Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Ευαγγέλιο της Κυριακής των Μυροφόρων (Γραπτό Κήρυγμα)


μυροφόρες.jpg
εφημέριος του Ι.Ν. αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης (με τρίμηνη απόσπαση)


Για τον "Στύλο Ορθοδοξίας" (Μάρτιος 2015, αρ. φ. 165) 
Κήρυγμα στὸ Ευαγγελικό Ανάγνωσμα (Μαρ. ιε΄ 43 – ιστ’ 8)
        Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων, ἀγαπητοί μου, εἶναι ἡ σημερινὴ Κυριακή. Ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε εἶναι τοῦ ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοὺ Μάρκου καὶ μᾶς διηγεῖται τὰ συνταρακτικὰ  γεγονότα δύο μεγάλων ἡμερῶν. Ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς σταυρώσεως καὶ τοῦ θανάτου τοῦ Κυρίου καὶ ἀπὸ τὴν λαμπροφόρο ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως.
        Ἡ ἁγία μας ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ τιμᾶ σήμερα τὴ μνήμη πέντε ἀνθρώπων, δύο ἀνδρῶν καὶ τριῶν γυναικών. Οἱ δύο ἄνδρες εἶναι ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος. Κι οἱ τρεῖς γυναῖκες εἶναι ἡ Μαρία Μαγδαληνή, ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καὶ ἡ Σαλώμη. Αὐτοὶ οἱ πέντε ἄνθρωποι, στὴν πιὸ κρίσιμη στιγμὴ τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, δηλαδὴ τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι καταδίκασαν σὲ θάνατο τὸ Θεό, αὐτοὶ οἱ πέντε ἔσωσαν τὴν τιμὴ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ὁ Κύριος εἶχε πεθάνει. Οἱ γνωστοὶ μαθητὲς του εἶχαν ὅλοι διασκορπιστεῖ. Τὸ πανάγιο σῶμα τοῦ Θεανθρώπου ἦταν κρεμασμένο ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ. Θὰ ἔμενε ἐκεῖ; Ποιὸς θὰ φρόντιζε τὴν ταφή του;
        Στὴν κρίσιμη αὐτὴ περίσταση, παρουσιάζεται ἕνας ἄγνωστος καὶ κρυφὸς ἕως τότε μαθητής, ὁ Ἰωσήφ. Ἡ καταγωγὴ τοῦ ἦταν ἀπὸ τὴν Ἀριμαθαία. Ἦταν  «εὐσχήμων βουλευτὴς», μὲ πλοῦτο πολὺ καὶ μὲ μεγάλη κοινωνικὴ θέση. Καὶ γι’ αὐτὸν τὸν λόγο ἦταν «κεκρυμμένος» μαθητής «διά τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Ἦταν ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα κρυπτοχριαστιανός. Τὰ συνταρακτικὰ ὅμως γεγονότα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς ἦλθαν νὰ τοῦ ξεκαθαρίσουν τὴ θέση του καὶ νὰ τὸν ἐντάξουν ὁριστικὰ πλέον στοὺς φανερούς, ἀποφασιστικοὺς καὶ τολμηροὺς μαθητάς τοῦ σταυρωθέντος Θεοῦ καὶ Λυτρωτῆ μας.
        Πλησιάζει πρὸς τὸ τέρμα της ἡ ἁγία ἡμέρα τῆς Παρασκευῆς. Ὁ Κύριος τῆς δόξης εὑρίσκετε νεκρός, γυμνός, ἄταφος, ἄμορφος καὶ ἄδοξος, κρεμάμενος ἐπὶ τοῦ ξύλου. Ποιὸς θὰ φροντίσει γιὰ τὸν ἐνταφιασμό του; ποιὸς θὰ τολμήσει μέσα σ’ αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ φόβου καὶ τοῦ τρόμου νὰ ἐμφανιστεῖ καὶ νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου; Χρειαζόταν τόλμη καὶ ἡρωισμὸς ποὺ θὰ ἀντιμετώπιζε ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν κίνδυνο τοῦ θανάτου. Καὶ στὴ μεγάλη ἐκείνη στιγμὴ ὁ Ἰωσὴφ ἀναδεικνύεται μέγας ἀνήρ.
        Ἀπορρίπτει τοὺς δισταγμοὺς καὶ τοὺς φόβους του. Γεμάτος πίστη καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό Του «τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλάτον, καὶ ἠτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ», γιὰ νὰ τὸ ἐνταφιάσει. Ὁ Πιλάτος θαυμάζει τὴν τόλμη τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἀφοῦ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Κύριος εἶχε πεθάνει, «ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ». Καὶ ὁ Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ τὸν ὅμοιόν του βουλευτῆ καὶ «κεκρυμμένο»μαθητὴ τοῦ Κυρίου, τὸν Νικόδημο, προβαίνει στὴν ταφὴ τοῦ Διδασκάλου Του.
        Κανεὶς ἄλλος δὲν παρηκολούθησε τὴν ταφή, παρὰ μόνο μερικὲς γυναῖκες «ἡΜαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη». Πράγματι. Ἀληθινὲς ἡρωίδες ἀνεδείχθησαν καὶ οἱ Μυροφόρες. Τὸ καθῆκον τῆς ἀγάπης καὶ λατρείας τοῦ Χριστοῦ τὶς ἔφερε στὸ Γολγοθὰ κατὰ τὴ σταύρωση μαζὶ μὲ τὴν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου, τὶς ὁδηγεῖ τώρα στὸν τάφο, γιὰ νὰ ἀλείψουν μὲ μύρα τὸ πανάχραντο Σῶμα τοῦ Κυρίου. Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς διηγεῖται τὸ μέγα τοῦτο γεγονός.
        Εἶχε περάσει, λέγει, ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, καὶ εἶχε ἀρχίσει ἡ «μία τῶν Σαββάτων», ἡ Κυριακή, ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος. Καὶ «διαγενομένου τοῦ Σαββάτου» οἱ Μυροφόρες ἀγόρασαν ἀρώματα «ἴνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσι τὸν Ἰησοῦν». Ἕνα μόνο πρόβλημα τὶς ἀπασχολεῖ, «τὶς ἀποκυλίσει ἠμὶν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;» Οὔτε ὅμως καὶ αὐτὸ μπορεῖ νὰ τὶς σταματήσει. Ἡ ἡρωικὴ ψυχὴ δὲν ὑποχωρεῖ. Βαδίζουν ὁλοταχῶς πρὸς τὸν τάφο. Καὶ τί βλέπουν; «Τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον τοῦ μνήματος». Τὴν θύραν ἀνοικτή. Τὸν τάφο κενό. Περίμεναν νεκρὸ τὸ Χριστό. Τὸν βρίσκουν ἀναστημένο. «Εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, βλέπουν νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν». Δὲν προφταίνουν νὰ συνέλθουν ἀπὸ τὴν ἔκπληξη αὐτή. Καὶ ἀκοῦν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀγγέλου τὸ μέγα μήνυμα τῆς ἀναστάσεως Τοῦ Κυρίου. Γνωρίζω ποιὸν ζητεῖτε, «Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνόν, τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτὸν» Τί χαρά! Τί ἀπερίγραπτος ἀγαλλίασις καὶ εὐφροσύνη. Ἀλλὰ νὰ καὶ μία νέα τιμή, νέα χάρις, νέα ὑψίστη δωρεὰ καὶ δόξα σ’ αὐτές. Νὰ γίνουν οἱ πρῶτες εὐαγγελίστριες τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Νὰ ἀναγγείλουν αὐτὲς στοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση τοῦ Διδασκάλου. «Ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρω, ὅτι προάγει ὑμᾶς ἒς τὴν Γαλιλαίαν ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε».
        Γενναῖες, ἠρωϊκὲς ψυχὲς ἀνεδείχθησαν οἱ μαθήτριες τοῦ Κυρίου. Πρῶτες κήρυκες τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Ἀτρόμητες στὸ καθῆκον τους, ὑπόδειγμα γυναικείας τόλμης, αὐταπαρνήσεως, ἀρετῆς καὶ ἁγιότητος.
        Ἂς εὐχηθοῦμε νὰ χαρίσει ὁ Κύριος καὶ στὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς,τὴν γενναιότητα τῶν ἑορταζόντων ἁγίων τῆς σημερινῆς ἡμέρας. Ἀμὴν!