Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Μεγάλη Δευτέρα.


www.profitilia-kormpivari.gr
Aὐτοὶ ποὺ συνήθως θεωροῦνται ἁμαρτωλοὶ μπορεῖ νὰ βρίσκονται πιὸ κοντὰ στὸ Χριστὸ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ φαίνονται οἱ ἀφοσιωμένοι συνοδοιπόροι Του.

Άπὸ τὸν πατέρα Παναγιώτη Γκέζο

    Ἡ πορεία πρὸς τὴν συνάντηση μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστὸ πλησιάζει στὸ ἀποκορύφωμά της μὲ τὴ Μ. Ἐβδομάδα καὶ «τὴ Ἁγία Μεγάλη Δευτέρα μνείαν ποιούμεθα τοῦ μακαρίου Ἰωσὴφ τοῦ Παγκάλου καὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Κυρίου καταρασθείσης καὶ ξηρανθείσης συκῆς».
    Ἡ γυναίκα τοῦ Φαραὼ προσπάθησε νὰ ἐκμαυλίσει τὸν Ἰωσὴφ καὶ ἐκεῖνος γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀντιμετώπισε τὸ δίλημμα ἤ νὰ φύγει γυμνὸς ἀφήνοντας πίσω τὰ ροῦχα του ἤ, γιὰ νὰ μὴ χάσει τὰ ροῦχα του, νὰ ὐποστεῖ τὸν ἐκμαυλισμό.
    Τώρα ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε βῆμα πρὸς βῆμα τὸ Χριστὸ στὸ πάθος, γιὰ νὰ βρεθοῦμε κοντά Του τὴ μεγάλη στιγμὴ, θὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ ἐμεῖς τὸ δίλημα ἤ νὰ προχωρήσουμε μαζί Του γυμνοὶ ἀφήνοντας πίσω μας πολλὰ ἀπὸ τὰ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα ὀ κόσμος προσπαθεῖ νὰ μᾶς διαφθείρει καὶ νὰ μᾶς ἀφομοιώσει ἤ νὰ Τὸν ἐγκαταλείψουμε γιὰ νὰ μὴ χάσουμε μιὰ βολική, εὔκολη καὶ ἄνετη ζωή.
    Στὴ ζωή μας εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ κάνουμε διαρκῶς ἐπιλογές, εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ διαλέγουμε ἀνάμεσα στὴν οἰκονομικὴ καὶ κοσμικὴ ἐπιτυχία καὶ τὴν ἀκεραιότητα, ἀνάμεσα στὴ δυνατότητα νὰ ἱκανοποιοῦμε κάθε ἐπιθυμία μας ὀποιαδήποτε στιγμὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη παρουσία στὴ ζωή μας, ἀνάμεσα στὴ δημοτικότητα καὶ τὴν εἰλικρίνεια, ἀνάμεσα στὸ Θεὸ καὶ τὸ Μαμωνά. Ὅμως, σὰν γνήσια παιδιὰ τῆς ἐποχῆς μας, θέλουμε καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Θέλουμε νὰ ἔχομε σύντροφο νὰ λιγοστεύει τὴ μοναξιά μας ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν εἴμαστε ὐποχρεωμένοι νὰ σκεφτοῦμε κάποτε τὶς δικές του ἀνάγκες. Θέλουμε νὰ μποροῦμε νὰ διακηρύσσουμε τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ταυτόχρονα νά ‘χουμε τὴν ἐπιδοκιμασία ὅλων τῶν ἀνθρώπνων. Θέλουμε νὰ εἴμασστε τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶπε «εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰωάν,15, 20) καὶ μὲ τὸ στόμα τοῦ Παύλου  «πάντες οἱ θέλοντες ζῆν εὐσεβῶς ἐν Χριστὸ διωχθήσονται»(Β’Τιτ.3, 12) καὶ ταυτόχρονα νὰ εἴμαστε τέλεια βολεμένοι, θέλουμε νὰ εἴμαστε καλοὶ χριστιανοὶ καὶ ταυτόχρονα νὰ εἴμαστε πλούσιοι, νὰ ἔχουμε ὅλες τὶς ἀνέσεις καὶ νὰ μένουμε ἀδιάφοροι στὴ δυστυχία τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἐκτὸς ἄν μποροῦμε  νὰ ἐνδιαφερόμαστε μὲ τὸ ἀζημίωτο, ζητώντας ἀπὸ τοὺς ἄλλους μόνο, νὰ μοιράσουν τὰ ὐπάρχοντά τους μὲ τοὺς φτωχούς.
    Ὁ κόσμος προσπαθεῖ νὰ μᾶς ἐκμαυλίσει καὶ νὰ μᾶς πάρει μὲ τὸ μέρος του ὅπως ἄλλοτε ἡ Αἰγυπτία τὸν Ἰωσὴφ χρησιμοποιώντας ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, «τὸ αὐτοκίνητο, τὸ ἐξοχικό, μιὰ βάρκα εἶναι βασικὲς ἀνάγκες τῆς ζωῆς» διακηρύσσει, καὶ προσθέτει σὲ χαμηλότερο τόνο «δὲν μπορεὶς νὰ ἐπιζήσεις μὲ τὸ Σταυρὸ στὸ χέρι».Ὅταν ἀντιμετωπίζουμε τὴν κοινωνικὴ ἀδικία καὶ ἡ συνείδησή μας πάει νὰ ταραχτεῖ, ἀναπτύσσει βαθυστόχαστες φιλοσοφικὲς καὶ πολιτικὲς θεωρίες καὶ πολὺ εὔκολα μᾶς πείθει ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας λόγος νὰ διακινδυνεύσουμε ἐμεὶς  τὸ βόλεμά μας ἤ νὰ στερηθοὺμε τὸ δεύτερο αὐτοκίνητό μας ἤ τὴν τρίτη βάρκα μας γιὰ νὰ συμβάλουμε στὴν ἀποκατάσταση τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Ὅταν ὅμως ἐνδίδουμε σ’ αὐτὸ τὸν ἐκμαυλισμὸ δὲν γυμνωνόμαστε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ποὺ σέρνουμε, καὶ αὐτὰ μὲ τὸ βάρος τους μᾶς κολλᾶνε πάνω στὴ γῆ, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν μποροῦμε πιὰ νὰ κινηθοῦμε καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ Χριστό, καὶ Τὸν χάνουμε, καὶ τότε ἡ ζωή μας γίνεται σὰν τὴν ξηρανθεῖσα συκῆ, ἄκαρπη, χωρὶς Χριστὸ, χωρὶς φῶς, χωρὶς νόημα, καταραμένη.
     Ὁ κόσμος ὅμως ἔχει κι ἄλλα τερτίπια καὶ φτιάχνει ψεύτικους Χριστοὺς, Χριστοὺς νομικιστὲς, Χριστοὺς στενόκαρδους, Χριστοὺς ἱεροτελεστικοὺς, χωρὶς πνοὴ ζωῆς, θλιβερὰ εἴδωλα, καὶ τοὺς στέλνει πλάι μας, ἔτσι ποὺ νὰ μᾶς διατηρεῖ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι συμπορευόμαστε μὲ Ἐκεῖνον, ὅτι Αὐτὸς βρίσκεται πλάι μας. Ἀλλὰ  ὁ ἀληθινὸς Χριστὸς μᾶς προειδοποιεῖ γι’ αὐτὸ μὲ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τοῦ ἐσπερινοῦ «τότε ἐὰν τις ὑμῖν εἴπη, ἰδοὺ ὦδε ὁ Χριστὸς ἤ ὦδε, μὴ πιστεύσητε, ἐγερθήσονται γάρ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται καὶ δώσουσι σημεῖα μεγάλα καὶ τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς (Ματθ.24,23-34).
    Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ βροντοφωνάζουν ὁτι ἀκολουθοῦν τὸ Χριστὸ καὶ κάνουν ὅ,τι περνάει ἀπὸ τὸ χέρι τους γιὰ νὰ δείχνουν ὅτι ἀκολουθοῦν το Χριστό, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα δὲν Τὸν ἀκολουθοῦν, ὅπως ὁ δεύτερος υιὸς τῆς παραβολῆς τοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος τῆς ἡμέρας (Ματθ.21, 18-43). Αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ φαίνονται εὐσεβεῖς ἀλλὰ ποὺ ἔχουν μόνο τὰ ἐξωτερικὰ τῆς εὐσέβειας. Καὶ ὐπάρχουν ἄλλοι ποὺ ἐξωτερικὰ δείχνουν ὅτι δὲν ἀκολουθοῦν τὸ Χριστὸ ἀλλὰ μέσα στὴν καρδιά τους Τὸν ἀκολουθοῦν πιὸ πολὺ ἀπὸ τοὺς πρώτους. Αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι « προάγουν» τοὺς πρώτους στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. «Ἦλθε γὰρ πρὸς ὑμᾶς Ἰωάννης ἐν ὁδῶ δικαιοσύνης» καὶ οἱ πρῶτοι «οὐκ ἐπίστευσαν αὐτῶ, οἱ δὲ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι ἐπίστευσαν αὐτῶ»(Ματθ.21,32).
    Στὴ λειτουργικὴ πορεία πρὸς τὴ συνάντηση μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστὸ τοῦ Τριωδίου, τῆς Τεσσαρακοστῆς καὶ τῆς Μ. Ἐβδομάδος τονίζεται ἐπανειλημμένα πὼς αὐτοὶ ποὺ συνήθως θεωροῦνται ἁμαρτωλοὶ μπορεῖ νὰ βρίσκονται πιὸ κοντὰ στὸ Χριστὸ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ φαίνονται οἱ ἀφοσιωμένοι συνοδοιπόροι Του.