Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της ΚΥΡΙΑΚΗΣ του ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ.


Πράξεις 9: 32 – 42 :Τα θαύματα του Ιησού Χριστού
ήταν τα «σημεία» της Βασιλείας του Θεού.

του π. Παναγιώτου Γκέζου


Τα θαύματα του Ιησού Χριστού
ήταν τα «σημεία»
                         της Βασιλείας του Θεού.
 Αυτή την εξουσία
                      της επιτέλεσης θαυμάτων
ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός
την μετέδωσε στους μαθητές του,
στους Αγίους Αποστόλους των εθνών:
«πορευόμενοι δε κηρύσσετε λέγοντες
ότι ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών.
Ασθενούντας θεραπεύετε,
λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε,
 δαιμόνια εκβάλλετε,
 δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε» (Ματθ.10,6-8).
Η εξάπλωση του κηρύγματος
και εκτός της πόλης των Ιεροσολύμων
είχε ως αποτέλεσμα την ίδρυση
 πολλών χριστιανικών κοινοτήτων.
Καθ όλη τη διάρκεια
της ιστορικής της πορείας η Εκκλησία
διατήρησε αυτή την προοπτική,
καθώς μέσα στην πορεία αυτή
                       έχουν επιτελεστεί
αναρίθμητα θαύματα
από τους αγίους της Εκκλησίας,
 είτε ενόσω βρίσκονταν εν ζωή,
είτε μετά την κοίμησή τους.
 Ποτέ όμως οι άγιοι, οι πραγματικοί
άνθρωποι του Θεού,
                                 δεν επιτελούσαν
θαύματα να γίνουν δημοφιλείς.
Πράγματι, αγαπητή μου αδελφοί,
είναι πολύ μεγάλος ο κίνδυνος
                                 της υποτροπής
 και της επανόδου
               του αμαρτωλού ανθρώπου,
που μετανόησε και θεραπεύτηκε
 από μια αρρώστια σοβαρή,
          στην κατάσταση της αμαρτίας.
Από την απόφασή μας
                  να ζήσουμε πλέον
                          τίμια χριστιανική ζωή,
γίνεται να ξαναγυρίσουμε πάλιν  
                                    στην αμαρτωλή,
την ένοχη, την άθλια ζωή
που ζούσαμε προτού μετανοήσουμε
 και εξομολογηθούμε;
Αυτή η επάνοδος στην αμαρτία,
 αυτή είναι η υποτροπή,
που για πολλοστή φορά,
                   πρέπει να ομολογήσουμε,
ότι είναι κίνδυνος μεγάλος
                                            για όλους μας.
Και είναι κίνδυνος μεγάλος
                                       γιατί η αμαρτία
είναι εύκολη και εύκολα
                                    συρόμαστε σ’ αυτήν.
 Εύκολα πέφτουμε
                     και ξαναπέφτουμε σ’ αυτήν.
Όπως λέει και η Γραφή,
 η αμαρτία είναι «ευπερίστατος»
που σημαίνει  ότι εύκολα μπορεί
                   να παρασυρθούμε από αυτήν.
Και τότε αυτή μας κυριεύει,
μας αιχμαλωτίζει και μας υποδουλώνει.
Γίνεται πάθος, δεύτερη φύση αποβαίνει,
καταλήγει σε εξουσιαστή
                                         της θέλησής μας,
με μια λέξη σε τύραννο της ψυχής
                                        και της ζωής μας.
 Μετανοούμε, κλαίμε, ικετεύουμε
                                                     και ζητούμε
με κάθε τρόπο να ελευθερωθούμε,
 αλλά, δυστυχώς, ελευθερία
                                δεν μπορούμε να δούμε.
Τίποτε, επομένως, δεν μπορούμε
να κάνουμε, ειδικά στο ζήτημα
                                      του εξαγιασμού μας,
αν δεν έχουμε τη βοήθεια και ενίσχυση
                               του Τριαδικού Θεού μας.
Μπορεί με όλη μας την ψυχή να θέλουμε
και με όλες μας τις δυνάμεις
                                       ν’ αγωνιστούμε
και να προσπαθούμε να απαλλαγούμε
 από τα πάθη και τις κακίες
                            και να εξαγνισθούμε.
Έχουμε ανάγκη, λοιπόν, της προσευχής,
της θερμής προσευχής,
                                       της κατανυκτικής,
 της καθημερινής, της εντατικής,
ώστε να μας βοηθήσει ο Θεός
 και να κάμει το θαύμα
                       της δικής μας απαλλαγής.
Ο Θεός μας παρακινεί,
μας προτρέπει, μας παρακαλεί
                            και μας προειδοποιεί.
 Από εκεί και πέρα το ναι και το όχι
                           είναι δική μας επιλογή.
Όπως μετά την θεραπεία
 οποιασδήποτε αρρώστιας του σώματος
 αν δεν φυλαχθούμε έχουμε υποτροπή,
 που είναι περισσότερο επικίνδυνη
                      από την πρώτη προσβολή,
κατά τον ίδιο τρόπο,
                  μετά την θεραπεία της ψυχής
 από οποιοδήποτε αμάρτημα,
                      χρειάζεται πολλή προσοχή,
γιατί και εδώ η επικίνδυνη υποτροπή
   είναι μεν εύκολη, αλλά καταστροφική.
Πάμπολλα και συγκλονιστικά
είναι τα παραδείγματα ανθρώπων
                                                 καθημερινά
που, ενώ ήταν βουτηγμένοι
                         στο βούρκο της αμαρτίας,
μετανόησαν κι έγιναν συνειδητά
           και ζωντανά μέλη της Εκκλησίας.