Σάββατο, 1 Ιουλίου 2017

Κήρυγμα την Κυριακή Δ΄ Ματθαίου.


«Και εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ•
                 ὕπαγε, καὶ ὠς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι.
Καὶ ἰάθῃ ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνην"• (Ματθ. η΄13).

 του Πρεσβυτέρου π. Παναγιώτου  Γκέζου

Οι κοινωνικές διαβαθμίσεις δυστυχώς υποτιμούν
τους πολλούς και τους λίγους υπερεκτιμούν   .
Κριτήριο το χρώμα,
                               η θέση, η μόρφωση, η καταγωγή.
Δεν ξέρουμε όμως
        ότι κάποια στιγμή της ζωή μας ποιός μπορεί
να μας φανεί χρήσιμος, που και γιατί. 
Aλλὰ δεν είναι μόνο
η βαθειά πίστης του εκατόνταρχου,
                                 που αμείβεται από τον Χριστό.
Είναι και η μεγάλη του ἀγάπη.
            Δεν παρακαλεί δια τον εαυτόν του το Θεό.
Ούτε δια την οικογένεια του.
Έρχεται πλημμυρισμένος από πόνο
    και ενδιαφέρον  δια τον δούλο του το σεβαστό.
Η Αγάπη αυτή δια την εποχή του
                                          ήταν κάτι το ακατανόητο.
Διότι οι δούλοι τότε
                              εθεωρούντο ως απλά Εργαλεία,
χωρὶς καμία ανθρώπινη αξία.
Δι’ αυτό και χωρὶς κανένα έλεγχο
                               μπορούσαν να τους πουλήσουν
 η να τους σφάξουν, δια να διασκεδάσουν.
Αισθάνθει την μεγάλη χριστιανική αλήθεια
                                 ο Ρωμαίος αυτός αξιωματικός:
Όταν ο Κύριος είδε την πίστη
                            και την αγάπη του εκατόνταρχου,
 δεν περιωρίσθει μόνον να τον επαινέσει.
Προχώρησε και εις την αμοιβή.
«Και εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ·
                 ὕπαγε, καὶ ὠς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι.
Καὶ ἰάθῃ ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνην"· (Ματθ. η΄13).
Και η αμοιβή Του είναι πλούσια
και γενναιόδωρος. Δίδει και υλικά.
Ικανοποίει και αιτήματα,
που έχουν σχέση με το σώμα. Κυρίως όμως
                                      δίδει δωρήματα πνευματικά.
 Που μένουν αιώνια και αναλλοίωτα. Αυτό
   παθαίνει σήμερα ο κόσμος. Γυρίζει για να βρει
τη χαρά και την ευτυχία.
    Σκορπάει χρόνια και δυνάμεις. Και δεν μπορεί.
 Και θα μείνει πάντα χωρὶς χαρά,
αν δεν θελήσει να ρωτήσει τον Χριστό.
Τότε θα μάθη ότι η ευτυχία είναι πολύ κοντά (του).
 Σε μιὰ διπλανή πόρτα, που γράφει.
Πίστης και αγάπη! Δύο στοιχεία, ουσιαστικά
διαθέτει για την πνευματική ζωή,
ο εκατόνταρχος της σημερινής περικοπής.
Την Ταπείνωση και την Πίστη.
“Κύριε”, λέει,
            “δεν είμαι άξιος στο σπίτι μου να ΄ρθείς ”.
“Πες μόνο ένα λόγο,
                             και ο δούλος μου θα θεραπευτεί”.
Αυτή η ταπείνωση και αυτή η πίστη
πολλές φορές απουσιάζει από τους ανθρώπους
  που θεωρητικά βρίσκονται πιο κοντά στον Θεό.
Ίσως επειδή θεωρούν τον εαυτό τους,
 του Θεού, “περιούσιο λαό”.
Το ότι βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία,
δεν σημαίνει απαραίτητα
             ότι είμαστε σεσωσμένοι από την αμαρτία.
Γι αυτό και ο Χριστός τονίζει
σε όλους μας σήμερα, ότι δεν αρκεί
να είναι κανείς υιός του Αβραάμ, του Ισαάκ
και του Ιακώβ, δηλαδή
                δεν αρκεί να είναι μέλος της Εκκλησίας,
 για να καθίσει ανάμεσα στους δοξασμένους
                                             της Ουράνιας Βασιλείας.
    Απαιτείται πίστη. Πίστη απλή, άδολη, ταπεινή,
 σαν του εκατόνταρχου της σημερινής διήγησης
                               του Ματθαίου του ευαγγελιστή.
Μια πίστη η οποία, δυστυχώς,
       απουσιάζει στις μέρες μας, κι όμως αποτελεί  
το ζητούμενο της πορείας μας της πνευματικής.
    Αυτή η πίστη ήταν που γέννησε το θαύμα.
 Γι’ αυτό και ο Κύριος του είπε:
 «ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι».
Καὶ πράγματι
        θεραπεύθηκε ο δοῦλος του εκείνη τη στιγμή.
Μόνο όποιος συναισθάνεται
την αμαρτωλότητά του. Μόνο όποιος μετανοεί
εμπράκτως, μπορεί να ελπίζει
ότι το έλεος του Θεού θα τον επισκεφθεί
                     και θα θεραπεύσει την δική του ψυχή.
Και ας μη λησμονούμε πότε ότι:
«Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ απολαύσει τὴν δικαιοσύνη
καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἐὰν πρώτα δὲν αγωνιστή
γιὰ τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν ευτυχία
τῶν ταπεινών καὶ ανήμπορων συνανθρώπων του»

                χωρίς πίστη στου Θεού την ευσπλαχνία.