Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

(ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ) Τιτ. γ' 8-15 -Κήρυγμα π. Παναγιώτη Γκέζου


Διδαχθήκαμε άλλωστε από τους Πατέρες μας
να μισούμε την πλάνη και την αίρεση κι όχι τον αιρετικό, ῾
δι᾽ ον απέθανε Χριστός ᾽.

του π. Παναγιώτη Γκέζου


Οι άγιοι Πατέρες της Ζ´ Οικουμενικής Συνόδου έδειξαν εν Πνεύματι
 ότι η άρνηση εξεικονισμού του Ιησού Χριστού
 και κατ᾽ επέκταση των αγίων - ό,τι πρέσβευαν οι εικονομάχοι -
 σημαίνει στο βάθος είτε άρνηση αποδοχής
της πραγματικότητας της ανθρώπινης φύσης του Χριστού,
 συνεπώς έκπτωση στον μονοφυσιτισμό,
 είτε διαγραφή της θεϊκής φύσης Του,
 συνεπώς έκπτωση στον νεστοριασμό.
Ποιός θεωρείται αιρετικός όμως για την Εκκλησία;
Αυτός που, όπως αναφέραμε, αλλοιώνει την ορθή πίστη της,
την πίστη δηλαδή που έφερε ο Κύριος Ιησούς Χριστός,
καί γι᾽ αυτό προσφέρει έναν Χριστό όχι αληθινό,
αλλά ένα κατασκεύασμα του δικού του μυαλού,
ένα είδωλο που απλώς το ντύνει με το όνομα του Χριστού.
Κι αυτό θα πει ότι ο αιρετικός κάνει επιλογή:
από το όλο της αλήθειας επιλέγει ένα κομμάτι της,
 το οποίο κομμάτι το απολυτοποιεί
 θεωρώντας το ως το όλο. Κι αυτό σημαίνει
 ότι τελικώς την αλήθεια την διαστρεβλώνει.
Την δική του λογική έχει ως βάση ο αιρετικός,
Γι᾽ αυτό και το βάθος πάντοτε μίας αίρεσης
 είναι ένας απύθμενος εγωισμός:
 η πεποίθηση ότι ο ίδιος ως μέλος υπέρκειται του σώματος
και πρέπει όλοι να υποταχθούν σε αυτόν.
Αλλά αιρετικός για την Εκκλησία μας είναι και εκείνος
 που όχι μόνον αλλοιώνει το δόγμα και την πίστη της,
 αλλά και το ήθος της ζωής της.
Ποτέ η χριστιανική μας πίστη
 δεν διαχώρισε την πίστη από την ζωή.
Αντιθέτως: όπου έβλεπε μία πίστη
 που δεν ενεργοποιείτο ως ζωή
 την χαρακτήριζε δαιμονική.
Όπως θα το πει και ο απόστολος:
Δείξον  μοι την πίστη εκ των έργων σου.
Η πίστη χωρίς των έργων νεκρά εστι᾽.
Μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν.
Δεν πρέπει δηλαδή να αδιαφορήσουμε
απέναντι σε έναν πλανεμένο συνάνθρωπό μας,
 σε ένα μέλος του ιδίου σώματος,
                                     αλλά να τον βοηθήσουμε.
Είμαστε υποχρεωμένοι,
κινούμενοι από σπλάχνα οικτιρμών και αγάπης,
να του επισημάνουμε την απόκλιση της πίστεως
να τον φιλάξουμε από τα δεινά της απάτης.
Τυχόν αδιαφορία
 θα σημαίνει έλλειψη αγάπης εκ μέρους μας
και απομειωμένη χριστιανική πίστη, κακία
αφού θα φανερώνουμε ότι δεν τον βλέπουμε
ως συνδεδεμένο οργανικά με εμάς, φιλία.
Πως το έλεγε ο αγιασμένος Γέρων Παΐσιος; ῾
Να του βάζουμε την καλή ανησυχία.
Ζούμε δηλαδή, όσο είναι δυνατόν,
σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου μας,
 κατεξοχήν δε την εντολή της αγάπης.
 Κι αυτό σημαίνει βεβαίως ότι η όποια νουθεσία μας
 θα γίνεται, στο πρόσωπο του άλλου,
με ταπείνωση και με σεβασμό.
 Διδαχθήκαμε άλλωστε από τους Πατέρες μας
να μισούμε την πλάνη και την αίρεση κι όχι τον αιρετικό, ῾
δι᾽ ον απέθανε Χριστός ᾽.
Αν δεν στεκόμαστε έτσι, άν η νουθεσία μας
 παίρνει την μορφή της καταγγελίας
με τεντωμένο δάκτυλο, τότε σημαίνει ότι βρισκόμαστε
στην αίρεση της ζωής,
λόγω του υπάρχοντος εγωισμού και της αλαζονείας μας,
 που μας κινεί σε δασκαλίστικο τρόπο απέναντι
 στον συνάνθρωπό της κοινωνίας μας.
Η διάθεσή μας δηλαδή να βοηθήσουμε τον άλλον με τον λόγο μας
δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όριά μας.
Το είπαμε μία φορά, το είπαμε δεύτερη, έπειτα σταματάμε. ῎
Αν επιμείνουμε, αν θελήσουμε αδιάκοπα
να του υπενθυμίζουμε την απόκλισή του,
τότε τούτο θα σημαίνει την δική μας απόκλιση
                                                         και αυτό ας μη το ξεχνάμε.
 Ο απόστολος είναι σαφής:
 η επιμονή στην αίρεση, παρ᾽ όλη την νουθεσία,
 φανερώνει ότι ο αιρετικός έχει αποφασίσει τον χαμό του
και βυθίζετε στην αμαρτία.
Και πρέπει κι αυτό ακόμα να το σεβαστούμε.
 Σαν τον Πατέρα της παραβολής του ασώτου
να το δούμε,
 ο οποίος σεβάστηκε την απόφαση
 του ασώτου υιού του να φύγει από κοντά του,
ενώ ήξερε ότι η απομάκρυνσή του αυτή
ισοδυναμεί με την απώλειά του.
 Σαν τον ίδιο τον Κύριο, ο Οποίος ποτέ δεν εκβίαζε τους άλλους
 να Τον ακολουθήσουν ή να Τον αποδεχθούν.
 Προσοχή όμως! Η σιωπή μας
μετά το ενεργό ενδιαφέρον μας,
 η υποχώρησή μας μπροστά στην επιμονή της αίρεσης
δεν θα σημαίνει και αδιαφορία καί εχθρότητά μας.
 Ποτέ ο χριστιανός δεν παραιτείται από την ἀγάπη,
διότι έτσι είναι σαν να παραιτείται από τον ίδιο τον Θεό.
Σταματάμε να μιλάμε και νά νουθετούμε,
 γιατί με αγάπη παραδίδουμε τον αιρετικό
 αποκλειστικά στον Θεό,
ελπίζοντας πια στη δύναμη ελέους απ’ Αυτόν.
Συνεπώς η αγάπη μας εξακολουθεί
και υφίσταται, παίρνοντας όμως την μορφή
 της έμπονης προσευχής και της μεγαλύτερης άσκησης
που κάνουμε, προς χάρη πια και του αιρετικού γιατί
και σήμερα, δυστυχώς, εξακολουθούν και υπάρχουν αιρετικοί.
Πέραν των γνωστών, υπάρχουν και εκείνοι που παρασύρονται καθημερινώς,
γιατί ίσως δεν βλέπουν και την ορθή μαρτυρία πίστεως
και από πλευράς δικής μας.
Το ζητούμενο παρ᾽ όλα αυτά είναι
εμείς νά μη σταματήσουμε την βίωση της αλήθειας,
 δηλαδή να μη σταματήσουμε την ορθή εκκλησιαστική ζωή μας.
 Κι αυτό θα πει ότι η νουθεσία πίστεως
πρέπει να στρέφεται πρωτίστως προς τον ίδιο τον εαυτό μας.
Αν εμείς υπερβαίνουμε την αίρεση της πίστεως καί της ζωής,
τότε ίσως υπάρξει ελπίδα να κινητοποιηθούν
και οι όντως αιρετικοί προς την κατεύθυνση της αλήθειας.

Γιατί θα τους κινητοποιεί η ίδια η χάρη του Θεού να σωθούν.