Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής των Προπατόρων.



«Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμούντι
 μὲ Χριστῷ»! (Φιλιππ. Δ΄13).

του π.  Παναγιώτη Γκέζου

Κάθε άνθρωπος που έρχεται στην ύπαρξη,
αισθάνεται «κληρονομικῶ τῷ τρόπω»
                            την ροπή προς την ἁμαρτία.
Την αρνητική αυτή δύναμη που ξεκίνησε
από την πτώση του Αδάμ και θα υπάρχει
μέσα σε κάθε άνθρωπο
                              έως το τέλος της Ιστορίας.
  Αυτό λοιπόν το κακό,
                             αυτή η σαπίλα και η αηδία
αμαυρώνει ολοένα και περισσότερο
                                        την εικόνα του Θεού,
αυτό λοιπόν καταντάει τον άνθρωπο
        «παλαιὸν ἄνθρωπον», σκοτίζει το νου.
Όντως, η αμαρτία, το σίχαμα τούτο
                                                   η κατάρα αυτή, ,
  κάνει τον άνθρωπο
                   «παλαιὸν ἄνθρωπον» δηλαδή,
αντί του δρόμου προς το καθ' ομοίωση
για τον οποίον τον έπλασε ο Θεός,
                                                        τον οδηγεί,
στην αιώνια κόλαση,
                     στην ατραπό της διαστροφής.
Όλα δε αυτά που βλέπουμε και ζούμε
 στην καθημερινότητα,
                             όλο αυτό το ποικίλο κακό
που με γεωμετρική πλέον πρόοδο
                     αυξάνεται μέρα με την ημέρα
δεν είναι τίποτε άλλο,
              παρά η απομάκρυνση από το Θεό.
Η δαιμονική αυτή κατάσταση
                              παράγει όλα τα αρνητικά
και τελικώς αχρηστεύει τον άνθρωπο.
                                                  Τον καταντά
σκωληκόβρωτο πτώμα της αμαρτίας.
Και όπως τα πτώματα τα θάπτουμε
διότι κινδυνεύουμε
                      και δεν γίνεται διαφορετικά,
έτσι τώρα και στην περίπτωση
                             του ηθικού θανάτου,
θα πρέπει να αποφύγουμε
                            από όλα αυτά,
                                                τα αμαρτωλά.
Αλήθεια, τι κατάντημα!
                                            Ενώ πλάστηκαν
για να είναι άνθρωποι του Θεού,
άνθρωποι που μέσα στην ύπαρξη τους
                                       την ψυχοσωματική
θα πρέπει, το Πνεύμα το Άγιο,
                                                     να κατοικεί,
άνθρωποι, ναοί του Θεού,
                            αυτοί τώρα θεληματικώς,
μεταβάλλονται σε σπήλαια ληστών,
προγευόμενοι,
    την αιώνια κόλαση, από αυτή την ζωή.
Και μετά απ' όλα αυτά,
προκύπτει το φλέγον ερώτημα:
Πως ο παλαιός γίνεται νέος άνθρωπος;
                       Πως το κινητό θηριοτροφείο
       και το απαίσιο ζωντανό νεκροταφείο,
μεταβάλλεται σε ναό της Θεότητας;
Πως λοιπόν θα κατορθωθεί
το αδύνατον τούτο κατά τα ανθρώπινα;
Μια σύντομη απάντηση
                           δίνεται στο ερώτημα αυτό,
μέσω της οποίας απαστράπτει,
                                     της θεότητος, το φως.
«Δία Ἰησοῦ Χριστοῦ»!
Διασαλπίζει ο θεόπνευστος απόστολος.
«Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμούντι
 μὲ Χριστῷ»! (Φιλιππ. Δ΄13).
Χριστιανός που δεν έχει αισθανθεί,
έστω και λίγο την ανάγκη
                                της ριζικής μετάνοιας
                   και της εν Χριστώ θεραπείας,
άνθρωπος που αρκείται στα εξωτερικά,
       έστω και αν δεν έχει πέσει σε βαριά
και θανάσιμα αμαρτήματα,
απλώς αποδεικνύει στην πράξη
ότι ακόμα δεν έχει θέσει
                                          αρχή μετανοίας
           και αγνοεί την οδό της σωτηρίας.
Μα το χειρότερο είναι
να παραμένει κανείς ικανοποιημένος
με την κατάστασή του και να πιστεύει
                                  ότι λόγω της «σεμνής»
και «άψογης» εξωτερικής συμπεριφοράς
έχει φθάσει στα ύψη
                                 της πνευματικής ζωής.
Στην κατάσταση αυτή
                   δεν αφήνει ο άνθρωπος
να τον αγκαλιάσει το συναίσθημα,
δηλαδή η πραγματικότητα
της πνευματικής του πτώχειας
                             και η καρδιακή συντριβή.
Είναι ανάγκη να έχουμε πάντοτε
κατά νου ότι το δένδρο,
                      όσο ύψος έχει από το έδαφος
                               έως την δική του κορυφή,
άλλο τόσο ή και περισσότερο
έχει ρίξει τις ρίζες του από την επιφάνεια
                    του εδάφους στα βάθη της γης.
 Δεν έχουμε λοιπόν, παρά με πίστη θερμή
να στραφούμε προς τον Σωτήρα Χριστό,
                                     και με διάθεση αγαθή
να αναλάβουμε τον αγώνα της μετανοίας
                                με αδιάλειπτη προσευχή.
Όσο συνειδητότερα γίνεται αυτό,
             τόσο και περισσότερο ανακαινισμό
     και χάρη θα δεχθούμε
                       στην ύπαρξή μας από το Θεό.
Κολ.γ΄4 – 11