Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Δ’ Λουκά (των Θεοφόρων Πατέρων της 7ης Οικουμενικής Συνόδου) .



Διδαχθήκαμε άλλωστε από τους Πατέρες μας
να μισούμε την πλάνη και την αίρεση
 κι όχι τον αιρετικό, δι᾽ ον απέθανε Χριστός.


του π. Παναγιώτη  Γκέζου


Οι άγιοι Πατέρες της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου
έδειξαν εν Πνεύματι
    ότι η άρνηση εξεικονισμού του Ιησού Χριστού
 σημαίνει στο βάθος είτε άρνηση αποδοχής
 της πραγματικότητας
                    της ανθρώπινης φύσης του Χριστού,
 συνεπώς έκπτωση στον μονοφυσιτισμό,
 είτε διαγραφή της θεϊκής φύσης Του,
                  συνεπώς έκπτωση στον νεστοριασμό.
  Κι αυτό θα πει ότι ο αιρετικός κάνει επιλογή:
από το όλο της αλήθειας
              επιλέγει ένα κομμάτι της,
                     το οποίο κομμάτι το απολυτοποιεί
 θεωρώντας το ως το όλο.
                              Κι αυτό σημαίνει ότι τελικώς
την αλήθεια την διαστρεβλώνει.
Την δική του λογική έχει ως βάση ο αιρετικός,
γι  αυτό και το βάθος πάντοτε μίας αίρεσης
                         είναι ένας απύθμενος εγωισμός.
Αλλά αιρετικός για την Εκκλησία μας είναι
και εκείνος
που όχι μόνον αλλοιώνει το δόγμα και
την πίστη της, αλλά και το ήθος της ζωής της.
Ποτέ η χριστιανική μας πίστη
              δεν διαχώρισε την πίστη από την ζωή.
Αντιθέτως: όπου έβλεπε μία πίστη
που δεν ενεργοποιείτο
                  ως ζωή την χαρακτήριζε δαιμονική.
Όπως θα το πει και ο απόστολος:
Δείξον  μοι την πίστη εκ των έργων σου.
             Η πίστη χωρίς των έργων νεκρά εστι᾽.
Δεν πρέπει δηλαδή να αδιαφορήσουμε
απέναντι σε έναν πλανεμένο συνάνθρωπό μας,
 σε ένα μέλος του ιδίου σώματος,
                                      αλλά να τον βοηθήσουμε.
Πως το έλεγε ο αγιασμένος Γέρων Παΐσιος; ῾
                  Να του βάζουμε την καλή ανησυχία.
Κι αυτό σημαίνει βεβαίως 
ότι η όποια νουθεσία μας θα γίνεται,
στο πρόσωπο του άλλου,
                             με ταπείνωση και με σεβασμό.
 Διδαχθήκαμε άλλωστε από τους Πατέρες μας
να μισούμε την πλάνη και την αίρεση
                                                   κι όχι τον αιρετικό,
δι ον απέθανε Χριστός.
Η διάθεσή μας δηλαδή
         να βοηθήσουμε τον άλλον με τον λόγο μας
δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όριά μας.
Το είπαμε μία φορά,
                  το είπαμε δεύτερη, έπειτα σταματάμε.
Αν επιμείνουμε, αν θελήσουμε αδιάκοπα να του
υπενθυμίζουμε την απόκλισή του,
τότε τούτο θα σημαίνει την δική μας απόκλιση
και αυτό ας μη το ξεχνάμε.
 Ο απόστολος είναι σαφής:
 η επιμονή στην αίρεση, παρ᾽ όλη την νουθεσία,
 φανερώνει ότι ο αιρετικός έχει αποφασίσει
             τον χαμό του και βυθίζετε στην αμαρτία.
Και πρέπει κι αυτό ακόμα να το σεβαστούμε.
Σαν τον Πατέρα της παραβολής του ασώτου
 να το δούμε,
 ο οποίος σεβάστηκε την απόφαση
    του ασώτου υιού του να φύγει από κοντά του,
ενώ ήξερε ότι η απομάκρυνσή του αυτή
                             ισοδυναμεί με την απώλειά του.
 Σαν τον ίδιο τον Κύριο, ο Οποίος ποτέ
                                       δεν εκβίαζε τους άλλους
 να Τον ακολουθήσουν ή να Τον αποδεχθούν.
Ποτέ ο χριστιανός δεν παραιτείται από την αγάπη,
 διότι έτσι είναι σαν να παραιτείται
από τον ίδιο τον Θεό.
Σταματάμε να μιλάμε και νά νουθετούμε,
              γιατί με αγάπη παραδίδουμε τον αιρετικό
αποκλειστικά στον Θεό,
      ελπίζοντας πια στη δύναμη ελέους απ’ Αυτόν.
Συνεπώς η αγάπη μας εξακολουθεί
           και υφίσταται, παίρνοντας όμως την μορφή
της έμπονης προσευχής.
Κι αυτό θα πει ότι η νουθεσία πίστεως
                                πρέπει να στρέφεται πρωτίστως
προς τον ίδιο τον εαυτό μας.
     Αν εμείς υπερβαίνουμε την αίρεση της πίστεως
καί της ζωής, τότε ίσως υπάρξει ελπίδα
                                                        να κινητοποιηθούν
και οι όντως αιρετικοί
                        προς την κατεύθυνση της αλήθειας.
Γιατί θα τους κινητοποιεί
                           η ίδια η χάρη του Θεού να σωθούν.
Τιτ. Γ’ 8-15