθημα ενός λαού μετατρέπεται προοδευτικά σε αλαζονικό και ασίγαστο πάθος. Πάθος που δεν ικανοποιείται παρά μόνο με την εξύψωση ενός κράτους εις βάρος των άλλων. Κι άλλοτε, ο μιλιταρισμός, ο υπερτονισμός με άλλα λόγια των στρατιωτικών αξιών παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο δράμα των εξελίξεων. Ίσως, με τον ακαδημαϊκό αυτόν τρόπο, να μπορέσουμε να αιτιολογήσουμε και το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου, και όχι αφελώς στη μεγαλομανία ενός ευφάνταστου χαρισματικού ηγέτη, όπως πολλοί βιάζονται να προσάψουν στον Χίτλερ και στις πρακτικές του.
Ο εμφύλιος στη Συρία μετρά ήδη τέσσερα χρόνια και δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις εμπόλεμες ανθρώπινες αισχρότητες του παρελθόντος. Όπως υποστηρίζουν διεθνείς αναλυτές, η λύση σήμερα μοιάζει περισσότερο μακριά από ποτέ. Η εμπλοκή της Ρωσίας στη σύρραξη περιπλέκει εντονότερα την έκρυθμη κατάσταση στην ταραγμένη περιοχή. Ιράν, Τουρκία, Ηνωμένες Πολιτείες, Κατάρ, Σαουδική Αραβία, Ισλαμικό Κράτος και πολλαπλές αντάρτικες ομάδες παίζουν το δικό τους ρόλο στον πόλεμο, που έχει στοιχίσει τη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.
Τι έχει συμβεί; Ο Μπασάρ αλ Άσαντ ανέλαβε τα ηνία της χώρας το 2000, μετά το θάνατο του πατέρα του Χαβέζ αλ Άσαντ, ο οποίος κυβέρνησε τη Συρία επί 30 χρόνια. Η Αραβική Άνοιξη του 2011, η οποία προκάλεσε την ανατροπή ηγετών χωρών της περιοχής, ξεσήκωσε και τους Σύριους κατά του καθεστώτος Άσαντ. Ο Σύριος ηγέτης όμως, καταστέλλοντας βίαια τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, κατάφερε να κρατηθεί στην εξουσία, παρά τις προβλέψεις. Πολίτες και λιποτάκτες του στρατού σχημάτισαν μάχιμες μονάδες, οι οποίες ξεκίνησαν μια εκστρατεία εξέγερσης κατά του συριακού στρατού. Οι αντάρτες ενοποιήθηκαν κάτω από τη σημαία του Ελεύθερου Συριακού Στρατού στα τέλη του 2011 και πολέμησαν με ολοένα πιο οργανωμένο τρόπο.
Στο μεταξύ, οι δυνάμεις του Άσαντ διατήρησαν την εξουσία τους στη Δαμασκό και άλλες μεγάλες πόλεις και περιοχές κατά μήκος των μεσογειακών ακτών και στα σύνορα με τον Λίβανο. Στην υπόλοιπη χώρα, ο έλεγχος των περιοχών εναλλασσόταν μεταξύ αντάρτικων ομάδων.
Στο παιχνίδι εξουσίας μπήκε σύντομα το Μέτωπο Αλ Νόσρα, που αποτελεί βραχίονα της Αλ Κάιντα στη Συρία, αλλά και το Ισλαμικό Κράτος που διεξάγει το δικό του αγώνα για τον έλεγχο των περιοχών της Συρίας εναντίον οποιουδήποτε έφραζε το δρόμο του: της κυβέρνησης, των ανταρτών, των Κούρδων...
Τις τελευταίες δεκαετίες γίναμε θιασώτες μιας αλλόκοτης πρακτικής. Στην αρχή ο πόλεμος του Κόλπου, στη συνέχεια οι βομβαρδισμοί στην πρώην Γιουγκοσλαβία, αργότερα η μάχη της Βαγδάτης και, πρόσφατα, ο πόλεμος στη Συρία σηματοδότησαν το ξεκίνημα μιας άλλης εποχής. Τώρα οι αντιμαχόμενοι δεν έχουν να μοιράσουν τίποτε. Άλλοι κρύβονται πίσω απ’ αυτούς. Απλώς, ο ένας εισβάλλει στο έδαφος του άλλου, με αφορμές στερημένες κάθε δικαίου και ηθικής, αδιαφορώντας για τις διεθνείς συμβάσεις και τη γενική κατακραυγή. Και χρησιμοποιεί την υπεροπλία του για να καθυποτάξει τον αδύναμο και να επιβάλει τη βούλησή του. Ονομάζει αυθαίρετα την πολεμική του επιχείρηση “ανθρωπιστική βοήθεια”, τους αντίπαλους πατριώτες “τρομοκράτες”, τους δικούς του μισθοφόρους “ήρωες”. Θα πρέπει κανείς να είναι εξαιρετικά αφελής για να δικαιολογήσει τα ακατανόητα.
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος των πολυάριθμων προσφύγων που μετακινούνται σε μάζες ανεξέλεγκτες και προσορμίζονται κακήν κακώς στις ακτές των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, δεν θα πρέπει να δίνονται πρόχειρες λύσεις που να συζητιούνται στο πόδι και στους διαδρόμους, στο περιθώριο των συσκέψεων. Εδώ απαιτούνται βούληση και ριζοσπαστική πρακτική. Και η ”Ενωμένη Ευρώπη” οφείλει επιτέλους να επιδείξει εμπράκτως διάθεση αλληλεγγύης και αλτρουισμού.
Ωστόσο, το μέλλον διαγράφεται αισιόδοξο. Μπορεί βέβαια τα θύματα να είναι αναρίθμητα, η οικολογική καταστροφή ίσως στο τέλος να εκτιμηθεί ανυπολόγιστη, οι αυτοπροβαλλόμενοι ως νικητές μπορεί να έχουν κάνει κιόλας τα σχέδιά τους για την αναδόμηση της καμένης γης. Αλλά, τώρα πια, περισσότερο παρά ποτέ, οι λαοί όλου του κόσμου έχουν εξεγερθεί. Για πρώτη ίσως φορά έχουν ενώσει τη φωνή τους απέναντι στην αδικία και στο ψεύδος. Ποτέ άλλοτε τόσοι άνθρωποι, σε ολόκληρο τον πλανήτη, είχαν με τον ίδιο τρόπο, την ίδια ώρα, με την ίδια ένταση και το ίδιο πάθος, με το ίδιο ψυχικό σθένος, ταυτιστεί στην κοινή επιταγή: “Όχι άλλο πόλεμο”! Αυτό δεν το είχε προβλέψει ο Θουκυδίδης.