Κυριακή Στ’ Λουκᾶ
«ἠρώτησαν αὐτόν…..ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν,
Εἰσερχόμενος ὁ Κύριος στήν χώρα τῶν Γαδαρηνῶν ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τόν πόνο καί τήν δυστυχία στό πρόσωπο ἑνός ἀνθρώπου προσβεβλημένου ἀπό πολλῶν ἐτῶν ἀπό «τά δολίως κινούμενα πεπυρωμένα βέλη τοῦ πονηροῦ» και εὑρισκομένου ὑπό δαιμονική ἐπήρεια. Ἡ εἰκόνα του, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Ἱερός Εὐαγγελιστής, ἦταν ἀποκρουστική˙ «ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καί ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν». Μπροστά σ᾿ αὐτό τό οἰκτρό θέαμα ὁ Κύριος μας δέν μένει ἀδιάφορος. Ἐπεμβαίνει καθοριστικά καί χαρίζει τήν πολυπόθητη θεραπεία σ᾿ ἐκείνη τή δυστυχισμένη ὕπαρξη.
