Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Mια επίμονη ειδωλολάτρισσα - και η σκληρή παιδαγωγία!


                                                  Του Ηλία Λιαμή.
Την Κυριακή (της Χαναναίας) θα βρεθούμε μπροστά σε μια από τις συγκινητικότερες σκηνές. Δεν είναι τόσο η στάση του Χριστού μας, που της δίνει αυτό το χαρακτηριστικό. Αντίθετα, στην αρχή, η συμπεριφορά Του παρουσιάζεται ασυνήθιστα σκληρή. Τους λόγους θα προσπαθήσω να τους δείξω στη συνέχεια. Η συγκίνηση, που προανέφερα, πηγάζει από τη συμπεριφορά μιας ειδωλολάτρισσας. 
Πριν συνεχίσω, επίτρεψέ μου να σου διηγηθώ κάτι:
Πριν πολλά χρόνια, βρέθηκα με μια ομάδα συγγενών και φίλων σε λειτουργία, που τελούσε μακαριστός πλέον επίσκοπος, με ζωή και δράση, που κανείς, από όσους τον γνώρισαν δεν μπορεί ακόμη να ξεχάσει. Όταν τέλειωσε, λόγω στενής σχέσης ορισμένων από μας μαζί του, τον περιμέναμε, για να αποχωρήσουμε μαζί. Η Εκκλησία είχε αδειάσει. Κάποια στιγμή, παρουσιάστηκε εύχαρις και ευγενικός και αρχίσαμε να περπατάμε προς την έξοδο. Παρουσιάστηκε τότε κάποιος νέος κληρικός, τον πλησίασε και ζήτησε ευλογία. Και ξαφνικά, χωρίς εμφανή λόγο, με έντονη φωνή, ο επίσκοπός μας, προς γενική κατάπληξη, άρχισε να τον επιπλήττει, χαρακτηρίζοντάς τον αμελή, ατίθασο και προσάπτοντάς του μύρια όσα σφάλματα. Ο κληρικός αντέδρασε με ηπιότητα, σοκαρισμένος φανερά, όχι τόσο από τα λεγόμενα, όσο από το ύφος του Δεσπότη, αλλά και τη δική μας παρουσία. Η σκηνή δεν κράτησε πάνω από δυο-τρία λεπτά. Ο κληρικός απεχώρησε κακήν –κακώς, ενώ ορισμένοι από τους παρισταμένους, που συνδέονταν με τον Δεσπότη από τα φοιτητικά τους χρόνια, θέλησαν να του υποδείξουν, ευγενικά βέβαια, πως δεν ήταν ανάγκη, αυτό να γίνει δημοσίως. Εκείνος, εντελώς ήρεμος, αλλά όχι πια χαμογελαστός, ζήτησε δυο λεπτά να αποσυρθεί στο γραφείο του ναού. Όταν βρέθηκε ξανά μαζί μας, με μάτια εμφανώς, βουρκωμένα, μας είπε: «Αυτός που είδατε, έχει δυνατότητα να γίνει ένας πολύ καλός κληρικός».
    Εκείνη τη στιγμή, δεν σου κρύβω πως αγανάκτησα. Και για πολύ καιρό, είχαν απομείνει μέσα μου ψήγματα αγανάκτησης. Έπρεπε να περάσουν από τα χέρια πολλά …Γεροντικά, για να βρω το κλειδί αυτής της ανεξήγητης συμπεριφοράς. Τώρα πλέον, κάθε φορά, που βρίσκομαι μπροστά σ’ αυτή την περικοπή, έχω να λέω, πως βρέθηκα κάποτε κι εγώ σε μια περίσταση, όπου ο δρόμος προς υψηλότερα στάδια πνευματικής ζωής περνάει από μια σκληρή παιδαγωγία. Μια παιδαγωγία, ένα … «στύψιμο», που πολλές φορές αναλαμβάνει και ο ίδιος ο Θεός και από την οποία, αντί για παράπονο, θυμό ή απογοήτευση, αναβλύζει μια επίμονη πίστη, αποφασισμένη να ξεπεράσει κάθε όριο, κάθε εμπόδιο, ακόμη και τη σιωπή του Θεού, ακόμη και την φαινομενική απόρριψη του Θεού, για να βρει το κεντρικό νόημα των πραγμάτων και την πηγή της χαράς.
    Δεν ξέρω αν είναι πάντα εύκολο να πείσουμε παιδιά και έφηβους να αναγνωρίσουν την αγάπη και το ενδιαφέρον, πίσω από μια σκληρή παιδαγωγία. Ίσως έχουν δίκιο να είναι επιφυλακτικοί. Πέραν του ότι για δεκαετίες τώρα μεγαλώνουν γενιές εύθικτων και ευαίσθητων «κανακάρηδων» (δεν εξαιρώ και τη δική μου γενιά), λείπουν και οι άνθρωποι εκείνοι –δάσκαλοι, πνευματικοί-, που με τη ζωή και την αγάπη τους να έχουν κερδίσει τέτοια θέση στην καρδιά μας, ώστε να είμαστε έτοιμοι να δεχτούμε από αυτούς μια ανάλογη σκληρή παιδαγωγία. Γι’ αυτό και εύκολα, ακόμη και από εφήβους, που έχουν πίστη, βγαίνει το παράπονο, πως συχνά ο Θεός δεν ανταποκρίνεται στο κάλεσμα τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μεταφέρω συχνά ένα διάλογο του Γέροντα Παΐσιου με έναν επισκέπτη του, που του παραπονιόταν, πως, εν αντιθέσει με τα νιάτα του, πολύ δύσκολα πια η κατάνυξη, ακόμη και την ώρα της Θείας Κοινωνίας, χτυπάει την καρδιά του. Ο Γέροντας τον ρώτησε: «Παιδιά έχεις;» «Έχω», του απάντησε. «Όταν ήταν μικρά, δεν τους χάριζες καραμέλες;» «Αμέ». «Τώρα τους χαρίζεις;» «Ε, όχι! Τώρα μεγάλωσαν. Μπορούν να τα κερδίσουν μόνα τους.» «Μπορούν δηλαδή να αγοράζουν ό,τι τους χρειάζεται;» «Βεβαίως» «Κι εσύ, πως νιώθεις;», συνέχισε οι Γέροντας. «Τα χαίρομαι». «Έτσι κάνει κι ο Θεός. Όταν είμαστε παιδιά πνευματικά, χωρίς γνώσεις και εμπειρίες της αγάπης Του, εύκολα μας στέλνει τις δωρεές. Περιμένει όμως να έρθει η στιγμή, που με την επιμονή και τον αγώνα μας, θα τα κερδίσουμε. Για να μας δει, να μας χαίρεται και να στέλνει ακόμη περισσότερα».
    Μια Χαναναία λοιπόν σήμερα ενώπιόν μας, μια επίμονη ειδωλολάτρισσα. Κραυγάζει, ικετεύει, απορρίπτεται, επιμένει και «υποχρεώνει» τον Χριστό να κάνει το θέλημά της. Ας γνωρίζεις, πως η περικοπή βρίσκεται εν μέσω περιστατικών, όπου ο Κύριος δέχεται επιθέσεις από τους ομοεθνείς του. Λίγο πριν, τον έχουν περιφρονήσει στην ίδια του την πόλη, την Γενησαρέτ. Παράλληλα, οι Φαρισαίοι μόλις τον έχουν κατηγορήσει, πως οι μαθητές Του δεν πλένουν τα χέρια τους πριν φάνε, όπως λέει ο Μωσαϊκός Νόμος. Και μέσα σε αυτή την ψυχρότητα, μέσα σε αυτή τη μιζέρια, η κραυγή μιας ακάθαρτης στα μάτια του εκλεκτού λαού. Κραυγή ισχυρότερη από κάθε νόμο και κάθε τυπικότητα:  «Ελέησε με!».
    Εναντίον της η μοίρα, με ένα κορίτσι δαιμονισμένο, εναντίον της η κοινωνία με το στίγμα της ακάθαρτης, εναντίον της και ο ίδιος ο Θεός. Κι εκείνη, έχοντας βγει έξω από τα όρια της πόλης της –όπως λέει το Ευαγγέλιο–, έξω από τα όρια της αντοχής της, έξω από τα όρια της λογικής της:  «Ελέησέ με».
    Στην πορεία της πίστης μας, στην πορεία της πίστης των παιδιών που έχουμε μπροστά μας, ας αποδεχτούμε ένα γεγονός και ας τους το πούμε με όποιο τρόπο επιλέξουμε:
    Εντός των ορίων του κόσμου μας, τίποτε δεν είναι …υπέρ της πίστης μας. Επιστήμες, ειδήσεις, ψυχίατροι, τραγωδίες κοινωνικές και προσωπικές, τα πάντα, όλοι, ψιθυριστά ή φωναχτά, ένα μας λένε:
    «Η πίστη σου είναι μάταιη».
    Μόνον κάποιοι, λίγοι, ελάχιστοι, εκτός ορίων, άλλοι κεκοιμημένοι και άλλοι ακόμη ανάμεσά μας, μας καλούν να σπάσουμε τον κλοιό του κόσμου τούτου και να βγούμε στην έρημο. Είναι οι άγιοι, αυτοί που μας καλούν να εξέλθουμε των ορίων μας. Όχι βέβαια πλέον στην έρημο της Παλαιστίνης ή της Αιγύπτου, αλλά στην έρημο από υποκατάστατα, έρημο από διασπάσεις, έρημο από κούφιες παρηγοριές, έρημο από ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, έρημο από δικαιολογίες, έρημο από υπεκφυγές, έρημο από αναβολές. Εκεί όπου η βουή των λεωφόρων δεν φτάνει, εκεί όπου ο πειρασμός δεν έχει πού να κρυφτεί, εκεί όπου ο Θεός ακούγεται καθαρότερα, εκεί όπου δεν υπάρχει εμπόδιο να πνίξει το δικό μας «Κύριε ελέησόν με».