Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

KΥΡΙΑΚΗ Δ΄ Ματθαίου- «Οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, ἀλλὰ πάντες ὑμεῖς εἶς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ΄, 28).


    Δεν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ διεισδύει στὰ μύχια τοῦ ἑαυτοῦ μας, στὸ βαθύτερο εἶναι τῆς ὕπαρξής μας. Ἐκεῖ βλέπει τί ἔχουμε μέσα μας. Βρίσκει, ἄραγε, σὲ ἐμᾶς τὴν πίστη τοῦ ἑκατόνταρχου ἢ τὴν ἀπιστία τῶν κατοίκων τῆς Ναζαρέτ; Θαυμάζει γιὰ τὴν πίστη μας ἢ γιὰ τὴν ἀπιστία μας; Μᾶς βρίσκει φυλακισμένους στὴν λογική μας ἢ παραδομένους στὴν ἀγάπη τῆς παρουσίας Του; Ἡ ἀπάντηση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν καθένα μας, ἀπὸ τὴν ζωή του καὶ ἀπὸ τὸν ἀγώνα του. 

του π. Παναγιώτη  Γκέζου


    Οι κοινωνικές διαβαθμίσεις δυστυχώς υποτιμούν
τους πολλούς και τους λίγους υπερεκτιμούν   .
Κριτήριο το χρώμα, η θέση, η μόρφωση, η καταγωγή.
Δεν ξέρουμε όμως ότι κάποια στιγμή της ζωή μας ποιός μπορεί
                                               να μας φανεί χρήσιμος, που και γιατί. 
    Αλλά δεν είναι μόνο η βαθειά πίστη του εκατόνταρχου,
                                                         που αμοίβεται από το Χριστό.
Είναι και η μεγάλη του αγάπη.
                                  Δεν παρακαλεί δια τον εαυτόν του το Θεό.
Ούτε δια την οικογένειά του.
 Έρχεται πλημμυρισμένος από πόνο και ενδιαφέρον
                                                        δια το δούλο του το σεβαστό.
     Η Αγάπη αυτή δια την εποχή του ήταν κάτι το ακατανόητο.
 Διότι οι δούλοι τότε εθεωρούντο ως απλά εργαλεία,
                                                               χωρὶς καμία ανθρώπινη αξία.
 Δι’ αυτό και χωρὶς κανένα έλεγχο μπορούσαν
 να τους πουλήσουν
           η να τους σφάξουν,
                           δια να διασκεδάσουν.
      Αισθάνθηκε τη μεγάλη χριστιανική αλήθεια
ο Ρωμαίος αυτός αξιωματικός:
 «οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος,
 ἀλλὰ πάντες ὑμεῖς εἶς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ΄, 28).
       Πότε άραγε, ο κόσμος θα θελήσει να σκορπίσει
γύρω του τους χυμούς της ·αγάπης, να ποτίσει
τις καρδιές μας με το ολόδροσο νεράκι της,·
να γλυκάνει την ψυχήν μας με το νέκταρ της,
που ζωντανεύει τη χαρά και στερεώνει στη ζωὴ
                                                                           την ευτυχία;
Όταν ο Κύριος είδε
την πίστη, την αγάπη του εκατόνταρχου την ευσπλαχνία,
 δεν περιορίσθηκε μόνο να τον επαινέσει.
                                                   Προχώρησε και στην αμοιβή.
«Και εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ·
                            ὕπαγε καὶ ὠς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι.
Καὶ ἰάθῃ ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνην"· (Ματθ. η΄13).
      Ὁ Κύριος δεν λέγει μόνον επαίνους.
                                                             Αμοίβει συγχρόνως.
Και η αμοιβή Του είναι πλούσια και γενναιόδωρος.
                                                                         Δίδει και υλικά.
Ικανοποιεί και αιτήματα, που έχουν σχέση με το σώμα.
                        Κυρίως όμως δίδει δωρήματα πνευματικά,
 που μένουν αιώνια και αναλλοίωτα.
       Αυτό παθαίνει σήμερα ο κόσμος. Γυρίζει για να βρει
 τη χαρά και την ευτυχία. Σκορπάει χρόνια και δυνάμεις.
                                                                   Και δεν μπορεί.
 Και θα μείνει πάντα χωρὶς χαρά,
                           αν δεν θελήσει να ρωτήσει τον Χριστό.
Τότε θα μάθει ότι η ευτυχία είναι πολύ κοντά (του).
 Σε μιὰ διπλανή πόρτα, που γράφει:
                                               Πίστη και αγάπη!
     Δύο στοιχεία, ουσιαστικά για την πνευματική ζωή,
διαθέτει ο εκατόνταρχος της σημερινής περικοπής.
Την Ταπείνωση και την Πίστη.
Παρόλο που είναι άνθρωπος υπεροχής,
                                        αναγνωρίζει και ομολογεί
ότι είναι ανάξιος για να πάει στην οικία του
                               ο Υιός του Θεού. να τον επισκεφθεί.
“Κύριε”, λέει, “δεν είμαι άξιος στο σπίτι μου να ΄ρθείς ”.
“Πες μόνο ένα λόγο, και ο δούλος μου θα θεραπευτεί”.
Αυτή η ταπείνωση και αυτή η πίστη πολλές φορές
                                                                            απουσιάζει
από τους ανθρώπους που θεωρητικά βρίσκονται
                                                                 πιο κοντά στον Θεό.
Ίσως επειδή θεωρούν τον εαυτό τους, του Θεού,
                                                                    “περιούσιο λαό”.
    Το ότι βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία,
δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είμαστε σωσμένοι
                                                                 από την αμαρτία.
    Γι αυτό και ο Χριστός τονίζει σε όλους μας σήμερα
                                                                        ότι δεν αρκεί
να είναι κανείς υιός του Αβραάμ, του Ισαάκ
                                                      και του Ιακώβ, δηλαδή
δεν αρκεί να είναι μέλος της Εκκλησίας,
 για να καθίσει ανάμεσα στους δοξασμένους
                                                  της Ουράνιας Βασιλείας.
      Απαιτείται πίστη. Πίστη απλή, άδολη, ταπεινή,
 σαν του εκατόνταρχου της σημερινής διήγησης
                      του Ματθαίου του ευαγγελιστή  (Ματθ. Η, 8).
     Μια πίστη η οποία, δυστυχώς,
                                                απουσιάζει στις μέρες μας
                                                                κι όμως αποτελεί 
το ζητούμενο της πορείας μας της πνευματικής.
    Αυτή η πίστη ήταν που γέννησε το θαύμα.
 Γι’ αυτό και ο Κύριος του είπε:
 «ὕπαγε καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι».
Καὶ πράγματι θεραπεύθηκε ο δοῦλος του
                                                                    εκείνη τη στιγμή.
  Μόνο όποιος συναισθάνεται την αμαρτωλότητά του,
μόνο όποιος μετανοεί εμπράκτως, μπορεί
 να ελπίζει ότι το έλεος του Θεού θα τον επισκεφθεί
                                και θα θεραπεύσει την δική του ψυχή.
     Και ας μη λησμονούμε ποτέ ότι: «Κανεὶς δὲν μπορεῖ
νὰ απολαύσει τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ,
                                                   ἐὰν πρώτα δὲν αγωνιστεί
γιὰ τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ευτυχία
 τῶν ταπεινών καὶ ανήμπορων συνανθρώπων του»
                          χωρίς πίστη στου Θεού την ευσπλαχνία.