Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Η ΤΥΦΛΩΣΗ ΚΑΙ Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ-Κυριακὴ τoῦ Τυφλοῦ





Ἀπὸ τὸν πατέρα Παναγιώτη Γκέζο.



Τὴν πέμπτη Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα μὲ τὸ περιστατικὸ τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, ἡ Ἐκκλησία παρουσιάζει τὴ φωτιστικὴ ἐνέργεια τῆς Χάριτος ποὺ ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν ἀναστημένο Χριστό.

Δὲν ἐπιτρέπει στὸν τυφλὸ ἡ τύφλωσή του νὰ γνωρίσει ἐπαρκῶς οὔτε τὸν ὑλικὸ κόσμο, οὔτε τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο, καὶ εὐρισκόμενος σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση συναντᾶ τὸ Χριστὸ καὶ τοῦ ζητάει τὸ φωτισμὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσει τὴ δυνατότητα νὰ γνωρίσει πληρέστερα καὶ τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ἀνταποκρινόμενος ὁ Χριστὸς στὸ αἴτημα τοῦ τυφλοῦ τὸν «ὠμμάτωσε» (τοῦ δώσε μάτια). «θαύματα ποιῶν ὁ λυτρωτής, ἰάσατο καὶ τυφλὸν ἐκ γενετῆς, πηλὸν ἐπιχρίσας καὶ εἰπὼν πορεύθητι καὶ νίψαι ἐν τῶ Σιλωάμ, ὅπως γνώση μὲ Θεόν, ἐπὶ γῆς βαδίζοντα, σάρκα φορέσαντα, διὰ σπλάγχνα οἰκτιρμῶν» (Ωδὴ α’ Κανόνος Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ). Καὶ ὁ τυφλὸς φωτίζεται τόσο, ὥστε ὄχι μόνο νὰ μπορεῖ νὰ δεῖ  τὸν ὑλικὸ κόσμο ἀλλὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἀναγνωρίσει τὸν φωτοδότη του σὰν τὸν δημιουργὸ τοῦ φωτός.

Ὅταν γίνεται λόγος στὴ λειτουργικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τελῶνες, γιὰ φαρισαίους, γιὰ ἀσώτους, γιὰ πόρνες, γιὰ παραλύτους, γιὰ νομικοὺς ἤ γιὰ τυφλοῦς συνήθως αἰσθανόμαστε ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀναφέρονται σὲ κάποιους ἄλλους καὶ ὅτι εὐτυχῶς ἐμεῖς δὲν συμπεριλαμβανόμαστε σ’ αὐτὲς τὶς κατηγορίες Ὅμως ἡ κατάσταση ἡ δική μας, σύμφωνα μὲ τὸ λειτουργικὸ κλίμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀνάλογη καὶ ἴσως χειρότερη ἐκείνης τοῦ τυφλοῦ. Ὁ τυφλὸς εἶναι σὲ πλεονεκτικότερη θέση ἀπὸ ἐμᾶς, γιατί ἄν καὶ δὲν βλέπει ἀναγνωρίζει τὸ σωτήρα. Πραγματικά, ἡ φυσικὴ ὄραση δὲν μᾶς ἐξασφαλίζει οὐσιαστικὸ φωτισμὸ καὶ μὲ τὰ σωματικὰ μάτια ἀνοικτὰ μποροῦμε νὰ βρισκόμαστε καὶ βρισκόμαστε σὲ φρικτὸ σκοτάδι, σχετικὰ μὲ τὸν ἑαυτό μας, τὸ συνάνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Εἶναι πραγματικὰ πολὺ δύσκολο νὰ δεῖ κανεὶς τὴν τύφλωσή του καὶ εἶναι πραγματικὰ τρομακτικὴ αὐτὴ ἡ τύφλωση. Γιὰ χιλιάδες χρόνια ὁ ἄνθρωπος προσπάθησε νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του. Ἀλλὰ γιὰ τοὺς πιὸ πολλούς ἀνθρώπους ἡ ἔρευνα ἦταν μάταιη, γιατί τὴν ἔκαναν μὲ τὰ πνευματικά τους μάτια κλειστά. Γι’ αὐτό, ὅταν ἀγγίζει τὸν ἄνθρωπο ἡ χάρη τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ καὶ τὸν φωτίσει, ἔτσι ὥστε νὰ δεῖ τὸν ἑαυτό του ὅπως πραγματικὰ εἶναι, ταπεινώνεται, γίνεται ἐπιεικὴς μὲ τοὺς ἄλλους καὶ δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ταπεινώσει ἐκείνους γιὰ νὰ ἀνυψωθεῖ αὐτὸς. Τέλος ξέρουμε ὅτι ἔχει καθαρίσει ἡ ὄραση ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ θάμπωμα τῶν δικῶν του παθῶν «ὅταν πάντας ἀνθρώπους καλοὺς θεωρῆ, καὶ οὐ φαίνηταί τις αὐτῶ ἀκάθαρτος καὶ βέβηλος» ὅπως λέει ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σῦρος.

Ἀκόμη, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζητήσει ἀπ’ τὸν ἀναστημμένο Χριστὸ νὰ θεραπεύσει τὴν τύφλωσή του καὶ νὰ τὸν φωτίσει, τότε βλέπει τὴν πραγματικὴ φύση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου. Βλέπει τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ ὄχι σὰν κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ ἀρπάξει, ἀλλὰ σὰν κάτι ποὺ μπορεῖ νὰ προσφέρει. Βλέπει ἕναν ὄμορφο ἄνθρωπο ὄχι σὰν ἀντικείμενο μὲ τὸν ὁποίο μπορεῖ νὰ ἰκανοποιήσει μιὰ δική του ἐπιθυμία, ἀλλὰ σὰν μιὰ εἰκόνα ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀναζήτηση τοῦ προτύπου. ὅπως λέει ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, καὶ δὲν τὸν ἀποστρέφεται γιὰ νὰ μὴν πέσει σὲ πειρασμό, ἀλλὰ τὸν κοιτάει ὅλο καὶ μὲ πιὸ πολὺ ἔκσταση καὶ ἀναζητεῖ τὸ ἀσύγκριτα ὡραιότερο πρόσωπο Ἐκείνου ποὺ τὸν δημιούργησε.

Νὰ λοιπὸν γιατὶ τὸ λειτουργικὸ κλίμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Τυφλοῦ θέλει νὰ παρουσιάσει τὴ δική μας τύφλωση πολὺ πιό σοβαρὴ ἀπὸ ἐκείνη τοῦ τυφλοῦ τῆς εὐαγγελικῆς διηγήσεως. Νὰ γιατὶ λέει ὁ ὑμνωδὸς «τοὺς νοερούς μου ὀφθαλμούς, πεπηρωμένους Κύριε, ἐκ ζοφερᾶς ἁμαρτίας, σὺ φωταγώγησον, ἐνθείς, οἰκτίρμον τὴν ταπείνωσιν, καὶ τοῖς μετανοίας καθάρας με δάκρυσιν». (Ἐξαποστειλάριον Τέταρτης πρὸ τῆς Ἀναλήψεως).

Ὅμως ὁ τυφλὸς ζητάει ἀπὸ τὸ Χριστὸ νὰ θεραπεύσει τὴ σωματικὴ του τύφλωση καὶ ὁ ὑμνωδὸς  τοῦ ζητάει νὰ τοῦ θεραπεύσει τὴν τύφλωση του τὴν πενυματικὴ, γιατὶ καὶ οἱ δυὸ βρίσκονται σ’ ἕνα ἀρκετὰ προχωρημένο ἐπίπεδο, στὸ ὁποίο ἴσως ἐμεῖς δὲν ἔχουμε ἀκόμη φθάσει. Γι’ αὐτὸ ἐμεῖς ἴσως δὲν μποροῦμε νὰ ζητήσουμε ἀπ’ τὸν ἀναστημένο Χριστὸ νὰ θεραπεύσει τὴν τύφλωση μας, ἀλλὰ νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ διαπιστώσουμε ὅτι εἴμαστε τύφλοί.

Μακάρι, ἀγαπημένοι αδελφοὶ, καὶ τὰ δικά μας μάτια ν’ ἀνοίξουν νὰ δοῦμε τὸ Χριστὸ μας, τὸν ὑπέροχο Εὐεργέτη μας καὶ νὰ Τὸν προσκυνήσουμε λατρευτικὰ.


20.05.2012, πηγὴ: Ἀρχιμ. Ἀ. Κουστένης