Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Η’ Ματθαίου.




Τα λόγια αυτά του Παύλου έχουν σκοπό
να ταρακουνήσουν και να συνεφέρουν τους Κορινθίους.

 του π. Παναγιώτου Γκέζου

Ο Απόστολος των εθνών
εξηγεί αναλυτικά τους Κορινθίους
                      την αιτία των προστριβών.
Η αιτία είναι
  η υπερβολική προσκόλληση, η οποία
 φτάνει στα όρια της προσωπολατρίας,
των Κορινθιών σε συγκεκριμένα άτομα.
Ο πιστός από τη στιγμή που βαπτίζεται,
ανήκει στο Χριστό και στην Εκκλησία.
Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός.
 Μέλη της Εκκλησίας οι πιστοί.
                             Μπροστά στην Κεφαλή
λοιπόν της Εκκλησίας,
                  είμαστε ίσοι όλοι οι χριστιανοί .
Τα λόγια αυτά
                            του Παύλου έχουν σκοπό
να ταρακουνήσουν
         και να συνεφέρουν τους Κορινθίους.
Τους εξηγεί
               ότι αυτός που πέθανε στο Σταυρό
για να σώσει, αλλά και να ενώσει
τα διασκορπισμένα τέκνα του Θεού,
                                                 είναι ο Χριστός.
Έχουμε στην Εκκλησία  
και το φαινόμενου του γεροντισμού
 και του γεροντικού φονταμενταλισμού.
Πρόκειται για την υπερβολική
 και φανατική προσκόλληση πιστών
σε συγκεκριμένους γέροντες  
η στον πατέρα τους τον πνευματικό.
Οι πνευματικοί πατέρες και οι γέροντες,
είναι μεν πνευματικοί οδηγοί, 
                                   αλλά είναι και αυτοί
διάκονοι του Χριστού και της Εκκλησίας.
 Είμαστε πιστοί
                    του Κυρίου μας Ιησού Χριστού
και όχι οποιοδήποτε προσώπου.
Γι’ αυτό και ονομαζόμαστε «χριστιανοί».
Τον Ιησού Χριστό λατρεύουμε ως Θεό
και Σωτήρα και αυτός είναι που μας οδηγεί
στη σωτηρία και λύτρωση.
                              Οι πατέρες οι πνευματικοί
 απλώς μας συμβουλεύουν
                                          και μας καθοδηγούν
 με τη χάρη του Θεού
                             στην εν Χριστώ πορεία μας.
Επίσης, δια του μυστηρίου της Μετανοίας
 και πάλι με τη χάρη του Θεού, συντελούν
             στη συγχώρεση των αμαρτιών μας.
 Ως εκ τούτου προσωπολατρίες, σε σημείο
μάλιστα φανατισμού, είναι κάτι ξένο
               προς τη χριστιανική μας ιδιότητα.
Ο απόστολος Παύλος σ’ αυτήν τη περικοπή
συνιστά ενότητα και ομοφροσύνη,
                             γιατί έχει πληροφορηθεί
«ότι έριδες»
υπάρχουν στους Κορινθίους χριστιανούς.
Τους προτρέπει λοιπόν
                                   και τους συμβουλεύει
να είναι «κατηρτισμένοι εν τω αυτώ υοί
                                  και εν τη γνώμῃ αυτή».
Η ομόνοια
                   είναι θείο δώρο που μεταγγίζει
χαρά, ευτυχία και ειρήνη
                                           στους ανθρώπους
                  είναι της ομοφροσύνης αδελφή.
Δυστυχώς στην ζωή μας κυρίαρχων
 καχυποψίες, φθόνοι, φιλαυτίες,
                                   φατριασμοὶ, εγωισμοί
και άλλα τέτοια ζιζάνια
                           και δημιουργώντας έριδες,
διχόνοιες και σχίσματα, που ξεριζώνουν
τα ωραιότερα λουλούδια
                                      των καλόν σχέσεων.
 Και για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνεται
η υποψία ότι το ωραίο και το μεγάλο
                        το κυνηγούν πολλοί εχθροί.
                     Ο διάβολος με μανία πολεμά
την ενότητα στο σπίτι,
                 στην οικογένεια, στην δουλειά,
στην κοινότητα,
                        να δημιουργήσει χάσματα
νὰ χωρίσει,  να πληγώσει, να γκρεμίσει.
Εμείς θα τον αφήσουμε;
Θα του προσφέρουμε «γη και ύδωρ;»
 Όχι! Εμείς βαθιά ενωμένοι και πιστοί
θα προχωρήσουμε αδελφωμένοι
στο δρόμο του Χριστού
 «βοηθούμενος αδελφός υπό αδελφού».
 Θα ανέβουμε
          στις πανώριες κορφές του φωτός.
Σαν στρατιώτες,
                    με ένα στόχο και ένα σκοπό,
θα βαδίσουμε ομόγνωμοι
                                             καὶ ομόφρονες,
 με πειθαρχία και ομόνοια,
                              στις κορφές του Θαβώρ
ν᾿ ανεβούμε
             και, εκεί αφού μεταμορφωθούμε
με την χάρη του Μεταμορφωθέντος,
     θα μεταμορφώσουμε τον κόσμο μας
             και στο παράδεισο να βρεθούμε.

Α’ Κορ. 1: 10-17