Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Οἱ περιπτώσεις ἀσκήσεως προσηλυτισμοῦ ἤ ἄλλων ἀξιοποίνων πράξεων διά τῶν ἐναλλακτικῶν «θεραπειῶν».


κ. Γεώργιος Κρῖππας,
Δρ. Νομικῆς - Συνταγματολόγος.

[ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ «ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ»: «ΙΑΤΡΙΚΗ» ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ,
ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ 17 ΜΑΪΟΥ 2014 - ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ Ι.Μ. ΓΛΥΦΑΔΑΣ]
Kripas
Εἶναι εὐρύτερον γνωστόν, ὅτι  διάφορες προτεινόμενες θεραπεῖες ἐπὶ θεμάτων ἰατρικῶν (ὅπως π.χ. οἱ λεγόμενες «ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες» κ.λ.π. ) ἐχρησιμοποιήθησαν καὶ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ διάφορα ὕποπτα κέντρα  μεταξὺ τῶν ὁποίων προέχουσα θέση ἔχουν διάφορες αἱρέσεις καὶ παραθρησκεῖες.  Καὶ ἐπειδὴ  κάθε εἴδους ἰδιόμορφη «θεραπεία»  ἀκούγεται ἀπὸ τὸ εὔπιστο κοινὸ μὲ ἐνδιαφέρον, ἰδίᾳ ὅταν ἀντιμετωπίζει σοβαρὰ προβλήματα ὑγείας (τὰ παραδείγματα εἶναι ἄπειρα, π.χ. οἱ παλαιότεροι ἐνθυμοῦνται, ὅτι κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ ᾿50 ὑπῆρχε στοὺς Κουκουβάονες κάποιος γνωστὸς ὡς «ὁ βλάχος», ὁ ὁποῖος ἐμφανιζόταν νὰ κάνει ἀνατάξεις καταγμάτων, μέχρι ποὺ ἀποκαλύφθηκε ἡ περίπτωση , ἀργότερα ἐμφανίσθηκε ἡ ἁγία τοῦ Αἰγάλεω, ἡ ὁποία δῆθεν ἐθεράπευε ἀσθένειες μὲ συνταγὲς γραμμένες στὸν τράχηλό της μέχρι ποὺ καὶ αὐτὴ ἀπεδείχθη κενὸν γράμμα κ.λ.π.). Ἔτσι ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία ἀπὸ παλαιοτέρων χρόνων εἶναι γεμάτη ἀπὸ τέτοιες περιπτώσεις. Προφανῶς διαπιστώσασες καὶ κάποιες αἱρέσεις καὶ παραθρησκεῖες, ὅτι ἐδῶ ἡ ὑπόθεση «σηκώνει εὐρεία ἐκμετάλλευση» ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζονται ἐξπαὶρ σὲ τέτοιες θεραπεῖες πρὸς τὸν σκοπὸ νὰ «ἀγρεύσουν» ὀπαδούς. Ἀνακύπτει ἑπομένως ἐδῶ τὸ θέμα   κατὰ πόσον οἱ ἐν λόγῳ «ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες» (ἢ ὅπως ἀλλοιῶς θέλετε ὀνομάστε τές) συνιστοῦν ἀξιόποινο προσηλυτισμὸ πέραν  ἄλλων τυχὸν παραβάσεων τοῦ νόμου (π.χ. παράνομη ἄσκηση ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος κ.λ.π.). Πρέπει λοιπόν, νὰ ἐπεξηγήσουμε τί σημαίνει «ἀξιόποινος προσηλυτισμός», ποὶα ἡ ἔννοιά του καὶ κατὰ πόσον ἐμπίπτουν εἰς αὐτὴν καὶ οἱ ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες. Ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ προβλήματος ποὺ εἶναι καθαρὰ νομικό, πρέπει, νὰ διευκρινίσουμε τὰ ἑξῆς:
Κατ’ ἀρχὴν πρέπει, νὰ ἀναφέρουμε, ὅτι ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα (ἄρθρον 13, παράγραφος 2, ἐδάφιον τελευταῖο). Τονίζουμε τὸ σημεῖο αὐτό, διότι εἰς τὴν χώραν μας μεγάλος ἀριθμὸς «προοδευτικῶν» ἐπιδιώκει ἀνέκαθεν νὰ καταργηθοῦν οἱ διατάξεις ποὺ τιμωροῦν τὸν προσηλυτισμὸ (ἀσφαλῶς διὰ νὰ δύνανται οἱ αἱρέσεις νὰ ἀσκοῦν τὸ καταστροφικό τους ἔργο ἀτιμωρητί). Ὅμως ἐφ’ ὅσον τὸν προσηλυτισμὸ τὸν ἀπαγορεύει τὸ ἴδιο τὸ Σύνταγμα, ὁ νόμος δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα, νὰ τὸν καταργήσει. Μάλιστα ὁ Ἄρειος Πάγος ἔχει δεχθεῖ, ὅτι  νόμος προβλεπόμενος εὐθέως ἀπὸ τὸ Σύνταγμα  δὲν ἐπιτρέπεται, νὰ καταργηθεῖ, παρὰ μόνον νὰ ἀντικατασταθεῖ, ἡ δὲ ἀντικατάστασή του δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποκρύπτει τὴν κατάργησή του. Ἐὰν ἑπομένως ὁ νόμος αὐτὸς καταργηθεῖ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως θεωρεῖται ὡς ἰσχύων καὶ ὡς μὴ καταργηθείς.  Ὑπ’ ὄψιν  ὅτι  εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ ἐμφανιζόμενοι ὡς «προοδευτικοί» ἔχουν προσπαθήσει κατ’ ἐπανάληψη καὶ μετὰ μανίας νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἄμεση ἢ ἔμμεση κατάργηση τοῦ νόμου ποὺ τιμωρεῖ τὸν προσηλυτισμό. Μάλιστα ὑπάρχει καὶ σύγγραμμα πανεπιστημιακοῦ καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ποὺ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ νόμος ποὺ τιμωρεῖ τὸν προσηλυτισμὸ εἶναι ἀντισυνταγματικός.  Ἔτσι ὁ κύριος αὐτὸς καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου μᾶς διδάσκει, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀντισυνταγματικὸ !!!!! Κάτι τὸ πρωτάκουστο παγκοσμίως.  Ἐπίσης ἡ λεγομένη «ἐθνικὴ ἐπιτροπὴ ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων», προφανῶς πιὸ κατηρτισμένη ἀπὸ τὸν κ. καθηγητὴ προσεπάθησε καὶ αὐτὴ νὰ καταργήσει ἐμμέσως τὸ νόμο περὶ προσηλυτισμοῦ μετατρέποντάς τον σὲ πταῖσμα διωκόμενο κατ’ ἔγκληση, κάτι ποὺ ἀντιστοιχεῖ κατ’ οὐσίαν σὲ κατάργηση τοῦ νόμου. Ἀλλὰ ἡ «προοδευτικὴ διανόηση» εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν σταματᾶ ἐδῶ, ἐπιτιθεμένη διαρκῶς καὶ ἐπιμόνως κατὰ τῆς ἀπαγορεύσεως καὶ τιμωρίας τοῦ προσηλυτισμοῦ, ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ διάταξη περὶ προσηλυτισμοῦ ἔχει κριθεῖ ἀπὸ τὸ Εὐρωπαϊκὸ Δικαστήριο Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων ὡς ἀντίθετη πρὸς τὴν Εὐρωπαϊκὴ Σύμβαση Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων καὶ ἄρα ἄκυρη, ἐπικαλεῖται δὲ μία ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τοῦ ἔτους 1993 (ὑπόθεση Κοκκινάκης κατὰ Ἑλλάδoς), ἡ ὁποία πράγματι καταδικάζει τὴν Ἑλλάδα ὄχι βεβαίως διότι ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία περὶ προσηλυτισμοῦ ἀντίκειται εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴ Σύμβαση Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων, ἀλλὰ ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ἡ ἑλληνικὴ ἀπόφαση περὶ προσηλυτισμοῦ δὲν περιεῖχε αἰτιολογία. Ὅμως ἡ ἰδὶα ἡ προοδευτικὴ διανόηση ἀποσιωπᾶ καὶ ἀποκρύπτει, ὅτι ὑπάρχει νεώτερη ἀπόφαση τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Δικαστηρίου Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τοῦ ἔτους 1998 (ὑπόθεση Λαρίσης καὶ ἄλλοι κατὰ Ἑλλάδος), ἡ ὁποία ἐπικυρώνει τρεῖς καταδίκες ἐπὶ προσηλυτισμῷ ἐπιβληθεῖσες ὑπὸ τῶν ἑλληνικῶν δικαστηρίων καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ ἀθέμιτος προσηλυτισμὸς ὀρθῶς ἀπαγορεύεται. Ἡ τελευταία αὐτὴ ἀπόφαση εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστη εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ προοδευτικὴ διανόηση τὴν ἀποκρύπτει καὶ τὴν ἀποσιωπᾶ καὶ κραδαίνει παντοῦ μόνον τὴν ἀπόφαση Κοκκινάκη (ποὺ εἶναι παλαιότερη). Θὰ ἀναφέρω καὶ ἕνα παράδειγμα λίαν χαρακτηριστικό. Ὡς γνωστὸν ὁ Δήμαρχος Ἀθηναίων Γεώργιος Καμίνης πρὶν ἐκλεγεῖ Δήμαρχος ἦταν Συνήγορος τοῦ Πολίτου. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του λοιπὸν αὐτὴν  ἀπέστειλε ἔγγραφο πρὸς τὸ Ὑπουργεῖο Δημοσίας Τάξεως, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσε, οἱ ἀστυνομικοὶ νὰ μὴν διώκουν τοὺς διενεργοῦντας προσηλυτισμὸ εἰς τοὺς δρόμους ἢ εἰς τὰ σπίτια (χτυπώντας τὰ κουδούνια), διότι (ὡς ἰσχυριζόταν) τὰ ἄτομα αὐτὰ δὲν διενεργοῦν προσηλυτισμὸ ἀλλὰ κάνουν μόνον «θρησκευτικὲς συζητήσεις» (!!!!!). Εἰς τὸ ἔγγραφό του αὐτὸ ὁ κ. Δήμαρχος ἀνέφερε μόνον τὴν ἀπόφαση Κοκκινάκης τοῦ Εὐρωπ. Δικαστηρίου ἀποσιωπῶν τὴν ἀπόφαση Λαρίσης, τὴν  ὁποίαν καὶ ἐγνώριζε (τοῦ τὴν εἶχα ἀποστείλει ἐγώ).  Εἰς ἐπιστημονικήν μου μελέτη δημοσιευθεῖσα εἰς τὸν ἔγκυρο νομικὸ τύπο ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ κ. νῦν Δημάρχου Ἀθηναίων  εἶναι ἀξιόποινη, τοῦτο διότι σὲ δημόσιο ἔγγραφο βεβαιώνει δεδομένα, πού δὲν γνωρίζει (πῶς ξέρει, ὅτι τὰ ἄτομα αὐτὰ δὲν διενεργοῦν προσηλυτισμὸ ἀλλὰ προβαίνουν μόνον σὲ «θρησκευτικὲς συζητήσεις» ; Εἶναι παρών; Ἀσφαλῶς ὄχι). Ἄρα τὸ ἔγγραφό του αὐτὸ ἀποτελεῖ ψευδῆ βεβαίωση πράξης ποὺ τιμωρεῖται ποινικῶς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 242 παράγραφος 1 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος. Ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ μελέτης μου ὁ κ. νῦν Δήμαρχος τὸ μόνο ποὺ ἀπήντησε ἦταν, ὅτι δι’ αὐτῆς «παραβιάζω τὴν δεοντολογία». Γιὰ τὴν «ταμπακιέρα» τίποτε !!!!!
Ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ «προοδευτικὴ διανόηση», διὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸν νόμο περὶ προσηλυτισμοῦ  καὶ νὰ  ἀποκλείσει τὴν ἐφαρμογὴ του εἶναι ὁ ἰσχυρισμός της,  ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ τὸ ἔτος 1939 ἐπὶ κυβερνήσεως Μεταξά. Ἐδῶ ὅμως δημιουργεῖται ἕνα τεράστιο θέμα τὸ ἑξῆς: Ἐὰν δεχθοῦμε τὴν θεωρία αὐτήν, τότε θὰ ἔχουμε τὸ δικαίωμα, νὰ ἀρνούμεθα τὴν ἐφαρμογὴ κάποιου νόμου, διότι δὲν τὸ ἔθεσε ἐν ἰσχύϊ κυβέρνηση τῆς ἀρεσκείας μας !!!!! Ἰδοὺ ἑπομένως εἰς ποῖον σημεῖο ἀστειότητος φθάνει τὸ ἐπιχείρημα αὐτό. Ἀλλὰ ἡ ἀστειότης τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ φθάνει καὶ ἐκτὸς Ἑλλάδος μέχρι Ρωσσίας. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα προσωπικὸ παράδειγμα ἀλλὰ πολὺ χαρακτηριστικό. Τὸ ἔτος 1998  τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Ρωσσίας εἶχε ἐκδώσει ἕνα σύγγραμμα τοῦ πανεπιστημιακοῦ καθηγητοῦ Ἀλεξάντερ Ντβόρκιν, τὸ ὁποῖο ἀνέφερε, ὅτι οἱ αἱρέσεις ἀναπτύσσουν δράση ἐπικίνδυνη. Κάποιες αἱρέσεις ὑπέβαλαν μήνυση κατὰ τοῦ Πατριαρχείου Ρωσσίας καὶ ἐζήτησαν τὴν καταδίκην του. Ἡ ὑπόθεση ἦταν πολὺ σοβαρὴ καὶ ἐκλήθην ἐγὼ ὡς εἰδικὸς, νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Μόσχα καὶ νὰ καταθέσω ὡς μάρτυς ὑπερασπίσεως τοῦ ρωσσικοῦ Πατριαρχείου. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς δίκης ὁ δικηγόρος τῶν αἱρέσεων μὲ ἐρωτᾶ, ἐὰν ὁ προσηλυτισμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα τιμωρεῖται , τοῦ ἀπήντησα, ὅτι τιμωρεῖται, ἐν συνεχείᾳ μὲ ἐρωτᾶ διὰ ποίου νόμου τιμωρεῖται; Τοῦ ἀπαντῶ διὰ τοῦ νόμου 1363/1939. Μόλις ἄκουσε τὴν ἀπάντηση αὐτὴν ὁ δικηγόρος τῶν αἱρέσεων, μοῦ λέγει:  Μὰ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι νόμος τῆς δικτατορικῆς κυβερνήσεως Μεταξὰ (προφανῶς οἱ αἱρέσεις τῆς Ρωσίας εἶχαν φροντίσει νὰ πληροφορηθοῦν τὰ πάντα γιὰ ἐμένα, ὅταν ἔμαθαν ὅτι θὰ κατέθετα ὡς μάρτυς). Μόλις μοῦ εἶπε ὅμως αὐτὴν τὴν παρατήρηση ὁ πρόεδρος τοῦ ρωσσικοῦ δικαστηρίου τοῦ ἀπήντησε «Ἀπαγορεύω τὴν ἐρώτηση, ἀποτελεῖ ἐπέμβαση εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ξένου κράτους, πράγμα ποὺ δὲν ἐπιτρέπει τὸ Διεθνὲς Δίκαιο». Καὶ μία τελευταία παρατήρηση. Σήμερα ἰσχύουν πλεῖστοι ὅσοι νόμοι τῆς κυβερνήσεως Μεταξά, διατὶ αὐτῶν δὲν ζητοῦν τὴν κατάργησή τους;  Π.χ. εἶναι νόμοι τῆς κυβερνήσεως Μεταξὰ, ὁ σημερινὸς νόμος περὶ τύπου, οἱ νόμοι περὶ ΙΚΑ, περὶ ΤΕΒΕ, περὶ ἄλλων ἀσφαλιστικῶν ταμείων καὶ πλεῖστοι ὅσοι ἄλλοι νόμοι !!!!! Ἰδοὺ λοιπὸν ὁποία ἐλαφρότης καὶ κενότης ἐπιχειρημάτων ἀνακύπτει τῶν ἐκπροσώπων τῆς προοδευτικῆς κουλτούρας.
Τέλος ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημα τῶν προοδευτικῶν εἶναι, ὅτι ὁ προσηλυτισμὸς τιμωρεῖται μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὄχι εἰς τὰ λοιπὰ κράτη. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές, καθ’ ὅσον ὁ προσηλυτισμὸς τιμωρεῖται σὲ ὅλα τὰ κράτη τῆς Εὐρώπης καθὼς καὶ εἰς τήν Ἀμερική, ὡς ἔχω ἀποδείξει διὰ ἀναφορᾶς τῶν σχετικῶν νόμων σὲ μελέτες μου εἰς τὴν ἑλληνικὴν καὶ εἰς ἄλλες γλῶσσες.
Χρειάσθηκε νὰ ἀναφέρω ὅλα αὐτά, διότι δὲν εἶναι γνωστὰ καὶ πιθανόν, νὰ σᾶς τὰ ἀντιτάξουν κάποιοι «εὐφυεῖς» προοδευτικοὶ ἐγκέφαλοι καὶ νὰ πιστεύσετε εἰς τὰ ἐπιχειρήματά τους. Πρέπει λοιπὸν ὅ,τι ἀκούσουμε ἀρνητικὸ περὶ προσηλυτισμοῦ, νὰ ξέρουμε, ὅτι εἶναι ἀναληθὲς τουλάχιστον κατὰ 99% ἂν ὄχι κατὰ 100%. Καὶ νὰ εἴμαστε πάντοτε καχύποπτοι καὶ ἐπιφυλακτικοί, ὅσο καὶ ἂν κάποιοι ἐπιδιώκουν, νὰ σᾶς διαψεύσουν.
Ἂς δοῦμε τώρα ποῖα τὰ στοιχεῖα καὶ ἡ ἔννοια τοῦ προσηλυτισμοῦ καὶ κατὰ πόσον ἐμπίπτουν εἰς αὐτὰ οἱ ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες.  Ὅπως εἴπαμε ὁ προσηλυτισμὸς ἀπαγορεύεται εὐθέως ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ἀπὸ τὸν νόμο. Πρόκειται περὶ τοῦ νόμου 1363/1939  ἄρθρον 4. Ἡ διάταξη αὐτὴ ἀναφέρει, ὅτι ὁ ἐνεργῶν προσηλυτισμὸ τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως καὶ διὰ χρηματικῆς ποινῆς. Ἐν συνεχείᾳ ὁ νόμος ἀναφέρει, ὅτι ὡς προσηλυτισμὸς θεωρεῖται ἰδίᾳ ἡ διὰ πάσης φύσεως παροχή ἢ δι’ ὑποσχέσεων ἢ ἄλλης  ἠθικῆς ἢ ὑλικῆς περιθάλψεως διὰ μέσων ἀπατηλῶν, διὰ καταχρήσεως τῆς ἀπειρίας  ἢ ἐμπιστοσύνης  ἢ δι’ ἐκμεταλλεύσεως   τῆς ἀνάγκης, τῆς πνευματικῆς ἀδυναμίας ἢ κουφότητος, ἄμεσος ἢ ἔμμεσος προσπάθεια πρὸς διείσδυση  εἰς τὴν θρησκευτικὴ συνείδηση ἑτεροδόξων  ἐπὶ σκοπῶ μεταβολῆς τοῦ περιεχομένου αὐτῆς. Ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς παρατηροῦμε τὰ κάτωθι:
1) Ὁ νόμος ἀναφέρει τὶς περιπτώσεις αὐτὲς χρησιμοποιῶν τὸ ἐπίρρημα «ἰ δ ί ᾳ». Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἡ περιπτωσιολογία ποὺ μνημονεύει ὁ νόμος ἀναφέρεται  ἐνδεικτικῶς καὶ ὄχι περιοριστικῶς.  Ἄρα καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη συμπεριφορὰ τοῦ ὑπαιτίου ἀπεριορίστως  ἐφ’ ὅσον ἀναπτύσσεται πρὸς τὸν σκοπὸ προσηλυτισμοῦ, ἐμπίπτει εἰς τὸν νόμο. Καὶ βεβαίως καὶ οἱ ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες. Ἐπὶ πλέον ὁ νόμος ἀναφέρεται καὶ σὲ περιπτώσεις περιθάλψεως. Ὡς γνωστὸν δὲ ὁ ὅρος «περίθαλψη» ἔχει ἔννοιαν πρωτίστως ἰατρικήν, εἶναι δὲ εὐρύτερος τοῦ ὅρου «θεραπεία», τὴν ὁποίαν καὶ περιλαμβάνει. Εἶναι δηλ. ἔννοια ἐπάλληλη (εὐρύτερη) τοῦ ὅρου θεραπεία, ἡ ὁποία (θεραπεία) εἶναι ἔννοια «ὑπάλληλη» τῆς περιθάλψεως δηλ. εἶναι μία τῶν ἐπὶ μέρους ἐννοιῶν της.
2) Δεύτερο χαρακτηριστικό τοῦ νόμου εἶναι τὸ ἑξῆς δεδομένο: Ὡς γνωστὸν μία ἀξιόποινη πράξη τιμωρεῖται ἐφ’ ὅσον διαπραχθεῖ καὶ τελειωθεῖ. Ἐὰν αὐτὸ δὲν συμβεῖ, ἡ πράξη δὲν τιμωρεῖται ὡς τετελεσμένη παράβαση. Σὲ ὁρισμένες μόνον περιπτώσεις (ὄχι σὲ ὅλες) τιμωρεῖται ὡς ἀπόπειρα (μὲ ποινὴ μειωμένη). Ἔτσι  ἐὰν κάποιος ἐπιχειρεῖ, νὰ διαρρήξει ἕνα κατάστημα, διὰ νὰ τὸ ληστεύσει καὶ τὴ στιγμὴ αὐτὴ τὸν δεῖ κάποιος ἀστυνομικὸς καὶ τὸν συλλάβει, τὸ ἄτομο αὐτὸ δὲν θὰ τιμωρηθεῖ διὰ ληστεία ἀλλὰ διὰ ἀπόπειρα ληστείας (ὅπου προβλέπεται χαμηλότερη ποινὴ ἀπὸ τὴ ληστεία) κ.λ.π. Δὲν τιμωροῦνται ὅμως ὅλα τὰ ἀδικήματα σὲ περίπτωση ἀποπείρας. Σὲ ὁρισμένα ἀδικήματα δὲν ἀναγνωρίζεται ἀπόπειρα, ὅπως π.χ. εἰς τὰ ἐγκλήματα τοῦ τύπου. Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως τὸ ἔγκλημα τοῦ τύπου τιμωρεῖται μόνον, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐφημερίδα ἢ τὸ περιοδικὸ τεθεῖ σὲ κυκλοφορία, πρὸ τῆς κυκλοφορίας δὲν γνωρίζουμε, ἐὰν θὰ κυκλοφορήσει ἢ ὄχι καὶ ἄρα δὲν ὑπάρχει ἀπόπειρα διὰ τὸ ἔγκλημα αὐτὸ καὶ δὲν τιμωρεῖται . Ἀντιθέτως σὲ ἄλλα ἐγκλήματα   ἡ ἀπόπειρα τιμωρεῖται ὡς τετελεσμένο ἔγκλημα. Δηλ. καὶ ἐὰν ὁ δράστης συλληφθεῖ τὴν στιγμὴ ποὺ ἀποπειρᾶται νὰ διαπράξει, θὰ τιμωρηθεῖ, ὡς ἐὰν τὸ ἔχει διαπράξει, ἔστω καὶ ἂν εὑρίσκεται στὸ στάδιο τῆς ἀποπείρας. Π.χ. ἡ ἐσχάτη προδοσία τιμωρεῖται ὡς τετελεσμένο ἔγκλημα ἀκόμη καὶ ἂν ὑπάρχει μόνον ἀπόπειρα. Ὡς γνωστὸν ἐσχάτη προδοσία σημαίνει τὴν προσπάθεια κάποιου, νὰ ἀνατρέψει τὸ πολίτευμα τῆς χώρας καὶ νὰ ἐγκαταστήσει π.χ. δικτατορία. Καὶ αὐτὸ  εἶναι λογικό, διότι ἐὰν περιμέναμε τὸ ἄτομο αὐτὸ νὰ διαπράξει μέχρι τέλους τὸ ἔγκλημά του διὰ νὰ τὸν τιμωρήσουμε (π.χ. νὰ ἀνατρέψει ὁριστικῶς τὸ ἰσχῦον πολίτευμα) τότε δὲν θὰ μπορούσαμε, νὰ τὸν τιμωρήσουμε, διότι θὰ εἶχε μεριμνήσει τὸ νέο καθεστὼς ποὺ θὰ εἶχε ἱδρύσει, νὰ τὸν προστατεύσει κ.λ.π.
Εἰδικῶς εἰς τὸν προσηλυτισμὸ ἀντιμετωπίζουμε μία δυσκολία, τὴν ἑξῆς: Θὰ τιμωρήσουμε τὸ ἔγκλημα αὐτὸ καὶ ὡς ἀπόπειρα καὶ ὡς τετελεσμένο; Ἂν ἀπαντήσουμε ναί, ἀνακύπτει μία μεγάλη δυσκολία. Ἡ ἑξῆς: τὸ παρὸν ἔγκλημα τοῦ προσηλυτισμοῦ, ἐὰν τὸ τιμωρούσαμε  ὡς τετελεσμένο, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδείξουμε, ὅτι ὁ ὑπαίτιος ἐπέτυχε νὰ μεταβάλει τὴ θρησκευτικὴ συνείδηση τοῦ ἀτόμου ποὺ προσήγγισε διὰ νὰ τὸν προσηλυτίσει, πράγμα πολὺ δύσκολο, ἀφοῦ ὁ προσηλυτισθείς, ἐφ’ ὅσον προσεχώρησε σὲ ἄλλη θρησκεία, ἀσφαλῶς καὶ δὲν θὰ κατέθετε ἐναντίον ἐκείνου, ποὺ τὸν προσηλύτισε διὰ τῶν πονηρῶν καὶ ἀθεμίτων μεθόδων ποὺ περιγράψαμε. Ἔτσι ὁ νόμος, τὸν προσηλυτισμὸ δὲν τὸν τιμωρεῖ ὡς τετελεσμένο ἔγκλημα μετὰ τὴν διάπραξή του, ἀλλὰ τὸν τιμωρεῖ ὡς τετελεσμένο ἔγκλημα ἀκόμη-ἀκόμη ἀπὸ τὸ στάδιο τῆς ἀπόπειρας. Ὅπως εἴδαμε λοιπὸν ἡ προαναφερόμενη διάταξη τιμωρεῖ  ὡς τετελεσμένο ἔγκλημα  «τὴν προσπάθεια» (δηλ. τὴν  ἀπόπειρα) κάποιου νὰ προσεγγίσει κάποιον ἄλλον καὶ διὰ μεθόδων ἀνεντίμων,  παραπλανητικῶν καὶ ἀπατηλῶν νὰ ἐπιτύχει τὴν διείσδυση εἰς τὴν συνείδησή του μὲ σκοπό, νὰ τὴν μεταβάλει, χωρὶς νὰ ἐλέγχεται ἐὰν κατόρθωσε νὰ τὴν μεταβάλει. Ἀκόμη δηλ. καὶ ἂν δὲν ἐπέτυχε, νὰ τὴν μεταβάλει, θὰ θεωρηθεῖ, ὅτι διέπραξε ἕνα τετελεσμένο ἔγκλημα καὶ ὄχι ἀπόπειρα.
Ἕνα ἄλλο στοιχεῖο τοῦ νόμου, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ ὑπαιτίου νὰ χρησιμοποιήσει τὶς μεθόδους αὐτὲς διὰ νὰ διεισδύσει εἰς τὴν συνείδηση ἑτεροδόξων. Βλέπουμε ἐδῶ, ὅτι ὁ νόμος χρησιμοποιεῖ ἐδῶ πληθυντικὸ ἀριθμὸ καὶ ὄχι ἑνικό. Τί σημαίνει αὐτό; Ἁπλούστατα σημαίνει, ὅτι ὁ ὑπαίτιος θὰ τιμωρηθεῖ, εἴτε ἀπευθύνεται σὲ ἕνα συγκεκριμένο πρόσωπο εἴτε καὶ ὄχι, δηλ. τιμωρεῖται, ἀκόμη καὶ ἄν ἀπευθύνεται στὸ εὐρὺ κοινὸ  καὶ ὄχι σὲ κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο.
Τέλος πρέπει νὰ παρατηρήσουμε, ὅτι ὁ νόμος τιμωρεῖ τὸν ὑπαίτιον ἐφ’ ὅσον ἀπευθύνεται σὲ συγκεκριμένο πρόσωπο ἢ γενικὰ καὶ ἀπροσώπως πρὸς ἑτεροδόξους  πρὸς τὸν σκοπὸ νὰ μεταβάλει τὴν θρησκευτική τους συνείδηση. Ἔχουμε δηλ. ἐδῶ τὸ λεγόμενο «ἔγκλημα σκοποῦ».  Ἐδῶ πρέπει, νὰ παρατηρήσουμε, ὅτι ὡς διδάσκει ἡ νομικὴ ἐπιστήμη, τὰ ἐγκλήματα σκοποῦ τιμωροῦνται, χωρὶς νὰ ἀπαιτεῖται ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς νὰ ἔχει πραγματοποιηθεῖ. Ἑπομένως ὁ ὑπαίτιος ἐδῶ θὰ τιμωρηθεῖ, εἴτε ἐπέτυχε, εἴτε ὄχι νὰ προσηλυτίσει κάποιον τρίτον ἢ τρίτους. Τὸ στοιχεῖο δηλ. αὐτὸ δὲν ἐρευνᾶται.
Ἐν συμπεράσματ, πρέπει νὰ παρατηρήσουμε, ὅτι οἱ ἐναλλακτικὲς θεραπεῖες, σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις ἐμπλέκονται σὲ θέματα προσηλυτισμοῦ καὶ μάλιστα σὲ μεγάλη ἔκταση, ἰδίᾳ σὲ περιπτώσεις ποὺ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσεγγίζονται, δὲν εἶναι εἰς θέση, νὰ ἀντιληφθοῦν ποῖος εἶναι ὁ ἀπώτερος σκοπὸς τῆς θεραπείας καὶ τί κρύπτεται ὄπισθεν αὐτῆς.
Τέλος, θὰ πρέπει νὰ μὴν ἀποκλείσουμε καὶ ἕνα ἄλλο ἀδίκημα, τὸ ὁποῖο μπορεῖ, νὰ συρρεύσει μὲ τὸ τοῦ προσηλυτισμοῦ. Ἤτοι τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπάτης, τὸ ὁποῖο τιμωρεῖται ποινικῶς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 386 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος.