Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Κήρυγμα στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΙΑ’Λουκά.


Κολ.γ΄4 – 11:Δὲν ἔχουμε λοιπόν, παρὰ μὲ πίστη θερμὴ
νὰ στραφοῦμε πρὸς τὸν Σωτήρα Χριστό,
καὶ μὲ διάθεση ἀγαθὴ νὰ ἀναλάβουμε τὸν ἀγώνα τῆς μετανοίας με αδιάλυπτη προσευχή.

του π. Παναγιώτη Γκέζου
Κάθε άνθρωπος που έρχεται στην ύπαρξη,
εσθάνεται «κληρονομικῶ τῷ τρόπω» την ροπὴ προς την ἁμαρτία.
Την αρνητικὴ αυτὴ δύναμη που ξεκίνησε απὸ την πτώση του Αδὰμ
και θα υπάρχει μέσα σε κάθε άνθρωπο έως το τέλος της Ιστορίας.
Αυτὸ λοιπὸν το κακό, αυτὴ η σαπίλα και η αηδία
                   αμαυρώνει ολοένα και περισσότερο την εικόνα του Θεού,
αυτὸ λοιπὸν καταντάει τον άνθρωπο «παλαιὸν ἄνθρωπον»,
                                                                                                 σκοτίζει το νου.
Όντως, η αμαρτία, το σίχαμα τούτο η κατάρα αυτή, ,
                                 κάνει τον άνθρωπο «παλαιὸν ἄνθρωπον» δηλαδή,
αντὶ του δρόμου προς το καθ' ομοίωσιν για τον οποῖον τον έπλασε ο Θεός,
                     τον οδηγεί, στην αιώνια κόλαση, στην ατραπὸ της διαστροφής.
Όλα δε αυτὰ που βλέπουμε και ζούμε
                                             στην καθημερινότητα, όλο αυτὸ το ποικίλο κακὸ
που με γεωμετρικὴ πλέον πρόοδο αυξάνεται μέρα με την ημέρα
                    δεν είναι τίποτε άλλο, παρὰ η απομάκρινση απο το Θεό.
Η δαιμονικὴ αυτὴ κατάσταση παράγει όλα τα αρνητικὰ
και τελικώς αχρηστεύει τον άνθρωπο. Τον καταντά
σκωληκόβρωτο πτώμα της αμαρτίας. Και όπως τα πτώματα
        τα θάπτουμε διότι κινδυνεύουμε και δεν γίνεται διαφορετικά,
έτσι τώρα και στην περίπτωση του ηθικού θανάτου,
                  θα πρέπει να αποφύγουμε από όλα αυτά, τα αμαρτωλά.
Αλήθεια, τι κατάντημα!
Ενώ πλάστηκαν για να είναι άνθρωποι του Θεού,
      άνθρωποι που μέσα στην ύπαρξη τους  την ψυχοσωματική
                                       θα πρέπει, το Πνεύμα το Άγιον, να κατοικεί,
άνθρωποι, ναοὶ του Θεού, αυτοὶ τώρα θεληματικώς,
        μεταβάλλονται σε σπήλαια ληστών, προγευόμενοι,
                                                την αιώνια κόλαση, απὸ αυτὴ την ζωὴ.
Και μετὰ απ' όλα αυτά, προκύπτει το φλέγον ερώτημα:
Πως ο παλαιὸς γίνεται νέος άνθρωπος;
                                                                Πως το κινητὸ θηριοτροφείο
                                                 και το απαίσιο ζωντανὸ νεκροταφείο,
μεταβάλλεται σε ναὸ της Θεότητας; Πως λοιπὸν θα κατορθωθεί
το αδύνατον τουτο κατὰ τα ανθρώπινα;
Μια σύντομη απάντηση δίνεται στο ερώτημα αυτό,
                     μέσω της οποίας απαστράπτει, της Θεότητος, το φως.
«Δία Ἰησοῦ Χριστοῦ»! Διασαλπίζει ο θεόπνευστος απόστολος.
                            «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμούντι μὲ Χριστῷ»! (Φιλιππ. Δ΄13).
Μα το χειρότερο είναι να παραμένει κανεὶς  ικανοποιημένος
με την κατάστασή του και να πιστεύει ότι λόγω της «σεμνής»
και «άψογης» εξωτερικής συμπεριφοράς
                                έχει φθάσει στα ύψη της πνευματικής ζωής.
Στην κατάσταση αυτὴ δεν αφήνει ο άνθρωπος
                                 να τον αγκαλιάσει το συναίσθημα, δηλαδή
η πραγματικότητα της πνευματικής του πτωχείας
                                                                 και η καρδιακὴ συντριβή.
Είναι ανάγκη να έχουμε πάντοτε κατὰ νου ότι το δένδρο,
         όσο ύψος έχει απὸ το έδαφος έως την δική του κορυφή,
άλλο τόσο ή και περισσότερο έχει ρίξει τις ρίζες του
                απὸ την επιφάνεια του εδάφους στα βάθη της γής.
Δεν έχουμε λοιπόν, παρὰ με πίστη θερμὴ
να στραφούμε προς τον Σωτήρα Χριστό,
                                                                  και με διάθεση αγαθὴ
να αναλάβουμε τον ἀγώνα της μετανοίας
                                                           με αδιάλυπτη προσευχή.
Όσο συνειδητότερα γίνεται αυτό,
                        τόσο και περισσότερο ανακαινισμὸ
        και χάρη θα δεχθούμε στην ύπαρξή μας από το Θεό.

13-12-2015