Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Κήρυγμα την Κυριακή της Αποκρέω - Η αναμονή της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου για τους ανθρώπους είναι υπόθεση χαράς.



«Καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι καὶ μέλη πολλά,
πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ ἐνὸς, ἕν ἐστι σῶμα,» (Α’ Κορ. 12, 12)..

   Το θέμα της Δευτέρας Παρουσίας
απασχολεί έντονα πολλούς ανθρώπους,
και γι’ αυτό τον λόγο
        ασχολούνται με ποικίλους τρόπους,
μάλιστα δε σε κάποιες περιπτώσεις
εξετάζουν το ζήτημα
     μακράν του πνεύματος της Εκκλησία
                                         και της ερμηνείας
την οποία δίδουν
οι θεοφώτιστοι Άγιοι Πατέρες
                           στη δική τους διδασκαλία.
Η αναμονή
της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου για
   τους ανθρώπους είναι υπόθεση χαράς.
Από τα βάθη της ψυχής τους
προσεύχονται για την φωτοφόρο
και ένδοξη μέρα του Κυρίου,
εκφράζοντες αυτό τον πόθο
                                       με το «μαράν ἀθᾶ»,
δηλ. «ἔρχου Κύριε».
     Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία
περί του οριστικού
και αμετάκλητου της κρίσεώς Του.
Η αιωνιότητα
                     με την ατέρμονη της πορεία
είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά
 τον ερχομό Του, τη Δεύτερη Παρουσία. 
 Η μόνη διαφορά μεταξύ
της μερικής κρίσεως που υφίσταται
ο άνθρωπος όταν πεθάνει,
θα είναι στον βαθμό της έντασης:
στη μερική κρίση κρίνεται
                                       με μόνη την ψυχή
στη γενική κρίση
                        μαζί με το σώμα θα κριθεί.
    Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως
ότι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος
δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού.
                         Διότι «ο Θεός αγάπη εστί»,
και έτσι το μόνο που δύναται
                                              είναι να αγαπά.
Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού
δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς:
              είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά.
       Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής
μεταποιούν και αλλοιώνουν  
                                      την αγάπη τη θεϊκή.
Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του
το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε
         ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν
                               και τον αναζωογονούν.
Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση
ή στον παράδεισο,
                            όπως λέμε, αποκλειστικά
υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός.
                                        Ο Θεός μας αγαπά.
Ο Θεός δεν «αμείβει»
                          και δεν «τιμωρεί» κανέναν
 αφού όλους μας καλεί
                              και μας θέλει κοντά του.
Εμείς είμαστε που με τον τρόπο μας
Τον πλησιάζουμε η φεύγουμε μακρά Του.
Χριστιανική αγάπη
                 σημαίνει να ζω και να υπηρετώ
τους άλλους ανθρώπους.
Σ’ αυτό το επίπεδο κρίνεται
                    η σχέση που έχουμε με το Θεό.
    Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας
 στη μία ή στην άλλη κατάσταση
                                                    είναι γνωστό
η αγάπη που φροντίσαμε
να κρατήσουμε στη ζωή αυτή  απέναντι
στον συνάνθρωπο
                               και απέναντι στον Θεό.
    Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος,
                               όποιος κι αν είναι αυτός,
 δεν είναι απλώς ο άλλος.
Πολύ περισσότερο
                   δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός.
  Ας λάμψη το φώς τον καλών σου έργων
έμπροσθεν των ανθρώπων και να  μη
      βλασφημείται εξαιτίας σου ὁ Χριστός.
Φόρεσε ένδυμα αφθαρσίας,
                        διαπρέπων εις έργα αγαθά
και όποια υπόθεση αναλάβεις
κατ’ οικονομία από τον Θεό,
                      να την διαχειρισθείς σωστά.
Πρεσβυτέρου Π. Γκέζου

19/2/2017