Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Κυριακή ΙΕ Ματθαίου-κήρυγμα στο αποστολικό ανάγνωσμα


Προς Εβρ, ζ’ 26 – η’ 2: Ανάλογα δε με τον πόθο και το ζήλο του πιστού
αποκαλύπτεται στην καρδιά του η αγάπη του Χριστού.

του π. Παναγιώτη  Γκέζου

Λόγω της ατέλειας της ανθρώπινης φύσης,
ήταν αδύνατο χωρίς τη θεία αποκάλυψη
να μπορέσει ο άνθρωπος, την αλήθεια, να διακρίνει και να γνωρίσει,
να γνωρίσει πόθεν έρχεται και που πηγαίνει, ποιος ο Δημιουργός του
και ποιος ο προορισμός του.
Εδώ ακριβώς βρίσκει το νόημα της η ιεροσύνη
γιατί ο ιερέας είναι ακριβώς το όργανο που η θεία αγαθότητα
θέλησε να χρησιμοποιήσει,
την επαφή με τον άνθρωπο, για να αποκαταστήσει.
Θα άκουε στο εξής η τυφλωμένη ανθρωπότητα
που παράπαιε στο λαβύρινθο της πλάνης και της αγνωσίας
το «τάδε λέγει Κύριος». Έτσι, ο ιερέας αποτέλεσε τον καλό αγωγό
της μεταφοράς του θείου φωτισμού, της θείας επικοινωνίας.
Η σημασία λοιπόν και το έργο του ιερέα ήταν και είναι μεγάλη.
Γι’ αυτό ο Θεός λαμβάνει ειδική πρόνοια γι’ αυτούς
και απαιτεί από το λαό υπακοή και σεβασμό σ’ αυτούς.
Το συμπέρασμα είναι ότι ο ιερέας είναι το τιμιότερο
και ιερότερο και αξιότερο και γενικά το πιο αξιόπιστο
πρόσωπο για να αποκαλύψει ο Θεός τις βουλές του
και ακόμα να μεταδώσει τον εαυτό του.
Η εκλογή αυτή και η προτίμηση του Θεού στον ιερέα σαν το εκλεκτό
του όργανο δεν είναι κάτι το μηχανικό.
Το γνώρισμα αυτών των προσώπων ήταν η προς το Θεό ευσέβεια,
ο διακαής ζήλος για το θέλημα του Θεού
και η ακούραστη προσπάθεια και ενέργεια
να διδάξουν, να οδηγήσουν και να στηρίξουν το λαό του Θεού.
Ήταν τα καθαρά και αγιασμένα σκεύη της θείας Χάρης,
τα δεκτικά και χωρητικά δοχεία του θείου φωτισμού.
Οι ιερείς της Παλαιάς Διαθήκης δεν ήσαν
παρά τύποι και προεικονίσεις του πραγματικού,
του μοναδικού, του με απόλυτη έννοια ιερέα, του Χριστού,
του μόνου απόλυτου Μεσίτη μεταξύ ανθρώπων και Θεού. (Α’ Τιμ. β’ 5).
Τη θυσία αυτή τη μόνη αληθινή και λυτρωτική
προεικόνιζαν οι διάφορες θυσίες της προχριστιανικής εποχής,
που γι’ αυτό, καταργήθηκε και η ιεροσύνη της Π. Διαθήκης, η νομική.
Γι’ αυτό ακριβώς η ιεροσύνη δεν είναι μια οποιαδήποτε υπηρεσία,
αλλά το μέγιστο αξίωμα που δόθηκε ποτέ στον άνθρωπο,
η υψίστη τιμή και αξία.
Ο Πανάγαθος Κύριός μας,
αφού με το σταυρό Του μας χάρισε την ελευθερία
και την είσοδο στην αιώνια ζωή,
μας δίδαξε και την πρακτική οδό, την ευθεία, 
που πρέπει απαραίτητα να διανύσουμε
για να επιτύχουμε την «επαγγελίαν».
Οι απαραίτητες προϋποθέσεις για μια τέτοια θεραπεία
είναι, πρώτο, η διακοπή και απομάκρυνση των αιτίων
που ενισχύουν ή που ωθούν στην αμαρτία.
Δεύτερο, η ειλικρινής μετάνοια ώστε να πείσουμε τη θεία
αγαθότητα ότι μεταμελούμαστε και επιστρέφουμε οριστικά
στην πρώτη μας ομολογία.
Τρίτο, είναι η εκούσια φιλοπονία
όπου υποβάλλουμε τον εαυτό μας σε αγώνες και πόνους σωματικούς,
για αντιστάθμισμα της φιληδονίας
όπου παρασυρθήκαμε από την αμαρτία.
Ανάλογα δε με τον πόθο και το ζήλο του πιστού
αποκαλύπτεται στην καρδιά του η αγάπη του Χριστού.
Από εδώ και στο εξής είναι απαραίτητη η άσκηση της «ευχής»,
για να μπορέσει ο νους να μείνει στην αίσθηση της χάρης
και από το μετεωρισμό να διαφυλαχθεί,
καθώς και για να φυλαχθούν οι αισθήσεις από τη βία των παθών.
Τίποτε δεν είναι δυνατό να γίνει χωρίς την προσευχή.
Ο χειρότερος εχθρός που επιβουλεύεται όλ’ αυτά
είναι η αμέλεια, η λεγόμενη από τους Πατέρες ακηδία
-το αντίθετο της φιλοπονίας,
του κόπου, του αγώνα, που είδαμε
ότι αποτελούν την αρχή της μετανοίας.
Όταν τα μέλη και οι αισθήσεις παύσουν να δουλεύουν στην αμαρτία
και φωτισθούν ο νους και η καρδία
και αμφότερα υποταχθούν στην υπακοή του Χριστού,
ελευθερώνεται ο άνθρωπος από την αιχμαλωσία.
Αυτά όλα ισχύουν για όλους τους πιστούς,
αλλά πρώτιστα και σε κύριο λόγο για τους ιερείς και μοναχούς.
Σε μας τους ρασοφόρους αυτά πρέπει να γίνουν μόνιμο μέλημα,
διότι η πνευματικότητα δεν είναι θέμα προαιρετικής επιλογής.
Είναι το κύριο και απαραίτητο καθήκον μας
και χωρίς αυτό δεν έχουμε καν λόγο ύπαρξης πάνω στη Γη.