Σελίδες

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Εξόδιος χαιρετισμός της αδελφής Θεοτέκνης, στην Εξόδιο ακολουθία της Ηγουμένης της Ιεράς Μονής Στεφάνου Μετεώρων Αγάθης (Αντωνίου).


 
Στην φωτογραφία ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γλυφάδας, τελεί τρισάγιο μετά την Εξόδιο Ακολουθία της Ηγουμένης

Ἐ­ξό­δι­ος χαι­ρε­τι­σμός στήν ὁ­σι­ω­τά­τη ἐν μο­να­ζού­σαις Ἀ­γά­θη, Κα­θη­γου­μέ­νη τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Ἁ­γί­ου Στε­φά­νου Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων, ἐκ­φω­νη­θείς τῇ 3ῃ Μα­ΐ­ου σω­τη­ρί­ου ἔ­τους 2011 πρό τοῦ ἱ­ε­ροῦ της σκη­νώ­μα­τος.

Ἡρπάγη γῆς Ἀγάθη, τῶν Μετεώρων εὖχος,
ζῇ δὲ νῦν ἐν πόλῳ σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις.
Εἰκάδι ἀμφ᾿ ἐνάτῃ Ἀγάθη ἀπεβήσατο γαίης.

Χο­ρεί­α σε­πτῶν Ἱ­ε­ραρ­χῶν με­τά τοῦ Σε­βα­σμι­ω­τά­του Μη­τρο­πο­λί­του μας Στα­γῶν καί Με­τε­ώ­ρων κ. Σε­ρα­φείμ, σύ­μπα­σα ἡ μο­να­στι­κή κοι­νό­τη­τα τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων, κλη­ρι­κοί, μο­να­χοί καί μο­νά­στρι­ες ἀ­πό ὅ­λη τήν Ἑλ­λά­δα, οἱ ἐ­πί­ση­μες ἀρ­χές τοῦ νο­μοῦ μας, πλή­θη ἐν Χρι­στῷ πε­φι­λη­μέ­νων ἀ­δελ­φῶν καί φί­λων τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς μας προ­πέ­μπο­με σή­με­ρα προ­σευ­χη­τι­κά καί δο­ξο­λο­γι­κά τήν πρό­τρι­τα κοι­μη­θεῖ­σα εὐ­λο­γη­μέ­νη Γε­ρό­ντισ­σα Ἀ­γά­θη, τήν δι­α­κο­νή­σα­σα ἐν­ζή­λως καί φι­λο­κά­λως ἐ­πί μί­αν πε­ντη­κο­ντα­ε­τί­αν τό ἱ­ε­ρό τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρος κοι­νό­βι­ο.
Δυ­νά­με­θα νά ἐ­πα­να­λά­βου­με γι᾿ αὐ­τήν τά λό­γι­α τοῦ Ἁ­γί­ου Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Στου­δί­του: «Οὐ τέ­θνη­κεν, ἀλ­λὰ με­τέ­στη εἰς αἰ­ώ­νι­ον ζω­ήν· οὐχ ἡ γῆ αὐ­τὴν ἐ­κά­λυ­ψεν, ἀλλ᾿ οὐ­ρα­νὸς ὑ­πε­δέ­ξα­το. Ὑ­πέ­λα­βεν αὐ­τὴν ἡ ὁ­μο­λο­γη­τῶν χο­ρεί­α, ἡ ἀ­σκη­τῶν ὁ­μο­σκη­νί­α, ὅ­που τὸ φῶς τὸ ἀ­λη­θι­νόν, ἔν­θα αἱ μα­κά­ρι­αι ἀ­να­παύ­σεις, ἀνθ᾿ ὧν εἵ­λε­το κό­πων καὶ πό­νων ἐν σαρ­κὶ ἀ­σκη­τι­κῶς τε καὶ ὁ­μο­λο­γη­τι­κῶς»[1]. Ἡ κυ­ρί­α μας Θε­ο­τό­κος, στήν ἀ­να­στά­σι­μη ἑ­ορ­τή τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς, ἀ­νέ­ψυ­ξε τούς πό­νους τῆς ἀ­σθε­νεί­ας της, ἐ­πι­δί­δο­ντάς της δι᾿ ἀ­να­κο­πῆς τῆς καρ­δί­ας της, πα­ρά τίς φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες τῶν ἰ­α­τρῶν, τό προ­σκλη­τή­ρι­ο γι­ά τούς γά­μους μέ τόν Νυμ­φί­ο Χρι­στό. Ἡ εἴ­δη­ση βρῆ­κε τήν Ἀ­δελ­φό­τη­τα σύσ­σω­μα προ­σευ­χο­μέ­νη στό κα­θο­λι­κό ὑ­πέρ αὐ­τῆς καί γέ­μι­σε μέ δά­κρυ­α τήν πο­λυ­ά­ρι­θμη συ­νο­δί­α της.
Ἡ μα­κα­ρι­στή πλέ­ον Γε­ρό­ντισ­σά μας, κα­τα­γο­μέ­νη ἀ­πό τό Κα­τη­χώ­ρι­ον Βό­λου εἶ­χε προ­σέλ­θει στήν Ἱ­ε­ρά Μο­νή τοῦ Πρω­το­μάρ­τυ­ρος Στε­φά­νου σέ ἡ­λι­κί­α εἴκοσι δύο ἐτῶν, στά 1962, ἕ­να χρό­νο δη­λα­δή με­τά τήν σύ­στα­ση τῆς γυ­ναι­κεί­ας Ἀ­δελ­φό­τη­τος καί προ­σε­τέ­θη στά πρῶ­τα ἱ­δρυ­τι­κά μέ­λη.
Οἱ κτι­ρι­α­κές συν­θῆ­κες τοῦ μο­να­στη­ρι­οῦ -με­τά τούς βομ­βαρ­δι­σμούς καί τίς λε­η­λα­σί­ες τοῦ τε­λευ­ταί­ου πο­λέ­μου- ἦ­ταν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἄ­θλι­ες. Τό κρύ­ο ἀ­νυ­πό­φο­ρο, ἡ θέρ­μαν­ση σχε­δόν μη­δα­μι­νή. Τό τυ­πι­κό τῆς Μο­νῆς αὐ­στη­ρό­τα­το, ἡ ὑ­γεί­α τῆς νε­ό­κου­ρης μο­να­χῆς ἀ­σθε­νέ­στα­τη, λό­γῳ τῆς καρ­δι­ο­πά­θει­ας πού τήν βα­σά­νι­ζε σέ ὅ­λη της τή ζω­ή. Ὁ θεῖ­ος ὅ­μως ἔ­ρως, ἀρ­ρα­βών πο­λύ­τι­μος τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, κα­τέ­φλε­γε τήν καρ­δί­αν της δι­ά τήν ὑ­πέρ φύ­σιν καί ὑ­πέρ τίς δυ­νά­μεις της ἄ­σκη­ση.
Κα­τά τούς βα­ρεῖς χει­μῶ­νες, ὅ­ταν τό χι­ό­νι κα­τέ­κλυ­ζε τίς θυ­ρί­δες τοῦ κελ­λί­ου της, ἡ ἴ­δι­α μᾶς δι­η­γεῖ­το, ὅ­τι κα­θώς ἔ­κα­νε τά σταυ­ρω­τά κο­μπο­σχοί­νι­α της στόν καθ᾿ ἡ­μέ­ραν κα­νό­να, ἔ­νοι­ω­θε μι­ά ἀ­ό­ρα­τη θαλ­πω­ρή νά κυ­κλώ­νει τό ἀ­σθε­νι­κό καί πο­λύ­α­θλό της σῶ­μα.
Ὡς ὑ­πο­τα­κτι­κή, τα­πει­νή καί ὑ­πά­κου­η, ἐρ­γα­τι­κή καί φι­λό­κα­λη, σι­ω­πη­λή, ἀλ­λά πά­ντο­τε μέ εἰ­ρη­νι­κό βλέμ­μα, ἀ­νέ­παυ­ε τούς Προ­ε­στῶ­τες της καί ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πα­ρά­δει­γμα πρός μί­μη­ση στά συ­νε­χῶς αὐ­ξα­νό­με­να μέ­λη τοῦ ἱ­ε­ροῦ κοι­νο­βί­ου. Ὁ ἀ­εί­μνη­στος Γέ­ρο­ντάς μας Δο­σί­θε­ος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἡ ἐν λό­γῳ μο­να­χή ἔ­μοι­α­ζε μέ τό μι­κρό πλα­τα­νά­κι, στήν σκι­ά τοῦ ὁ­ποί­ου βρί­σκει κα­νείς δρο­σι­ά καί ἀ­νά­παυ­ση.  
Ὅ­ταν κα­τά τά ἔ­τη 1971-1976 λει­τούρ­γη­σε στό Μο­να­στή­ρι τό ὀρ­φα­νο­τρο­φεῖ­ο μέ κο­ρι­τσά­κι­α τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ Σχο­λεί­ου, ἡ ἀ­δελ­φή Ἀ­γά­θη ἐρ­γά­στη­κε μέ αὐ­τα­πάρ­νη­ση, ἀλ­λά καί μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη τρυ­φε­ρό­τη­τα καί στορ­γή ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος.
Στά 1988, με­τά τήν κοί­μη­ση τῆς ἀ­εί­μνη­στης Γε­ρό­ντισ­σας Χρι­στο­νύμ­φης, ἐ­ξε­λέ­γη ἡ­γου­μέ­νη καί ἀ­νέ­λα­βε τό ἔρ­γο τῆς δι­α­ποι­μάν­σε­ως τῶν ψυ­χῶν, χω­ρίς πο­τέ νά πα­ρα­λεί­πει τίς προ­σω­πι­κές προ­σευ­χές της, πού ἔ­κτο­τε ηὔ­ξη­σε. Ἦ­ταν πά­ντα εὐ­γε­νι­κή, προ­ση­νής, κα­λω­συ­νά­τη. Τό κελ­λί της, ἀ­νοι­κτό τίς πι­ό πολ­λές ὧ­ρες, πα­ρά τίς πολ­λές καί πο­λυ­ώ­δυ­νες ἀ­σθέ­νει­ες, ἦ­ταν τό κα­θη­με­ρι­νό κα­τα­φύ­γι­ο τῶν Ἀδελ­φῶν, πού εἰ­ρή­νευ­αν κο­ντά της καί ἔ­παιρ­ναν ὁ­δη­γί­ες γι­ά τήν πνευ­μα­τι­κή κα­τάρ­τι­ση καί τήν ἄ­σκη­ση στήν δι­ά τόν Κύ­ρι­ον ὑ­πο­τα­γή καί ὑ­πο­μο­νή.
Τό φι­λα­κό­λου­θο τῆς ὁ­σι­α­κῆς πνευ­μα­τι­κῆς Μη­τρός ἦ­ταν πα­ροι­μι­ῶ­δες· δέν προ­λα­βαί­να­με νά τε­λει­ώ­σου­με τόν Ἑ­σπε­ρι­νό καί τό Ἀ­πό­δει­πνο πού ἐ­δῶ γί­νο­νται μα­ζί, καί ἐ­νῶ εἴ­χα­με ψάλ­λει στήν Ἐκ­κλη­σί­α τό Θε­ο­το­κά­ρι­ο, τό ξαναδιάβαζε μόνη της καί ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τούς Χαι­ρε­τι­σμούς στήν με­γά­λη Γορ­γο­ϋ­πή­κο­ο Γε­ρό­ντισ­σα.
Ὅ­ταν ἀ­νέ­λα­βε τό μο­να­στή­ρι ὡς ἡ­γου­μέ­νη, ὁ σε­βα­στός Γέ­ρο­ν­τάς μας π. Ἀ­θα­νά­σι­ος τῆς εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἐ­σύ θά βο­η­θᾶς τήν ἀ­δελ­φό­τη­τα μέ τό κο­μπο­σχοί­νι. Καί πρά­γμα­τι, μέ τίς πο­λύ­ω­ρες προ­σευ­χές της, ἀλ­λά συγ­χρό­νως καί μέ τήν βο­ή­θει­α τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ Πα­τρός, καί τῶν ἑ­κά­στο­τε ἡ­γου­με­νο­συμ­βού­λων, ὠρ­γά­νω­σε μι­ά πο­λυ­ά­ρι­θμη πνευ­μα­τι­κή κυ­ψέ­λη, ἕ­να κοι­νό­βι­ο πά­νω στά Ἅ­γι­α Με­τέ­ω­ρα, τό ὁ­ποῖ­ο, ὡς ἐκ τῆς θέ­σε­ώς του, ἔ­χει πολ­λές δι­οι­κη­τι­κές ὑ­πο­χρε­ώ­σεις, ἀλ­λά καί ἀ­παι­τεῖ εἰ­δι­κή με­τα­χεί­ρι­ση τοῦ προ­γράμ­μα­τος ἐρ­γα­σί­ας τῶν ἀ­δελ­φῶν, ὥ­στε, πα­ρά τό με­γά­λο καθ᾿ ἡ­μέ­ραν ἐ­πι­σκε­πτή­ρι­ο, νά ἔ­χουν οἱ μο­να­χές τίς ἀ­πα­ραί­τη­τες ὧ­ρες προ­σευ­χῆς καί με­λέ­της.
Τό ἀ­να­στη­λω­τι­κό ἔρ­γο τοῦ μο­να­στη­ρι­οῦ συ­νε­χί­στη­κε ἐ­πί τῆς ἡ­γου­με­νί­ας της μέ ἀ­ξι­ο­ζή­λευ­τους ρυ­θμούς. Ἀ­πό τό 1990 ἄρ­χι­σε καί προ­χω­ρεῖ, σύν Θε­ῷ, ἀ­πό τόν χα­ρι­σμα­τοῦ­χο ἁ­γι­ο­γρά­φο Βλά­σι­ο Τσο­τσώ­νη ἡ θαυ­μα­στή ἱ­στό­ρη­ση τοῦ πα­ρό­ντος κα­θο­λι­κοῦ, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­να­παύ­ει καί ἀ­νυ­ψοῖ τίς προ­σευ­χό­με­νες μο­να­χές, ἀλ­λά καί ὅ­λους τούς εὐ­λα­βεῖς προ­σκυ­νη­τές. Μέ τήν σο­φή ἀρ­χι­τε­κτο­νία τοῦ ἐ­κλε­κτοῦ μα­ΐ­στο­ρα Σω­τη­ρί­ου Τζή­μα ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­καν στόν στε­νό χῶ­ρο τοῦ Με­τε­ω­ρί­τι­κου βρά­χου οἱ πτέ­ρυ­γες τῶν κελ­λι­ῶν, ἡ δη­μι­ουρ­γί­α ἐρ­γα­στη­ρί­ων καί ὁ σχε­δι­α­σμός τῶν κή­πων τῆς Μο­νῆς, πού ἀ­να­παύ­ουν τούς ἐ­δῶ βι­οῦ­ντας, ἀλ­λά καί ξε­κου­ρά­ζουν τά πλή­θη τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν.
Τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νι­α (2006-2011) ἀ­νη­γέρ­θη ὁ πε­ρι­καλ­λέ­στα­τος κοι­μη­τη­ρι­α­κός να­ός τῶν Ἁ­γί­ων Τα­ξι­αρ­χῶν καί τῆς ἁ­γί­ας Μάρ­τυ­ρος Κλαυ­δί­ας, ἐγ­γύς τοῦ ὁ­ποί­ου θά ἀ­να­παύ­ε­ται ἡ μα­κα­ρι­στή μας Μη­τέ­ρα καί ὁ τά­φος της θά εἶ­ναι γι­ά μᾶς προ­σκύ­νη­μα κα­θη­με­ρι­νό.
Ὡς φι­λερ­γής μέ­λισ­σα ἡ ἀ­εί­μνη­στη Γε­ρό­ντισ­σα Ἀ­γά­θη, συ­γκε­ν­τρώ­νο­ντας μι­κρές-μι­κρές προ­σφο­ρές, δι­έ­θε­τε τίς δα­πά­νες γι­ά τήν φι­λο­κά­λη­ση τῶν να­ῶν μέ χρυ­σο­κέ­ντη­τα κα­λύμ­μα­τα καί ἀρ­γυ­ρᾶ σκεύ­η, τε­λευ­ταί­α της δέ πα­ραγ­γε­λί­α ἦ­ταν ὁ πε­ρί­φη­μος χρυ­σο­κέ­ντη­τος ἐ­πι­τά­φι­ος, τόν ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­φέ­ρα­με ἐ­φέ­τος τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή.
Τά δύ­ο τε­λευ­ταῖ­α χρό­νι­α ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα σκλη­ρά στήν ὑ­γεί­α τοῦ νέ­ου πο­λυ­ά­θλου Ἰ­ώβ. Συ­νε­χῆ κα­τά­γμα­τα, χει­ρουρ­γεῖ­α καρ­δι­ᾶς, δι­αρ­κεῖς ἰ­ώ­σεις τίς ἔ­πλε­καν τόν στέ­φα­νο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου της, τόν ὁ­ποῖ­ο ὑ­πέ­μει­νε καρ­τε­ρι­κά, ἀ­γόγ­γυ­στα, δο­ξο­λο­γη­τι­κά, δί­νο­ντας σέ ὅ­λες μας τό πα­ρά­δει­γμα τῆς ἄ­χρι θα­νά­του ὑ­πο­μο­νῆς. Τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό ἡ ἄ­σκη­ση στήν καρ­δι­α­κή προ­σευ­χή ἦ­ταν ἀ­νελ­λι­πής καί αὐ­τό ἦ­ταν ἡ μυ­στι­κή δύ­να­μη τῶν ἱ­ε­ρῶν ἀ­γω­νι­σμά­των της.
Θά πρέ­πει ἐ­πί­σης νά ἀ­να­φέ­ρω ὅ­τι στά θέ­μα­τα τῆς πί­στε­ως ἦ­ταν πά­ντα ζη­λω­τι­κή καί στήν διαποίμανσή της, πα­ρά τήν ἐ­νί­ο­τε αὐ­στη­ρό­τη­τά της, λό­γῳ τῆς πα­ρα­δε­δο­μέ­νης γραμ­μῆς τοῦ μο­να­στη­ρι­οῦ, ἦ­ταν συγ­χω­ρη­τι­κή εἰς ἔ­πα­κρον. Πα­ρε­χώ­ρη­σε ὁ Θε­ός, μιά ἡ­μέ­ρα, κα­θώς ἄ­νοι­ξα τό κελ­λί της, καί ἐ­νῶ εἶ­χε προ­η­γη­θεῖ μιά ὀ­δυ­νη­ρή ἀ­νοί­κει­α προ­σω­πι­κή της ἐ­ξου­θέ­νω­ση, νά τήν βρῶ μέ ὑ­ψω­μέ­να χέ­ρι­α μπρός στήν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ καί νά βο­ᾶ δυ­να­τά: Σ᾿ εὐ­χα­ρι­στῶ, Χρι­στέ μου, σέ εὐ­χα­ρι­στῶ, Χρι­στέ μου, Χρι­στέ μου σέ  εὐ­χα­ρι­στῶ!!!
Ὁ παν­σό­φως πά­ντα ποι­ῶν Κύ­ρι­ος οἰ­κο­νό­μη­σε, ὥ­στε μέ τήν κα­θυ­στέ­ρη­ση τῆς ἐ­λεύ­σε­ως τῆς σο­ροῦ της, ἀφ᾿ ἑ­νός νά λά­βει στε­φά­νι­α ξε­νι­τεί­ας καί ἐ­γκα­τα­λεί­ψε­ως καί ἀφ᾿ ἑ­τέ­ρου νά δύ­να­νται νά συμ­με­τά­σχουν σή­με­ρα στήν ἐ­ξό­δι­ο ἀ­κο­λου­θί­α της πλει­άς Ἁ­γί­ων Ἀρ­χι­ε­ρέ­ων (ἤ­τοι ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Στα­γῶν καί Με­τε­ώ­ρων κ. Σε­ρα­φείμ, Γλυ­φά­δας κ. Παῦ­λος, Λα­ρί­σης κ. Ἰ­γνά­τι­ος, Κα­στο­ρί­ας κ. Σε­ρα­φείμ, Κερ­κύ­ρας κ. Νε­κτά­ρι­ος, Ρε­ντί­νης κ. Σε­ρα­φείμ...........­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­..­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­..­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­...................­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­..­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­.­..­.­.­.) καί νά εὔ­χω­νται ὑ­πέρ ἀ­να­παύ­σε­ως τῆς ψυ­χῆς της καί κα­τευ­ο­δώ­σε­ως τοῦ ἱ­ε­ροῦ κοι­νο­βί­ου μας. Τούς εὐ­χα­ρι­στοῦ­με ὅ­λους θερ­μό­τα­τα γι­ά τήν ἐ­ξαί­ρε­τη αὐ­τή τι­μή καί εὐ­λο­γί­α καί γιά τίς ὁλόθερμες καθ᾿ ἡμέραν προσευχές τους. Αὐτή ἡ ἀγάπη τους πρός τήν Γερόντισσά μας τιμᾶ τό μοναστήρι μας καί μᾶς συγκινεῖ βαθύτατα.
Ἐ­ξαι­ρέ­τως δέ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με τόν Σε­βα­σμι­ώ­τα­το Ποι­με­νάρ­χη μας Στα­γῶν καί Με­τε­ώ­ρων κ. Σε­ρα­φείμ, ὁ ὁ­ποῖ­ος, δι­ά τῶν προ­σευ­χῶν του καί τῶν λό­γων του, στή­ρι­ζε μέ συ­νε­χῆ τη­λε­φω­νι­κή ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τήν μα­κα­ρι­στή μας Γε­ρό­ντισ­σα καί ἅ­μα τῇ εἰ­δή­σει τῆς ἐκ­δη­μί­ας της ἀ­νέ­βη­κε τρεῖς φο­ρές στό Μο­να­στή­ρι, μα­ζί μέ τόν Ἅ­γι­ο Πρω­το­σύ­γκελ­λο, γι­ά νά δι­α­βά­σει «τρι­σά­γι­ο» καί νά πα­ρα­μυ­θή­σει τήν πο­νε­μέ­νη μας ἀ­δελ­φό­τη­τα.
Ἐ­πί­σης, θερ­μό­τα­τες ὀ­φεί­λο­με εὐ­χα­ρι­στί­ες στόν Ἀ­ξι­ό­τι­μο Δι­ευ­θυ­ντή καί τούς ἰ­α­τρούς τοῦ Νο­σο­κο­μεί­ου Τρι­κά­λων πού τή πε­ρι­έ­θαλ­ψαν μέ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­πι­μέ­λει­α καί φρο­ντί­δα, κα­θώς καί τούς ἰ­α­τρούς καί τήν Προ­ϊ­στα­μέ­νη τοῦ Ὠ­να­σεί­ου Νο­σο­κο­μεί­ου πού στά­θη­καν μέ πο­λύ σε­βα­σμό καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κή ἐ­πι­μέ­λει­α κο­ντά της.
Πο­λυ­σέ­βα­στη καί προ­σφι­λέ­στα­τη Γε­ρό­ντισ­σά μας.
Ἐ­μπρός στό ὁ­σι­α­κό σου σκή­νω­μα γο­να­τί­ζου­με τα­πει­νά ὅ­λες οἱ ὑ­πο­τα­κτι­κές σου καί ζη­τοῦ­με τήν ὕ­στα­τη εὐ­χή καί συγ­χώ­ρε­ση, γι­ά τίς πά­μπολ­λες φο­ρές πού δέν ἀ­ντα­πο­κρι­θή­κα­με στήν πολ­λή σου κα­λω­σύ­νη καί ὁ­σι­ό­τη­τα. Με­τα­φερ­θεῖ­σα στό οὐ­ρά­νι­ο με­τό­χι μας, ὅ­που σέ πε­ρι­μέ­νουν ὁ σε­βα­στός Γέ­ρο­ντας Δο­σί­θε­ος, οἱ προ­η­γη­θεῖ­σες Γε­ρό­ντισ­σες Ἀ­γα­θο­κλή­τη καί Χρι­στο­νύμ­φη καί ἡ ἀ­δελ­φή μας Ἀ­λε­ξί­α, τώ­ρα πού ἀ­πέ­στη πᾶ­σα ὀ­δύ­νη, λύ­πη καί στε­να­γμός, τώ­ρα πού ἐ­ξέ­λι­παν οἱ ἐ­δῶ πολ­λές μέ­ρι­μνες καί ποι­κί­λες θλί­ψεις, τώ­ρα πού ἀ­ντι­κρύ­ζεις τό Πρό­σω­πο τοῦ πε­φι­λη­μέ­νου Νυμ­φί­ου μας, εὔ­χου καί γι­ά μᾶς τά τέ­κνα σου, ἀλ­λά καί γι­ά ὅ­λους τούς ἁ­γί­ους ἡ­γου­μέ­νους, Γε­ρό­ντισ­σες, κλη­ρι­κούς, μο­να­χούς καί λα­ϊ­κούς πού ἔ­σπευ­σαν ἀ­πό ὅ­λη τήν Ἑλ­λά­δα στήν σε­μνή προ­πο­μπή σου, γι­ά νά σοῦ δώ­σουν τόν τε­λευ­ταῖ­ο ἀ­σπα­σμό καί νά λά­βουν τήν ἁ­γί­α εὐ­χή σου σά φυ­λα­κτό πο­λύ­τι­μο καί εὐ­λο­γί­α.
Ἡ αἰ­φνί­δι­α κοί­μη­σή σου, ἐν ἡ­μέ­ρᾳ ἀ­να­στα­σί­μῳ, ἐ­νῶ ἐ­ξέ­πνε­ε ἡ ἑ­ορ­τή τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς καί ἄρ­χι­σε ἡ μνή­μη τῶν Ἁ­γί­ων Κολ­λυ­βά­δων Πα­τέ­ρων εἶ­ναι συμ­βο­λι­κή γι­ά μᾶς καί προ­τρο­πή γιά σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μη πο­ρεί­α καί ἐ­πι­στρο­φή –εὐ­χαῖς τῶν Ἁ­γί­ων Ἱ­ε­ραρ­χῶν καί Πα­τέ­ρων- στό πνεῦ­μα τοῦ αὐ­θε­ντι­κοῦ ἀ­σκη­τι­κοῦ μο­να­χι­σμοῦ, πού ἐ­σύ ἐ­βί­ω­σες, καί πού ἴ­σως πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό κά­θε ἄλ­λη φο­ρά τό ἔ­χει ἀ­νά­γκη ἡ πο­λύ­πα­θη πα­τρί­δα μας.
Πο­λυ­σέ­βα­στη καί εὐ­λο­γη­μέ­νη Γε­ρό­ντισ­σά μας Ἀ­γά­θη.
Στά σκη­νώ­μα­τα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ πε­ρι­πο­λεύ­ου­σα, προ­σκύ­νη­σε καί γι­ά μᾶς τήν Ἄ­ναρ­χο καί Πα­να­γί­α Τρι­ά­δα, ἄ­σπα­σαι τούς τι­μί­ους πό­δας τοῦ γλυ­κυ­τά­του μας Χρι­στοῦ, με­τά­νι­σον στήν οὐ­ρά­νι­ον Προ­ε­στῶ­σαν, τήν Τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βίμ, προ­σκύ­νη­σε τούς ἁ­γί­ους Προ­στά­τας καί Κτί­το­ρας τῆς Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς μας, εὐ­φράν­θη­τι στήν συ­νά­ντη­ση τῆς Ἁ­γί­ας Ἀ­γά­θης, βό­η­σον ὑ­πέρ πά­σης τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πρός Κύ­ρι­ον·
Κα­λή καί ἀ­γα­θή μας ἡ­γου­μέ­νη «Κα­λόν Πα­ρά­δει­σο».






[1] (Ἁ­γί­ου Θε­ο­δώ­ρου τοῦ Στου­δί­του. M­i­g­ne 99, στ.1200 «Με­γα­λῷ καὶ Μα­ρί­ᾳ μο­να­ζού­σαις»­).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αφήστε το σχόλιό σας απλά με κόσμιο τρόπο.