Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΦΕΛΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΦΕΛΗΜΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

Σε ποιον ανήκει το χωράφι;




Ήταν κάποτε 2 αδέρφια σε ένα χωριό, που είχαν κάποιες διαφορές για ένα χωράφι, για το πως θα το μοίραζαν. Είχαν φτάσει στο σημείο, ο ένας να πυροβολήσει τον άλλο.

Οι συγχωριανοί τους, βλέποντας ότι αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί, αποφάσισαν να μεσολαβήσουν και ανέθεσαν να λύσει την διαφορά τους, ένας σεβάσμιος γέροντας του χωριού, ο μπάρμπα Νίκος, που όλοι τον σεβόντουσαν. Συμφώνησε ο μπάρμπα Νίκος, συμφώνησαν και τα αδέρφια να ακούσουν την συμβουλή του και να κάνουν ό,τι τους πει...

Συνοδεύομενος ο γέροντας από τα 2 αδέρφια, πήγαν στο χωράφι. Όταν τα αδέρφια του υπέδειξαν το χωράφι, αυτός κινήθηκε προς τα εκεί και γονατίζοντας άρχισε να ψιθυρίζει κάτι. Τα αδέρφια ξαφνιάστηκαν και όταν τελείωσε ο γέροντας, τον ρώτησαν:

- Μπάρμπα Νίκο, τι έκανες τόση ώρα εκεί γονατιστός.

- Ρώτησα τη γη, σε ποιόν από τους δυό σας, ανήκει αυτό το κομμάτι.

- Και σε απάντησε; ξαναρώτησαν τα αδέρφια.

- Με είπε να σας πω, ότι δεν ανήκω εγώ σε αυτούς, αλλά αυτοί σε μένα.

Έτσι είναι! Ο άνθρωπος ανήκει στη γη γιατί είναι χωματένιος και δεν ανήκει η γη στον άνθρωπο, αλλά στο Θεό.

Δεν είναι δικά μου, δεν είναι δικά σου, είναι δικά Του. Είναι του Θεού... Τίποτα δεν μας ανήκει πάνω στη γη. Απλώς είμαστε διαχειριστές των αγαθών, που μας παραχώρησε ο Θεός.

Δημήτριος Παναγόπουλος ο Ιεροκήρυξ

Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019

Eπειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις....!



Για το τόσο ανθρώπινο ελάττωμα του φθόνου και της ζήλιας, μια παραδοσιακή αλληγορική ιστορία αναφέρει πως μια φορά ένα φίδι άρχισε να κυνηγάει μια πυγολαμπίδα. Υστερα από τρεις μέρες αδιάκοπης καταδίωξης, χωρίς δυνάμεις πια, η πυγολαμπίδα σταμάτησε και μίλησε στο φίδι:
— Μπορώ να σου κάνω μια ερώτηση;
— Δε συνηθίζω ν’ ακούω τα θηράματά μου, αλλά μια που θα σε καταβροχθίσω, μπορείς να ρωτήσεις.
— Ανήκω στην τροφική σου αλυσίδα;
— Όχι.
— Σου έκανα κανένα κακό;
— Όχι.
— Τότε γιατί θέλεις να με σκοτώσεις;
Αφού σκέφτηκε λίγο, το φίδι απάντησε:
— Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις!
Δεν είναι λίγες οι φορές που προκαλούμε τον φθόνο και την ζήλια των τριγύρω μας και γινόμαστε αποδέκτες μιας άσχημης συμπεριφοράς χωρίς να υπάρχει κάποια προφανή αιτία!
Δεν είναι λίγες, επίσης, οι φορές που τα σχόλια των γύρων μας όταν υλοποιούμε αυτά που ονειρευόμαστε, όταν κάνουμε πράξη αυτά που μας εκφράζουν, θα είναι το λιγότερο επικριτικά και το μέγιστο απαξιωτικά.
Και ξεκινάμε, αδύναμοι, σαν την πυγολαμπίδα, να τρέχουμε μακριά από αυτούς που μας επικρίνουν και μας καταδιώκουν, φοβούμενοι την οργή και τα σχόλια που προκαλούν οι πράξεις μας. Θέλει μεγάλο κουράγιο και ψυχικό σθένος να σταματήσουμε να τρέχουμε και να στραφούμε στον θηρευτή μας και να τον αντιμετωπίσουμε κατάματα. Και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ανταμοιβόμαστε με μια μεγάλη αλήθεια. Σοκαριστική μεν, αλλά μεγάλη: «Επειδή δεν αντέχω να σε βλέπω να λάμπεις.»!
Κάθε φορά λοιπόν που κάνουμε κάτι που μας αρέσει, κάτι που μας εκφράζει, κάτι που μας συγκινεί, ας θυμόμαστε ότι αυτό είναι το φως μας και αν εμπιστευόμαστε το πως φαίνεται αυτό το φως στα δικά μας μάτια και του Θεού, δεν έχουμε να φοβηθούμε κανένα κυνηγητό από αυτούς που ενοχλήθηκαν.
Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν… Πάντα θα προσπαθούν να σβήσουν την δική μας λάμψη γιατί απλά δεν γνωρίζουν τον τρόπο να αναδείξουν την δική τους…
Γιατί ο καθένας είναι μοναδικός και δεν μπορεί να λάμψει ποτέ με τον ίδιο τρόπο που λάμπει ο διπλανός του…
«Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5, 16)
«Έτσι να λάμψει το δικό σας φως μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξολογήσουν τον ουράνιο Πατέρα σας»
Προσοχή! Λαμψάτω... όχι επιδεικνύτω...

Ενας........, φύτεψε μια ελιά......


Ένας μοναχός φύτεψε μια ελιά και άρχισε να προσεύχεται:
Κύριε, στείλε μου βροχή.
Και ο Κύριος έστειλε βροχή στη γη.
Το δέντρο ήταν κορεσμένο με υγρασία και ο μοναχός συνέχισε να προσεύχεται: 
Και τώρα, Κύριε, Σε ζητώ να στείλεις πολύ ήλιο -
 το δέντρο μου χρειάζεται ζεστασιά.
Και ο Κύριος έστειλε τον ήλιο. 
Το δέντρο μεγάλωσε.
Ο μοναχός συνέχισε να προσεύχεται γι' αυτό: 
Κύριε, δώσε λίγο παγετό, για να ενισχυθούν οι ρίζες και τα κλαδιά. 
Ο Κύριος έστειλε παγετό και... το δέντρο πέθανε.
Ο μοναχός ήταν πολύ αναστατωμένος...
Πήγε σε άλλον μοναχό για να πει την ιστορία του και να μοιραστεί την θλίψη του.
Και του λέει ο άλλος μοναχός: 
Έχω επίσης μια ελιά, κοίτα. 
Το δέντρο  έχει μεγαλώσει όμορφα. 
Αλλά προσευχήθηκα διαφορετικά. 
Είπα στον Θεό, ότι είναι ο Δημιουργός αυτού του δέντρου και ότι ξέρει καλύτερα από μένα τι χρειάζεται για να αναπτυχθεί φυσιολογικά. 
Απλώς ζήτησα από τον Θεό Εκείνος να το φροντίσει...

Αιώνιο μάθημα αυτό! 

Μην ζητάμε στην προσευχή μας τίποτα... παρά μόνο την σωτηρία την δική μας και των συνανθρώπων μας. 
Ο Κύριος γνωρίζει τις ανάγκες μας και τι μας ωφελεί... 
Ας Τον εμπιστευτούμε και Εκείνος θα μας δώσει, σύμφωνα με την καρδιά μας και την ωφέλειά μας...


Δευτέρα 18 Μαρτίου 2019

Πως νικιέται ο θάνατος;




                Του αρχιμ. Ιακώβου Κανάκη
Δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι ο Θεός είναι <ποιητής> τόσων κακών πού υπάρχουν δίπλα μας. Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να είναι αυτός πού δημιούργησε την φθορά, τον πόνο, την ασθένεια και τελικά τον θάνατο. Τότε όμως πως υπάρχουν; Εδώ υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις και φυσικά η Εκκλησία μας έχει και εκφράζει περί αυτού του ζητήματος τον θεολογικό της λόγο. Έναν λόγο πού <σαρκώνεται>, όταν υπάρχει πίστη και όχι τόση λογικοκρατία, τόσα επιχειρήματα και αποδείξεις.
    Η Γένεση, στο 3ο κεφάλαιό της περιγράφει τις τραγικές στιγμές της λεγομένης πτώσης. Ο άνθρωπος <επαναστατεί> και ζητά αυτοθέωση, <απατηλή αυτονομία>, και αντ’αυτής κερδίζει την διάσπαση, τον χωρισμό, την διαίρεση, την μοναξιά. Διασπά την σχέση του με τον Θεό, τον συνάνθρωπο και την υπόλοιπη δημιουργία. Προκαλείται σύγχυση όπως διαφαίνεται στην Βαβέλ (Γεν.11, 1-9). Τρώει το ψωμί του με κόπο (Γεν.3,19 ). Όμως και η γη τον εκδικείται, με τον τρόπο της. Με<αγκάθια και τριβόλια>, που τον κατατρυπούν και τον ματώνουν (Γεν.3.18), αφού εξαιτίας του, όλη η δημιουργία βρίσκεται υποτεταγμένη στην φθορά, όχι επειδή έφταιγε, αλλά γιατί έτσι θέλησε αυτός που την υπέταξε (Ρωμ.8,20). Προσοχή στο ότι αυτός που αμάρτησε είναι ο καθένας μας, η κοινή ανθρώπινή μας φύση.
Όμως ο απόστολος Παύλος θα δώσει την προοπτική της ελπίδας, η οποία στηρίζεται και πάλι στο ίδιο κεφάλαιο της Γενέσεως. Δεν μπορούσε να βλέπει ο Θεός σε  φθορά την δημιουργία. Η ελπίδα δεν πέθανε (Ρωμ.8,20). Θα συντριβεί το κεφάλι του φιδιού (Γεν.3,15) και θα έρθουν πάλι, για όποιον το θελήσει, λαμπρές μέρες. Θα ξαναγεννηθεί ό άνθρωπος από την στάχτη του. Θα ανοίξει και πάλι ο δρόμος προς το δέντρο της ζωής (Πρμ.3,18). Αυτό θα γίνει για τους πριν την Σάρκωση του  Χριστού, διά της τηρήσεως του Νόμου, ενώ για τους <εν Χριστώ> αναγεννημένους με μόνη την αληθινή πίστη σε Αυτόν. Θα είναι η συνέχεια, αυτοί, του ιερού υπολείμματος της Παλαιάς Διαθήκης. Ήρθε Αυτός και ανέλαβε όλων τα βάρη, τα σήκωσε στους δικούς του ώμους, και στις πληγές του βρήκαμε εμείς την γιατρειά (Ησ.53,5). Ήρθε με την μορφή δούλου, <έγινε σκώληξ και ουκ άνθρωπος> (Ψλ.21,7). Ατιμάζεται, χλευάζεται, καταδικάζεται, αλλά  ωστόσο γίνεται νέος γενάρχης του ανθρωπίνου γένους, μια πηγή ζωής με καθάριο νερό. Μένει μόνος αλλά ενώνει τους πάντες. Διορθώνει, θεραπεύει, αγιάζει, νοηματοδοτεί απ’αρχής την προοπτική του ανθρώπου. Εργάζεται για την κένωση και την ύψωση (Φιλ. 2,8-11. Εβρ.1,3) και αυτό με διάκριση, χωρίς να φωνάζει και να θριαμβολογεί. Μπήκε στο βασίλειο του θανάτου και το κατέστρεψε και έτσι  <ο Άδης  επικράνθη>! <Στένων βοά>!
    Και ενώ όλα αυτά ακούγονται σπουδαία, όπως και είναι, φαίνεται σαν να μην έχουν υπόσταση, αφού και πάλι ο πόνος, η ασθένεια, ο θάνατος εξακολουθούν να υπάρχουν, να ταλαιπωρούν και να βασανίζουν τους ανθρώπους. Πώς γίνεται αυτό;
 Το αντίδοτο όμως πρός το <μη αποθανείν> υπάρχει πλέον. Ο θάνατος πραγματικά δεν υπάρχει, όταν ο άνθρωπος, πιστέψει στον Χριστό και την Ανάστασή Του.  Έχει την δυνατότητα να ενωθεί με τον Αθάνατο Θεό. Η αθανασία είναι γεγονός γι’ αυτόν  και ζωντανό παράδειγμα, πολύ κοντινό μας, είναι οι άγιοι. Και να που όλα αυτά δεν είναι θεωρία, αλλά αλήθεια βιωμένη στις μέρες μας.
Έτυχε να ζήσουμε ένα τέτοιο σημάδι αθανασίας. Πριν χρόνια έγινε στο νοσοκομείο Λοιμωδών. Αγρυπνία ήταν και στο κέντρο ένας ευλογημένος άνθρωπος του Θεού, ο πατήρ Ευμένιος Σαριδάκης. Ο κόσμος αρκετός, αλλά πικρία πουθενά. Ανθρώπινη στεναχώρια ναι, σε στενούς συνεργάτες και πνευματικά παιδιά, αλλά κυριαρχεί κάτι άλλο. Ιερός ενθουσιασμός, χαρμολύπη. Αυτή η Λειτουργία, παρόντος του λειψάνου του αγιασμένου γέροντα μύριζε ανάσταση. Τότε καταλαβαίνεις για τι μας ήθελε και πως μας ήθελε ο Θεός. Συγκλορονόμους και βασιλείς μας ήθελε. Ήταν αυτό πού ζούσαμε, η ατέρμονη χαρά ότι δεν τελειώνει τίποτα με τον θάνατο, αντίθετα όλα τότε αρχίζουν. Ανάσταση, έγερση, αθανασία, αιωνιότητα, χαρά, ελπίδα, όλα μαζί αναμεμιγμένα μέσα σε όσους βρέθηκαν εκείνο το βράδυ εκεί.
 Αλλά και η ίδια η φύση ισορροπεί και συμφιλιώνεται με τον άνθρωπο, με την παρουσία των αγίων. Δίνει και αυτή τους καρπούς της, ως συμμετοχή στο πανηγύρι της αφθαρσίας, της αναγεννημένης ζωής. Ανθίζουν τα μικρότερα λουλούδια και τα μεγαλύτερα δοξολογούν με το θρόισμα των φύλλων τους. Ο ουρανός ξαστερώνει και το δροσερό αεράκι αναζωογονεί.
    Ο δρόμος στην παρούσα ζωή είναι μονόδρομος και μοιάζουν πολλοί οι δρόμοι. Ακολουθούμε λοιπόν τα ίχνη Του. Αναζητούμε το Πρόσωπό Του, Εκείνος ήδη αναμένει την δική μας θέληση σχέσης και κοινωνίας. Ο Χριστός συνεχίζει να αιμορραγεί για όλους, και με το δικό του αίμα αναζωογονεί εμάς. Μας δυναμώνει με το Αίμα του που το προσφέρει διαρκώς.Μας καλεί σε συνοδοιπορία.
Η πορεία προς το φετινό Πάσχα, ας μας βρει με αυτές τις σκέψεις. Ας υπάρξει πραγματική θέληση, φιλότιμο,  προσπάθεια συναντήσεως μαζί Του. Ας γίνουν κόκκινα τα χείλη μας από το δικό του Αίμα. Αυτό μπορεί να μην είναι δηλωτικό της αγιότητας, είναι όμως σημάδι εκούσιας παράδοσης στο θέλημά Του, μετάνοιας και θέλησης για σχέση υιού προς Πατέρα.


Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ - ΔΩΡΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΑΛΚΙΔΟΣ



                    Στο βιβλίο «Ξέσπασμα της καρδιάς μου» μας αναφέρει πώς έμαθε να προσεύχεται από μία απλή γυναίκα: «Μ’ έμαθε να προσεύχωμαι κατανυκτικά και με δάκρυα μία απλή γυναικούλα, που κατοικούσε στο Πέραμα Πειραιώς και την αποκαλούσαν περιφρονητικά όχι με τα’ όνομά της, αλλά με το παρατσούκλι “η Αυγουλού”, γιατί πούλαγε φρέσκα αυγά, να εξοικονομήση τον “άρτον τον επιούσιον”.
            Ως περιοδεύων πέρασα μια μέρα απ’ το φτωχικό της σπίτι, για να εισπράξω μια συνδρομή για το περιοδικό ΖΩΗ. Η ίδια απουσίαζε και βρισκόταν εκεί το παιδί της, που διήρχετο την εφηβεία. Έκαιγε το καντήλι στο εικονοστάσι κι έκανα στο παιδί την πρότασι αν ήθελε μέχρι να έλθη η μητέρα του να προσευχηθούμε λιγάκι. Κάπως αδιάφορα κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και είπε ας προσευχηθούμε.
            Όταν τελειώσαμε την προσευχή, μου λέει κάπως χαριτολογώντας, Α, εσύ δεν ξέρεις να προσευχηθής! Εγώ κατεπλάγην απ’ την τολμηρή αυτή παρατήρησι και τον παρακάλεσα να μου εξηγήση, πώς κατά τη γνώμη του πρέπει να προσεύχεται ένας Ορθόδοξος Χριστιανός; Εγώ, κύριε, μου λέει, δεν ξέρω Θεολογία, αλλά βλέπω το παράδειγμα της μητέρας μου, που όταν προσεύχεται κραυγάζει συνεχώς “Κύριε Ελέησον”, πέφτει συνεχώς σε μετάνοιες, κτυπάει το στήθος της και τρέχουν ποτάμι τα δάκρυά της!
            Μετά απ’ αυτή την αφήγησι, μεγάλωσε η επιθυμία μου να γνωρίσω αυτή την υπέροχη γυναίκα και να διδαχθώ κάτι απ’ τη χαρισματική προσευχή της. Εκείνη τη μέρα δεν ήλθε κι αποχώρησα. Μια άλλη μέρα πέρασα να τη συναντήσω και βρέθηκα μπροστά σε μια συγκλονιστική σκηνή προσευχόμενου ανθρώπου.

            Ο άνδρας της, όπως έμαθα, ήταν ένας μέθυσος κι αχαΐρευτος, που της έπαιρνε ό,τι οικονομούσε απ’ τα αυγά και μπεκρόπινε. Εκείνη τη μέρα κατά την οποία πήγα, απ’ το μεθύσι του την είχε ξυλοκοπήσει, της είχε πάρει τα χρήματα και της είχε πετάξει την Καινή Διαθήκη μέσα στο πηγάδι! Εγώ δε, τη βρήκα γονατιστή στο πηγάδι να προσεύχεται και να λέει:       ''Χριστέ μου και Παναγία μου Μεγαλόχαρη, το βιβλίο με τα ιερά γράμματα, το οποίο έριξε ο άνδρας μου στο πηγάδι δεν το έκανε από ασέβεια, αλλά ήταν μεθυσμένος. Κάνε Παναγία μου τα ιερά αυτά Γράμματα, που θα λειώσουν και θα γίνουν ένα με το νερό, να τα πιή ο άνδρας μου, να μετανοήση, να εξομολογηθή και να σωθή, να μην πάη στην κόλασι, Χριστουλάκη μου, γιατί ο κόσμος με έχει για καλή, ενώ εγώ η τρισάθλια έχω πολλά αθεράπευτα πάθη κι αμαρτίες'' !!!!

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2019

ΘΑΥΜΑΣΤΕ ΤΟΝ ΠΑΠΑ-ΜΕΘΟΔΙΟ

Ι’. Παπα–Μεθόδιος Καρυώτης

Απο την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση
    Ὁ πα­πα–Με­θό­διος ἦ­ταν Ρου­μᾶ­νος στήν κα­τα­γω­γή. Γεν­νή­θη­κε στίς 26 Δε­κεμ­βρί­ου τό ἔ­τος 1905 στό Σιμ­πί­ου τῆς Ρου­μα­νί­ας ἀ­πό τόν Ἰ­ω­άν­νη Πόπα καί τήν Εὐ­δο­κί­α. Στήν βά­πτι­ση ὠ­νο­μά­σθη­κε Βα­σί­λει­ος. Ἦρ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος νά μο­νά­ση καί κοι­νο­βί­α­σε στό Κου­τλου­μου­σια­νό Κελ­λί τῶν Ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων. Τόν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 1932 ἔ­γι­νε ἡ κου­ρά του καί πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα Με­θό­διος. Γιά τήν κα­θα­ρό­τη­τα καί τήν εὐ­λά­βειά του τόν χει­ρο­τό­νη­σαν ἱ­ε­ρέ­α.
    Τόν ἔ­στει­λε κά­πο­τε ὁ Γέροντάς του στοῦ Ἐ­σφιγ­μέ­νου νά δώ­ση τό ἐρ­γό­χει­ρο μέ τήν ρη­τή ἐν­το­λή νά ἐ­πι­στρέ­ψη αὐ­θη­με­ρόν. Ἀ­φοῦ ἐ­κτέ­λε­σε τήν ὑ­πα­κοή του, ὁ και­ρός χά­λα­σε καί ἄρ­χι­σε νά βρέ­χη κα­ταρ­ρα­κτω­δῶς. Οἱ πα­τέ­ρες προ­σπά­θη­σαν νά τόν ἐμ­πο­δί­σουν νά μή φύ­γη μέ τέ­τοι­ο και­ρό. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­χον­τας κα­τά νοῦν τήν ἐν­το­λή τοῦ Γέροντός του ξε­κί­νη­σε, προ­χώ­ρη­σε ἀλ­λά με­τά δυ­σκο­λευ­ό­ταν νά συ­νε­χί­ση. Βρῆ­κε τό­τε μί­α κου­φά­λα δέν­δρου, ζά­ρω­σε μέ­σα καί προ­σευ­χό­ταν. Τόν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος καί ὅ­ταν ξύ­πνη­σε εἶ­δε ἕ­να φῶς κοντά του. Σκέ­φθη­κε: «Θά  πά­ω νά χτυ­πή­σω ἐ­κεῖ γιά βο­ή­θεια». Πῆ­γε, χτύ­πη­σε καί εἶ­δε ὅ­τι θαυ­μα­τουρ­γι­κά εἶ­χε με­τα­φερ­θῆ στό κελ­λί του. Τά ἔ­χα­σε ὁ Γέροντάς του πού τόν πε­ρί­με­νε μέ ἀ­γω­νί­α, καί θα­ύ­μα­σε γιά τήν ὑ­πα­κοή του καί τό θαυ­μα­στό ἀ­πο­τέ­λε­σμά της. Ἀρ­γό­τε­ρα με­τά τήν κο­ί­μη­ση τοῦ Γέροντός του πῆ­ρε τό Ἁ­γι­ο­παυ­λί­τι­κο Κελ­λί τῶν Ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων στίς Κα­ρυ­ές καί ἀ­γω­νι­ζό­ταν μέ φι­λό­τι­μο καί αὐ­τα­πάρ­νη­ση.
    Ὁ πα­πα–Με­θό­διος ἦ­ταν ἐ­νά­ρε­τος καί αὐ­τό τό ἔ­δει­χνε ἡ ἁ­πλό­τη­τά του, ἡ εἰ­ρή­νη του, ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη του, οἱ πολ­λές του ἀ­ρε­τές καί ὁ ἀ­νε­πί­λη­πτος βί­ος του. Ἦ­ταν φι­λα­κό­λου­θος καί πο­λύ ἀ­γω­νι­στής. Δέν πα­ρέ­λει­πε τήν ἀ­κο­λου­θί­α καί τά πνευ­μα­τι­κά του. Τόν θυ­μοῦν­ται οἱ πα­τέ­ρες ὥς τά γη­ρα­τειά του, πού φο­ροῦ­σε τό ρά­σο του καί ἔ­κα­νε τόν κα­νό­να του.
Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος τα­πει­νός μέ πο­λλή ἀ­γά­πη. Φι­λο­ξε­νοῦ­σε κά­ποι­ον εὐ­λα­βῆ καί ἐ­νά­ρε­το λα­ϊ­κό ὀ­νό­μα­τι Κώστα. Ὅ­ταν ἐ­κοι­μή­θη ὁ Κώστας, τό σῶ­μα του δέν πά­γω­σε. Εἶ­χε τήν εὐ­καμ­ψί­α τῶν κε­κοι­μη­μέ­νων μο­να­χῶν. Με­ρι­κοί πί­στευ­αν ὅ­τι ἦ­ταν κρυ­φός μο­να­χός.
    Ἔ­με­νε στό Κελ­λί του καί ἕ­νας Κα­βι­ώ­της ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν φι­λο­χρή­μα­τος. Τά χρή­μα­τα πού μά­ζευ­ε τά ἔ­κα­νε λί­ρες καί τά ἔ­βα­λε σ᾿ ἕ­ναν τε­νε­κέ, τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­θα­ψε καί πά­νω ἔ­βα­λε κο­πρι­ές ἀ­πό τά ζῶ­α καί κον­σερ­βο­κο­ύ­τια, γιά νά μή δώ­ση ὑ­πο­ψί­α. Κάποτε ὁ πα­πα–Με­θό­διος εἶ­χε πά­ει στήν πα­νή­γυ­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου τοῦ «Φα­νε­ρω­μέ­νου» καί τήν ἴ­δια νύχτα πῆ­ρε φω­τιά τό κελ­λί του. Ἕ­να μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ κά­η­κε καί τό ἄλ­λο πρό­λα­βαν καί τό ἔ­σβη­σαν. Ἀλ­λά δυ­στυ­χῶς κά­η­κε μέ­σα καί ὁ φι­λάρ­γυ­ρος Κα­βιώ­της. Ἔ­πει­τα ὁ πα­πα–Με­θό­διος ἄρ­χι­σε νά κα­θα­ρί­ζη τό κα­μέ­νο μέ­ρος τοῦ σπι­τιοῦ καί πε­τοῦ­σε ἔ­ξω τά ἀ­πο­κα­ΐ­δια. Τε­λι­κά βρῆ­κε καί τόν τε­νε­κέ μέ τίς λί­ρες. Στε­νο­χω­ρέ­θη­κε, τοῦ ἔδωσε μί­α κλω­τσιά καί γέ­μι­σε ὁ τό­πος λί­ρες. «Πώ, πώ», ἔ­λε­γε, «δι­ά­βο­λος. Γι᾿  αὐ­τό ἔ­κα­ψε τό σπί­τι. Ὅ­ποι­ος θέ­λει ἄς πά­ρη. Ἐ­γώ δέν παίρ­νω τί­πο­τε». Πῆ­ραν ἀ­πό αὐ­τές τίς λί­ρες δύ­ο πα­τέ­ρες οἱ ὁ­ποῖ­οι ἔ­πει­τα ἀρ­ρώ­στη­σαν καί τα­λαι­πω­ρή­θη­καν πο­λύ.
Κάποτε σέ μία πα­νή­γυ­ρη τοῦ Ἁ­γί­ου Πα­ύ­λου εἶ­χε θά­λασ­σα καί εἶ­χαν τρα­βή­ξει τό ξυ­λο­κά­ϊ­κο πά­νω στόν Ἀρ­σα­νᾶ. Με­τά τήν πα­νή­γυ­ρη 10–15 ἄ­το­μα προ­σπα­θοῦ­σαν νά τό ρί­ξουν στήν θά­λασ­σα καί δέν μπο­ροῦ­σαν. Τότε το­ύς εἶ­πε ὁ πα­πα–Με­θό­διος νά κά­νουν λί­γο στήν ἄ­κρη. Τό τρά­βη­ξε μό­νος του, ἀλ­λά ὄ­χι μέ τήν δύ­να­μή του. Προ­σευ­χή­θη­κε καί ὁ Θε­ός τόν δυ­νά­μω­σε.
     Δι­η­γεῖ­το καί ἕ­να συγ­κλο­νι­στι­κό γε­γο­νός πού ἔ­γι­νε στήν Ρου­μα­νί­α: «Ἕ­νας κα­λό­γε­ρος ἀ­πό ἕ­να γει­το­νι­κό χω­ριό ἔ­βγα­λε τά ρά­σα καί παν­τρε­ύ­τη­κε. Ἔ­κα­νε παι­διά, πέ­ρα­σαν τά χρό­νια καί πέθανε. Τόν ἑ­το­ί­μα­σαν καί εἰ­δο­πο­ί­η­σαν τόν Ἱ­ε­ρέ­α νά ᾿ρθῆ τήν τά­δε ὥ­ρα γιά τήν κη­δε­ί­α. Πῆ­γε ὁ πα­πᾶς νά τόν ση­κώ­σουν καί βλέ­πει τό σπί­τι ἄ­δει­ο∙ δέν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς­. Ἀ­νέ­βη­κε πά­νω καί εἶ­δε μό­νο τό λε­ίψα­νο. Ἀ­πο­-

Πα­πα–Με­θό­διος Κα­ρυ­ώ­της.
ροῦ­σε  καί  ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν  τί  συ­νέ­βη. Τότε ἄ­κου­σε βα­ρειά βή­μα­τα στήν σκά­λα. Ξαφ­νι­κά βλέ­πει μπρο­στά του μία με­γά­λη ἀρ­κο­ύ­δα ἡ ὁ­πο­ί­α τοῦ εἶ­πε: ”Τί ἦρ­θες ἐ­δῶ, γιά νά δι­α­βά­σης αὐ­τόν; Αὐ­τός ἦ­ταν κα­λό­γε­ρος καί ἀ­παρ­νή­θη­κε τό Σχῆ­μα του. Ὅ­σα δι­α­βά­σμα­τα θέ­λεις κά­νε, αὐ­τός εἶ­ναι δι­κός μου­”. Καί ἀ­μέ­σως πῆρ­ε τό λε­ί­ψα­νο ἡ ἀρ­κο­ύ­δα καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Καί τό­τε ἄ­νοι­ξαν τά μά­τια του καί εἶ­δε τόν κό­σμο πού ἔ­κλαι­γαν τόν νε­κρό. Σάστισε, ἦ­ταν σάν χα­μέ­νος καί ὅ­ταν συ­νῆλ­θε κά­πως, ζή­τη­σε νά τόν πᾶ­νε στό σπί­τι του. Δέν πα­ρέ­μει­νε νά δι­α­βά­ση τήν νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α. Ἀ­φοῦ συ­νῆλ­θε καί δι­η­γή­θη­κε ὅ­σα συν­τα­ρα­κτι­κά εἶ­δε στο­ύς δι­κο­ύς του, ζή­τη­σε ἄ­δεια ἀ­πό τήν πα­πα­διά του καί ἀ­νε­χώ­ρη­σε γιά τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος ὅπου ἔ­ζη­σε μέ ἄ­σκη­ση καί με­τά­νοι­α». Ὁ πα­πα–Με­θό­διος γνώ­ρι­σε αὐ­τόν τόν πα­πᾶ, ἄ­κου­σε ἀ­πό τόν ἴ­διο τό πε­ρι­στα­τι­κό καί αὐ­τός τό δι­η­γεῖ­το σέ ἄλ­λους μέ ἔμ­φα­ση.
Τόν ρω­τοῦ­σαν για­τί δέν πα­ίρ­νει ὑ­πο­τα­κτι­κό καί ἀ­παν­τοῦ­σε: «Τώρα ἄρ­χι­σαν νά ἔρ­χων­ται Ρου­μᾶ­νοι στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἀλ­λά αὐ­τοί εἶ­ναι παι­διά τοῦ κομ­μου­νι­σμοῦ. Ἐ­μεῖς ἀλ­λοι­ῶς μά­θα­με».
Οἱ Ἁ­γι­ο­παυ­λί­τες πα­τέ­ρες ἀ­γα­ποῦ­σαν τόν πα­πα–Με­θό­διο καί ὅ­ταν ἀ­νέ­βαι­ναν στίς Κα­ρυ­ές φι­λο­ξε­νοῦ­νταν στό Κελ­λί του. Ὅ­ταν πιά γή­ρα­σε, τόν πα­ρα­κα­λοῦ­σαν νά τόν πά­ρουν στό Μο­να­στή­ρι νά τόν γη­ρο­κο­μή­σουν. Ἤ­θε­λε μέν, ἀλ­λά φο­βό­ταν μήν τόν κά­νουν Πνευ­μα­τι­κό, ὅ­πως ἔ­κα­ναν τόν πα­πα–Μα­κά­ριο ἀ­πό τήν Λάκκου Σκή­τη, στόν ὁ­ποῖ­ον πή­γαι­ναν πολ­λοί Ρου­μᾶ­νοι ἀπ᾿ ὅ­λο τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί ἐ­ξωμο­λο­γοῦντο. Ὁ πα­πα–Με­θό­διος θε­ω­ροῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του ἀ­νά­ξιο, φο­βό­ταν τίς εὐ­θύ­νες καί ἔ­λε­γε: «Ἐ­γώ δέν εἶ­μαι γιά τέ­τοι­α. Θά ἔ­χω εὐ­θύ­νη με­γά­λη. Ποῦ νά βρῶ ἄ­κρη». Τε­λι­κά ἀρ­ρώ­στη­σε τήν Σα­ρα­κο­στή τοῦ ἔ­τους 1979. Ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ γέ­ρον­τας Πα­ΐ­σιος[1], τῆς Σταυ­ρο­προ­σκυ­νή­σε­ως κά­λε­σε τόν Ρου­μᾶ­νο πα­πα–Χρι­στο­φό­ρο καί τόν ἔ­στει­λε νά εἰ­δο­ποι­ή­ση τόν πα­τρι­ώ­τη τους πα­πα–Ἰ­ω­α­κε­ίμ, πού ἐ­γη­ρο­κο­μεῖ­το στήν Μο­νή Κου­τλου­μου­σί­ου, ὅ­τι τήν ἑ­πο­μέ­νη τήν ἴ­δια ὥ­ρα θά πε­θά­νουν μα­ζί. Τοῦ ζή­τη­σε καί συγ­χώ­ρε­ση σέ ὅ,τι τοῦ ἔ­σφα­λε. Ὁ πα­πα–Ἰ­ω­α­κείμ­ πί­στε­ψε στά λό­για τοῦ πα­πα–Με­θο­δί­ου, ἑ­τοι­μά­στη­κε καί πε­ρί­με­νε μέ χα­ρά τήν ὥ­ρα τοῦ θα­νά­του προ­σευ­χό­με­νος στήν Πα­να­γί­α. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα στίς 5 μέ τό Βυ­ζαν­τι­νό ἐ­κοι­μή­θη εἰ­ρη­νι­κά ὁ πα­πα–Ἰ­ω­α­κε­ίμ καί τήν ἴ­δια ὥ­ρα καί ὁ πα­πα–Με­θό­διος, ὅ­πως τό προ­γνώ­ρι­σε καί τό προ­εῖ­πε. Ἦ­ταν 13 Μαρ­τί­ου 1979. Ἔ­φυ­γαν καί οἱ δύ­ο ἁ­γι­α­σμέ­νες ψυ­χές μα­ζί, για­τί ἦ­ταν πα­ρα­δελ­φοί καί εἶ­χαν πολ­λή ἀ­γά­πη με­τα­ξύ τους. Τό ζή­τη­σαν αὐ­τό ἀ­πό τόν Θε­όν γιά νά μήν ἀ­πο­χω­ρι­σθοῦν οὔ­τε σ᾿ αὐ­τήν τήν ζωή οὔ­τε καί στήν ἄλ­λη.
Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.          

Διαβάστε ΕΔΩ τα προηγούμενα σχετικά άρθρα
  1. 1. Ἁ­γι­ο­ρεῖ­ται Πα­τέ­ρες καί Ἁ­γι­ο­ρε­ί­τι­κα, Β’ ἔκ­δο­ση 1993, σελ. 108–109.

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018

Κάποιο βράδυ........!



Κάποιο βράδυ ένας ιερέας, πήγε κάπως αργά στην εκκλησία, γιατί είχε ξεχάσει κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να το πάρει. Ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε μέσα. Ήταν σκοτεινά.

Από την Ωραία Πύλη, την οποία είχε ξεχάσει ανοιχτή (δεν είχε τραβήξει την κουρτίνα), βλέπει έναν αστραφτερό Άγγελο με ξίφος πύρινο στο χέρι, να στέκεται δίπλα στην Αγία Τράπεζα! 
Τρόμαξε τόσο πολύ, που τράπηκε σε φυγή! Φοβήθηκε! Φτάνοντας στον Νάρθηκα (ο Ναός ήταν μεγάλος), ακούστηκε μία φωνή:

"Στάσου!" 

Στάθηκε, λοιπόν, κοκκάλωσε, μαρμάρωσε!

Μη φοβάσαι, του είπε πολύ γλυκά η φωνή.
Είμαι ο Άγγελος - φύλακας του Ναού. Όταν μία Τράπεζα σε έναν Ναό καθαγιάζεται και γίνεται Αγία, ο Κύριος, ο Παντοκράτωρ, ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων, τοποθετεί έναν ακοίμητο Άγγελο - φύλακα δίπλα στην Αγία Τράπεζα.

Σε όλη αυτή τη διάρκεια που έλεγε ο Άγγελος αυτά στον ιερέα, αυτός ήταν ακίνητος στον Νάρθηκα και άκουγε έντρομος, με την πλάτη προς το Ιερό.

Και συνέχισε με ακόμη πιο γλυκιά φωνή ο Άγγελος:

Έλα, γύρισε, κλείσε σε παρακαλώ την Ωραία Πύλη, που ξέχασες ανοιχτή.
(Ο Άγγελος είπε στον ιερέα "σε παρακαλώ". 

Πόσοι από εμάς λέμε στον συνάνθρωπό μας "σε παρακαλώ;" Πόσοι;).

Γύρισε ο ιερέας, (του είχε φύγει ο φόβος, μέσα του βασίλευε γαλήνη) και δεν είδε πλέον τον Άγγελο. Προχώρησε διστακτικά, αλλά τώρα χωρίς φόβο, με σεβασμό. Με δέος έπιασε την κουρτίνα της Ωραίας Πύλης και σιγά - σιγά την έκλεισε.
Μέσα του όμως άρχισε να αναρωτιέται:

"Μην ήταν φαντασία μου; Μήπως ονειρευόμουν; Μήπως έχω παραισθήσεις;".

Ως απάντηση, όμως, άκουσε μυριάδες Αγγελικές φωνές να ψάλλουν το "Άξιον εστί". Δεν άντεξε στο άκουσμα της γλυκιάς αυτής αγγελικής ψαλμωδίας και λιποθύμησε!
Έπεσε κάτω!

Όταν ύστερα από λίγο συνήλθε, πήγε σπίτι του και δεν μίλησε σε κανέναν.
Μετά από 15 χρόνια διηγήθηκε το συμβάν, λίγο πριν πεθάνει.

Έτσι, σε κάθε Ναό, δίπλα στην Αγία Τράπεζα, υπάρχει ένας Άγγελος, που εμείς δεν τον βλέπουμε, αλλά εκείνος μας παρακολουθεί σιωπηλά !!!

Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Η ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΑ, Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ.



Μεγάλο εφόδιο ή υπομονή, παιδιά μου, σπουδαία αρετή! 
Ήταν πριν από είκοσι-είκοσιπέντε χρόνια σε μία πόλη, εδώ στα βόρεια, ένα ανδρόγυνο νέων Μουσουλμάνων. Ό άντρας κάποια στιγμή έδωσε ό Κύριος να φωτιστή καί να γίνει Χριστιανός. Ή γυναίκα του απελπίστηκε... Πήγε στον Ιερέα του καί ρώταγε να δη τί θα κάνη.

Καί εκείνος της είπε•

-Θα σταματήσεις να του φτιάχνεις φαγητό- καί κάθε βράδυ, την ώρα πού θα τον βλέπεις να προσεύχεται, θα πηγαίνεις να γεμίζεις έναν κουβά με κρύο νερό καί θα τον πετάς πάνω του!

Έτσι καί έκανε. Δεν ξαναμαγείρεψε ποτέ για τον άντρα της, καί κάθε βράδυ τον έκανε μούσκεμα μέ τόν κουβά, την ώρα πού τόν έβλεπε να γονατίζει. Εκείνος ατάραχος! Δεν την μίλησε ποτέ, δεν της παραπονέθηκε καθόλου! Ούτε έφυγε άπ’ το σπίτι! 
Συνέχιζε να προσεύχεται- καί μόλις τελείωνε, πήγαινε καί έβγαζε τα μουσκεμένα του ρούχα καί φόραγε αμίλητος τά στεγνά πού είχε έτοιμα ήδη!
Ξέρετε πόσο κράτησε αυτό τό μαρτύριό του; Δύο χρόνια ολάκερα!
Καί ένα βράδυ, την ώρα της προσευχής, πάει ή γυναίκα του καί γονατίζει κλαίγοντας δίπλα του καί τού λέει:
-Θέλω καί εγώ να γίνω Χριστιανή. Ό,τι καί να ’ναι αυτό πού πιστεύεις, γιά να σου δίνη τόση υπομονή καί τόση Αγάπη, θέλω να τό ασπαστώ καί εγώ!

Καί έγινε καί εκείνη Χριστιανή καί έπειτα κάνανε καί 3 αγόρια. Τό πρώτο μάλιστα τό είπανε Αρσένιο, αφού τό βάφτισε ό Γέροντας Παΐσιος. Καί έρχονταν ό πατέρας μαζί μέ τούς γιούς στην Παναγούδα πού ακόμα ήτανε ό Άγιος, καί θαύμαζε ό Παππούς την αγνότητα των παιδιών. Κάποτε πού είχαν έρθει τούς λέει:

-Πάρτε λουκουμάκι, ευλογημένα!

Καί τού άπαντά τό μεγάλο παιδί:
- Πρώτα προσκύνημα καί ύστερα λουκούμι, Γέροντα!


Κανένας δεν μου είχε απαντήσει έτσι! έλεγε ύστερα ό 'Άγιος

Ο Ένας και ο Άλλος - προβληματισμός πάνω στην ευθανασία.

Τα φώτα στο θάλαμο της εντατικής χαμήλωσαν. Η ανακοίνωση από τα μεγάφωνα παρακαλούσε τους επισκέπτες να φύγουν. Οι συγγενείς των ασθενών σηκώθηκαν.

- Πώς πάει ο δικός σας; ρώτησαν οι συγγενείς του Ενός τούς συγγενείς του Άλλου.

-Τα ίδια, απάντησαν οι συγγενείς του Άλλου. Ο δικός σας;

-Ίδια κι απαράλλαχτα. Καιρός να το αποφασίσουμε. Δεν πάει άλλο. Τι τον κρατάμε; Ο άνθρωπος τζάμπα βασανίζεται. Ευθανασία αύριο κιόλας.

-Καληνύχτα, είπαν οι μεν κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι.

-Καληνύχτα, τους απάντησαν οι δε βγαίνοντας στο δρόμο.

Και o Ένας και ο Άλλος είχαν μείνει "φυτά". Φυτά σωματικώς. Οι ψυχές τους ολοζώντανες. Ίσως πιο ζωντανές από ποτέ, περίμεναν πώς και πώς να αναχωρήσουν οι συγγενείς τους. Πολλές συζητήσεις, ομιλίες ατέλειωτες, αβάσταχτη θλίψη. Οι δυο ψυχές είχαν πολύ κουραστεί.

-Όσο ήμουν ακόμα υγιής, είπε ο Ένας, είχα πει στους δικούς μου, αν ποτέ καταντήσω έτσι, να μου κάνουν ευθανασία.

-Κι εγώ, είπε ο Άλλος.

-Έλα όμως που εγώ το μετάνιωσα, αλλά δεν έχω τρόπο να τους το πω.

-Εγώ δεν το μετάνιωσα καθόλου, είπε ο Άλλος. Ζωή είναι αυτή;

Και όμως είναι. Κι αυτό είναι ζωή, είπε ο Ένας. Προφανώς, μια διαφορετική ζωή απ' αυτή που ζούσαμε πριν, αλλά αφού συνομιλούμε, μπορείς να ισχυριστείς πως αυτό δεν είναι ζωή;

-Ναι μπορώ. Δεν είναι. Οι δικοί μου κουράστηκαν να με φροντίζουν κι εγώ δεν μπορώ πια τίποτα να τους προσφέρω, μόνο τους ταλαιπωρώ. Τι νόημα έχει; Ελπίζω πως αύριο θα τελειώσει και το δικό τους και το δικό μου μαρτύριο.

-Μαρτύριο, είπε ο Ένας σκεφτικός. Πάμε μια βόλτα στους άλλους θαλάμους; Καιρό τώρα το είχαν συνήθειο.

-Και δεν πάμε;

Μπήκαν στους περισσότερους. Άλλοι ασθενείς ξαγρυπνούσαν βαρυγκομώντας απ' τους πόνους, άλλους τους είχαν πιάσει τα φάρμακα και κοιμούνταν βαθιά. Οι συνοδοί τους ξενυχτούσαν πλάι τους καθισμένοι στις καρέκλες. Έπλεκαν, κεντούσαν, διάβαζαν, κουτουλούσαν απ' τη νύστα.

-Τους θυμάσαι αυτούς που κάθονται τόσες μέρες στις καρέκλες, πώς ήταν τον πρώτο καιρό; ρώτησε ο Ένας τον Άλλον.

-Θυμάμαι, πώς δε θυμάμαι. Τότε ήταν μια χαρά, ενώ τώρα η κούραση είναι ορατή στα πρόσωπα, στα σώματα.

-Και για τις ψυχές τους τι έχεις να πεις; Τις βλέπεις πώς μεγάλωσαν, πώς φωτίζουν;

-Όχι, δεν βλέπω τίποτα. Πού τα είδες αυτά; Εγώ τις βλέπω λιωμένες, μαυρισμένες, συρρικνωμένες.

-Μα κοίταξε καλύτερα. Όλοι αυτοί που φροντίζουν τους αρρώστους τους και που λίγο πριν εσύ ισχυριζόσουν πως μόνο τους τυραννούμε και δεν τους προσφέρουμε τίποτα λάμπουν!...

Κοίτα και τους αρρώστους. Οι ψυχές τους από ισχνά κεριά που ήταν στην αρχή, τώρα καίνε σαν πασχαλινές λαμπάδες, να μην πω σαν βεγγαλικά. Καλά, δε βλέπεις;



-Δεν ξέρω τι εννοείς. Κι ούτε που με νοιάζει αν λάμπουν και πόσο λάμπουν. Με νοιάζει μόνο πόσο πονούν και πόσο βασανίζονται. Κι αυτοί και οι άλλοι. Τι να το κάνω εγώ το φως τους;

-Μα είναι νύχτα, είπε ο Ένας. Η γλυκιά λάμψη τους ξεχύνεται παντού, γλυστρά απ' τα σφραγισμένα παράθυρα, πηγαίνει στον έξω κόσμο, αυτόν που ακόμα κοιμάται ήσυχος, υγιής, ξέγνοιαστος...

-Δε με ενδιαφέρει. Ούτε οι άρρωστοι με νοιάζουν ούτε και οι συνοδοί τους. Καλύτερα να τέλειωνε το μαρτύριό τους μια ώρα αρχίτερα. Κουράστηκα, πάμε πίσω.

Μπήκαν και πάλι στο θάλαμο της εντατικής. Μαρτύριο, ε; σιγομουρμούρισε πάλι ο Ένας. Αντίκρισαν τα σώματά τους, βουβά, λιωμένα, διασωληνωμένα...

-Η αλήθεια είναι πως αν δεν είχε προοδεύσει τόσο η Ιατρική, τώρα δε θα ήμασταν εδώ, είπε ο Ένας.

-Και το λες αυτό πρόοδο; ρώτησε ο Άλλος. Με το ζόρι να κρατάς κάποιιον σ' αυτήν την κατάσταση; Μωρέ, ευθανασία και πάλι ευθανασία!

- Όχι, αυτό δεν μπορώ πια να το δεχθώ, είπε ο Ένας στον Άλλον. Το ξανασκέφτηκα. Δεν είναι δική μου η ζωή, όσο κι αν υπήρξε δική μου. Ο Θεός μου την έδωσε όταν ήθελε, ο Θεός πρέπει και να μου την πάρει όποτε θέλει.

-Ναι, αλλά τώρα δε σε κρατά ο Θεός, σε κρατούν τα μηχανήματα.

-Κι αυτό όμως ακόμα, Εκείνος το επιτρέπει. Κι αυτό που μας φαίνεται γελοίο να ονομάζεται πρόοδος, κι αυτό ο Θεός το επέτρεψε. Νομίζεις δηλαδή πως αν θέλει ο Θεός δεν μπορεί να μας πάρει παρ' όλα τα μηχανήματα;

-Δεν μπορεί βέβαια, δεν τον αφήνουμε.

-Ίσως έχεις δίκιο, είπε ο Ένας σκεφτικός. Ίσως βρήκαμε τρόπο να εκβιάζουμε ακόμη και τον Θεό...

-Άρα δεν υπάρχει άλλη λύση.

-Κι όμως δεν μπορεί. Μίλησες για μαρτύριο. Πόσοι και πόσοι δε μαρτύρησαν πριν από μας. Γιατί αυτοί δεν αφαιρούσαν μόνοι τους τη ζωή τους; Ποιοι είμαστε εμείς; Τι παραπάνω ξέρουμε από κείνους;

Αν τα μηχανήματα εκβιάζουν το Θεό να μας κρατά στη ζωή, τότε η ευθανασία δεν τον εκβιάζει ακόμα παραπάνω, αφαιρώντας του το δικαίωμα να μας την πάρει ο ίδιος; Στο κάτω κάτω τα μηχανήματα διατηρούν στη ζωή. Τη ζωή που ο Θεός έδωσε. Ενώ η ευθανασία την αφαιρεί με ευθύνη δική μας. Ποιος από μας έχει αυτό το δικαίωμα;

-Εγώ το έχω. Στο κάτω - κάτω το παίρνω από μόνος μου βρε αδερφέ. Δεν με παρατάς ήσυχο με τον Θεό σου. Εξάλλου, αύριο και οι δικοί μου και οι δικοί σου θα προχωρήσουν σύμφωνα με ό,τι τους παραγγείλαμε πριν φτάσουμε σ' αυτό το αξιοθρήνητο σημείο. Οπότε, τι τα μελετάς;

-Εσύ δηλαδή θα φύγεις ανάλαφρος ή έχεις κάποιο βάρος; Κάτι που να μην πρόλαβες να το τακτοποιήσεις όσο ήσουν μέσα στο υγιές σώμα σου;

-Φυσικά και έχω. Αλλά τι να κάνω τώρα; Δεν μπορώ να κάνω τίποτα.

-Θα φύγεις, λοιπόν, μ' αυτό το βάρος;

-Ας φύγω το συντομότερο κι ας φύγω και μ' αυτό, αφού άλλη λύση δεν υπάρχει, είπε ο Άλλος. Υπάρχει;

Ο Ένας έμεινε σιωπηλός. Έμεινε σιωπηλός ώρα πολλή. Μέσα στην ησυχία της νύχτας, ο Άλλος τον άκουσε να προσεύχεται.

"Κύριε", είπε. "Εσύ που δίνεις και παίρνεις τη ζωή, συγχώρεσέ με. Στάθηκα σκληρός και άδικος με τον αδερφό μου. Δεν του ζήτησα να με συγχωρέσει όσο ζούσα. Έχει δίκιο που δεν ήρθε ούτε μια φορά εδώ να με δει. Μα και να ερχόταν, φωνή το σώμα μου δεν είχε πια να του ζητήσει συγνώμη. Δε θα με άκουγε.

Συγχώρεσέ με, Κύριε, και πάρε με κοντά Σου. Τούτο το βράδυ, πάρε με. Μην πάρω και την αμαρτία της αφαίρεσης της ζωής μου, να μην την πάρουν και τα παιδιά μου εξαιτίας μου. Πάρε με, Κύριε. Εσύ, αν θέλεις, μπορείς. Μπορείς τα πάντα. Κύριε, πάρε με..."

Ο Άλλος κρυφογέλασε, μα δε μίλησε. Τίποτα δεν είπε. Προτίμησε να κοιμηθεί. Ανέκαθεν προτιμούσε τον ύπνο απ' τις σπαζοκεφαλιές. Ξημέρωσε. Ένας ήλιος λαμπρός μπήκε στο θάλαμο και ο τόπος άστραψε. 


Ο Άλλος ξύπνησε. Φωνές, φώτα, γιατροί, νοσοκόμοι.

-Μα πώς έγινε αυτό; ρωτούσαν οι γιατροί τις νοσοκόμες. Δεν κάνατε βάρδια το βράδυ; Δεν τα ελέγξατε όλα;

-Όλα πήγαιναν καλά. Δεν είχαμε κανένα πρόβλημα μέχρι τις τέσσερις που περάσαμε. Μέσα σε μισή ώρα τι έγινε;

Ο Άλλος κοίταξε το ρολόι του τοίχου. Είχε κάνει λάθος. Δεν είχε ξημερώσει. Ήταν μόνο τέσσερις και μισή. Κοίταξε το παράθυρο. Μέσα στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας, η ψυχή του Ενός ανέβαινε πάμφωτη στον ουρανό περιτριγυρισμένη από μύρια φώτα. Έμεινε ασάλευτος να την κοιτάζει.

-Πώς σταμάτησε το μηχάνημα, αδερφή; Κάποια εξήγηση θα πρέπει να δώσουμε στους συγγενείς.

-Δεν ξέρω, γιατρέ. Δεν ξέρω, ειλικρινά. Αλλά μην ανησυχείτε, σήμερα ούτως ή άλλως θα μας ζητούσαν να του κάνουμε ευθανασία. Μας έβγαλε απ' τη δύσκολη θέση ο άνθρωπος...

-Ο Άλλος τι κάνει;

-Όλα δουλεύουν κανονικά, ευτυχώς. Κι οι δικοί του θα έρθουν σε λίγες ώρες για τον ίδιο λόγο.

Οι λίγες ώρες πέρασαν. Στις εννιά ήρθαν οι συγγενείς του Ενός, ήρθαν και του Άλλου.

-Δεν προλάβαμε να εκτελέσουμε την επιθυμία του, είπαν οι συγγενείς του Ενός, είπε κάποιος. Κρίμα. Έφυγε μόνος του. Τον λυπήθηκε ο Θεός. Ίσως και καλύτερα. Τουλάχιστον ξέρουμε πως κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Κι αυτό είναι κάτι...

-Μα πότε έφυγε; Αφού ήρθε μέσα στον ύπνο μου, είπε βουρκωμένος ο αδερφός του. Μ' αγκάλιασε, έπεσε στα γόνατα και κλαίγοντας μού ζήτησε συγνώμη. Τον σήκωσα, τον φίλησα, τον αγκάλιασα και ήρθα χαρούμενος να τον συναντήσω. Νόμιζα πως είχε γίνει πια καλά. Τι όνειρο... Αναπαυμένος να 'ναι...

Οι συγγενείς του Άλλου κουβέντιαζαν ήδη με τον γιατρό. Η ψυχή του τους μιλούσε, τους εξηγούσε τι συνέβη στον φίλο του, τους ικέτευε να του δώσουν λίγο χρόνο, λίγο: "Μια στάλα χρόνο ρε παιδιά, να το ξανασκεφτώ..." 


Κανείς δεν τον άκουσε. Κανείς. Ίσα που πρόλαβε να πει: "Κύριε.."

Οι συγγενείς του Άλλου έμειναν σιωπηλοί. Κατέβασαν τα μάτια. Τα μάτια τους θα κουβαλούσαν ως τη στερνή τους ώρα το ασήκωτο βάρος τριών ερωτημάτων που το στόμα τους ποτέ δε θα άρθρωνε. Ήταν οι αγαπημένοι του ή οι φονιάδες του; Αν μπορούσε να τους μιλήσει θα επέμενε στην παλιά του άποψη; Στάθηκαν φιλάνθρωποι ή Θεομάχοι;

Το σίγουρο είναι πως κανένας τους δεν ζήτησε ποτέ για τον εαυτό του την ίδια μεταχείριση σε ενδεχόμενη ανάλογη περίπτωση...


Ο Ένας και ο Άλλος... 
(προβληματισμός πάνω στην ευθανασία)