Σάββατο, 20 Αυγούστου 2016

Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Θ' Ματθαίου.


(Α´ Κορ. 3, 9-17) : Στο χέρι μας είναι να μην είμαστε ορφανοί. Στο χέρι μας είναι να έχουμε και Θεό και ανθρώπους στη δική μας ζωή.

 του π. Παναγιώτη Γκέζου

Ο απόστολος Παύλος στην Κόρινθο
                        υπενθυμίζει στους πιστούς
τον ύμνο προς την ενότητα
της Εκκλησίας ως σώματος του Χριστού.
Αυτός είναι η βάση
                       και πάνω στην βάση αυτήν
υψώνεται το οικοδόμημα,
                            δηλαδή οι ίδιοι οι πιστοί,
με κτίστες τους αγίους αποστόλους,
      να γίνονται οι ορθόδοξοι χριστιανοί.
Την ποιότητα του έργου
                                    του καθενός κτίστη,
η ημέρα της κρίσεως του Κυρίου,
                                    θα την αποκαλύψει
γιατί το έργο αυτό θα δοκιμαστεί
           μέσα από την φωτιά τη φλογερή.
Κάθε διάσπαση λοιπόν
αυτής της ενότητας στρέφεται
                    κατά των ίδιων των πιστών
ως ναού τελικώς του Θεού, αποτελεί
           συνεπώς ιεροσυλία αμαρτωλών
                και γι αυτό θα αντιμετωπίσει
την αντίθεση του ίδιου του
     Παντοδύναμου αν δεν μετανοήσει.
Ο τρόπος επιτατικός ερωτηματικός
με τον οποίο θέτει
                           ο απόστολος συνεχώς
το θέμα της ζωντανής σχέσης
 των πιστών με τον Θεό
                      και μεταξύ τους, αδελφοί:
δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού
κι ότι το Πνεύμα του Θεού
                            ανάμεσά σας κατοικεί;
Πρόκειται ως γνωστόν για μία σχέση
που ανάγει την αρχή της
                              ήδη στην Δημιουργία
του ανθρώπου και χάθηκε
                                         με την αμαρτία
που διέσπασε αυτήν την θεοκοινωνία,
 αλλά τέθηκε σε ενέργεια και πάλι
                                στο απόλυτο δυνατό
από την στιγμή της ενανθρώπησης
   του Θεού στον υιό Του Ιησού Χριστό.
             Και ο Ίδιος ακριβώς μας ομιλεί
 ότι η σχέση Του με τον άνθρωπο δεν
 είναι μία εξωτερική σχέση και τυπική.
Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα.
               Μείνατε εν εμοί, καγώ εν υμίν.
Ο απόστολος Παύλος λοιπόν
δεν προβάλλει ίδια σχήματα
                               του δικού του μυαλού,
αλλά ότι ο λόγος του Θεού
αποκαλύπτει απαρχής και
μέχρι της ελεύσεως του Ιησού Χριστού.
Η Εκκλησία δηλαδή ως σώμα Χριστού
βρίσκεται αδιάκοπα ενωμένη
με Εκείνον που είναι η  κεφαλή αυτής,
στην οποία διοχετεύει
                      την χάρη Του και την ζωή.
Κανείς από μόνος του
με έναν τρόπο ατομικό
               και απομονωμένο δεν μπορεί
 να έχει, με τον Θεό
         έξω από αυτό το σώμα,
                 σχέση ζωντανή και αληθινή,
δεδομένου ότι η σωτηρία
μετά την έλευση του Κυρίου
πραγματοποιείταισυν πάσι τοις αγίοις.
Κάθε αγιότητα εκτός Εκκλησίας
τίθεται εν αμφίβολο και θεωρείται
                      ως άλλου τύπου εγωισμός,
πιο επικίνδυνος, λόγω του φωτεινού
ενδύματός του,
      από οποιονδήποτε άλλον ακριβώς.
Δεν είναι τυχαίο κατά συνέπεια
ότι πάντοτε οι άγιοι Πατέρες μας
τόνιζαν και τονίζουν ως κέντρο
             της ορθής χριστιανικής ζωής
την Ενορία: εκεί που συνάζεται
ο πιστός λαός
                       για να φάει και να πιεί
το σώμα και το αίμα του
Κυρίου Ιησού Χριστού για να σωθεί.
Η αλήθεια αυτή όμως κατανοείται
και με την ειδική έννοια
                             την εκκλησιαστική,
ότι δηλαδή ο κάθε πιστός ως
πρόσωπο κι αυτός ναό του Θεού εστί.
Διότι ακριβώς,
             μέλος του σώματος, αποτελεί.
Οι πιστοί και ως όλον και ως μέρος
                    βιώνουν την χαρισματική
αυτήν πραγματικότητα
να είναι ναός του Θεού,
        κάτι ασφαλώς που δεν αποτελεί
αντίφαση, αλλά μια συνέπεια λογική.
Ο χριστιανός έτσι αν είναι ορθόδοξος
φέρει μέσα του, λόγω της σχέσης του
                                            με τον Χριστό
και όλους τους υπόλοιπους πιστούς,
ενεργείᾳ, δύναμει
                                και μεγάλο σεβασμό.
Ο κάθε ορθόδοξος
                       είναι και γίνεται διαρκώς
ο κατεξοχήν παγκόσμιος
                               άνθρωπος αγαπητός.
Η ίδια η ψυχοσωματική ύπαρξη
                                                  του πιστού
               ζει την παρουσία του Χριστού,
γιατί ανήκει σ’ Εκείνον
                                    τον Οποίο ενδύθει
δια του αγίου βαπτίσματος και από
        τον Οποίο τρέφεται για να ζήσει.
Όσοι γαρ εις Χριστόν εβαπτίσθητε
                               Χριστόν ενεδύσασθε.
Αν ο άνθρωπος,
έστω κι ο βαπτισμένος χριστιανός,
            δεν θελήσει να σταθεί σοβαρά
 απέναντι στον Κύριο και Θεό του,
     με μαθηματική ακρίβεια σιγά σιγά
                    θα στραφεί ολοκληρωτικά
              προς τον αισθητό μόνο κόσμο
αγόμενο και φερόμενος από
τα πάθη του και τον πονηρό διάβολο,
διαγράφοντας  
               και "φονεύοντας" τον Θεό του
 με αποτέλεσμα και τον "φόνο"
                           των συνανθρώπων του!
                 Αλλά ο Θεός βεβαίως μπορεί
 να φονεύεται μέσα στον άνθρωπο,
αλλά δεν πεθαίνει! Και την ζωντάνια
  της παρουσίας Του μπορεί να την δει
και να την βιώσει καθένας,
που θα θελήσει
να ζήσει ορθά την εκκλησιαστική ζωή.
Τότε θα ανοιχτούν τα μάτια του
     και θα δει τον ζωντανό Χριστό μαζί
 με όλους τους ανθρώπους
μέσα στα όρια της δικής του ύπαρξης,
                                    γιατί θα του δοθεί
η χάρη να λειτουργεί ως ιερέας
στην δική του αγία Τράπεζα
                                      την πνευματική.
Στο χέρι μας είναι
                       να μην είμαστε ορφανοί.
Στο χέρι μας είναι να έχουμε
                         και Θεό και ανθρώπους

                                     στη δική μας ζωή.