Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συναξάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Σεπτεμβρίου 2019

Ιωακείμ Αντωνάκης: Ένας Άγιος νάνος στο Ρέθυμνο.


Ημέρα μνήμης: 10 Οκτωβρίου (+1946).
Ὁ Μοναχὸς Ἰωακεὶμ κατὰ κόσμον Ἰωάννης Ἀντωνάκης, τοῦ Νικολάου, γεννήθηκε στὸ χωριὸ Ροῦπες ἢ Ροῦπαις Ρεθύμνης ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴν ἱστορικὴ Μονὴ Ἀρκαδίου.
Γεννήθηκε τὸ 1873 καὶ ἦταν βραχύσωμος, παρέμεινε δὲ ἀγένειος ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Λόγῳ τοῦ μικροῦ του ἀναστήματος ὅταν μὲν ἦταν λαϊκὸς τὸν ἀποκαλοῦσαν Γιαννιὸ ὅταν δὲ ἔγινε Μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἰωακεὶμ τὸν ἀποκαλοῦσαν Ἰωακειμάκι καὶ ἔτσι ἔμεινε ὡς τὰ σήμερα στὶς διηγήσεις αὐτῶν ποὺ τὸν γνώρισαν καὶ στοὺς σημερινοὺς χριστιανοὺς ὅταν μιλοῦν γι' αὐτόν.
Εὐτυχῶς διασώθηκε ἡ μοναδικὴ ὅσο καὶσημαντικὴ φωτογραφία του, τὴν ὁποίατράβηξε περιηγητὴςκαὶ στὴν ὁποία βρίσκεται ἀνάμεσα σὲ δυὸ νέους μὲ κρητικὲς ἐνδυμασίες τῆς ἐποχῆς γιὰ νὰ φαίνεται ἡ διαφορὰ τοῦ ἀναστήματος.
Στὴ φωτογραφία αὐτή, ἐπειδὴ προφανῶς ὁ φωτογράφος εἶχε μετρήσει τὸ ἀνάστημά του, ὑπάρχει μὲ τυπογραφικὰ γράμματα ἡ λεζάντα «Adwari Height, 37 inch. Aged 66 years». Δηλαδὴ «92,5ύψος (37 ἴντσες). Ἡλικία 66 ἐτῶν». Ἡ φωτογράφιση ἔγινε σύμφωνα μὲ τὴ λεζάντα της ὅταν ὁ Μοναχὸς Ἰωακεὶμ ἦταν 66 χρονῶν ἄρα στὴ Μονὴ Κουδουμᾶ τὸ 1939.
Εἶναι ἄξιο παρατηρήσεως, ὅτι φέρει τὴν παραδοσιακή ἐνδυμασία τῶν τότε κληρικῶν τῆς Κρήτης. Δηλαδὴ τὴν κρητικὴ «βράκα» καὶ τὰ στιβάνια, ἀντὶ δὲ γιλέκου, τὴ λεγόμενη «σταυρωτὴ» καὶ τὸν καλογερικὸ σκοῦφο μέσα στὸν ὁποῖο ἔχει βάλλει τὴν πλούσια κόμη του ἐνῶ ἦτο ἀγένειος. Ὁ νάνος, «τὸ Γιαννιό», φοίτησε μέχρι τὴν τρίτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου καὶ θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἀπὸ φτωχὴ οἰκογένεια, διότι στὸ Μοναχολόγιο τὸ ὁποῖο συντάξαμε, ἐνῶ γιὰ ἄλλους Μοναχοὺς ἀναφέρει τὴν ἀξία τῆς ἀτομικῆς των περιουσίας, στὴ συγκεκριμένη στήλη μὲ τὸν ὄνομα «Ἰωακειμάκι» ἔχει κενό.
Στή Μονὴ προσῆλθε τὸ 1900 σὲ ἡλικία 2 ἐτῶν ἐπὶ ἡγουμενίας τοῦ Ὁσίου Παρθενίου.Ὁ Παρθένιος δὲν ἔδωσε σημασία στὴ σωματικὴ του ἀναπηρία ἡ ὁποία πιθανῶς γιὰ τοὺς πολλοὺς νὰ ἦταν ἀστεῖο θέαμα. Γι’ αὐτὸν ἦταν ψυχὴ ἀνθρώπου ἡ ὁποία ἀξίζει, ὅπως λέει ὁ Χριστός, ὅσο δὲν ἀξίζει ὅλο ὁ κόσμος. Τὸν δέχθηκε καὶ τὸν ἀγκάλιασε στοργικά, τὸν συμπεριέλαβε στοὺς δόκιμους Μοναχούς, τοῦ ἔδωσε ἀπὸ τὸ δικό του κῦρος ἀξία καὶ τὸν ἐπέβαλε στὶς συνειδήσεις Μοναχῶν καὶ προσκυνητῶν ὡς ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ ποὺ ὄχι μόνο δὲν εἶχε καμιὰ διαφορὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον διέθετε καθαρότητα ψυχῆς, καί εἶχε καὶ τὸν ἀπαιτούμενο θεῖο ζῆλο γιὰ ἀφιέρωση μὲ σκοπὸ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς του.
Τὰ πράγματα δικαίωσαν τὸν Ὅσιο Παρθένιο ὁ ὁποῖος μὲ τὸ διορατικὸ καὶ προορατικὸ του χάρισμα, εἶχε θεία πληροφορία σὲ κάθε περίπτωση. Ἔτσι κι ἔδῶ προγνώριζε τὴν πνευματικὴ ἐξέλιξη τοῦ Μοναχοῦ αὐτοῦ.
Σήμερα λέμε ὅτι ζοῦμε σὲ πολιτισμένο κόσμο. Καὶ ζοῦμε βέβαια σὲ πολιτισμένο κόσμο ὡς πρὸς τὴν πρόοδο τῆς τεχνολογίας, ἀλλὰ ὑπάρχει ἔντονη ἀκόμη ἡ κοινωνικὴ ἀδικία καὶ ὁ ρατσισμὸς καὶ ἡ ἀναλγησία μπροστὰ στὸ φαινόμενο ποὺ λέγεται ἄνθρωπος μὲ εἰδικὲς ἀνάγκες. Ἀπουσιάζει ἡ ἀνθρωπιὰ καὶ ἡ εὐαισθησία.
Ὁ Ὅσιος Παρθένιος ἦταν ἀγράμματος ἀλλὰ βαθιὰ πολιτισμένος. Καὶ ἐνῶ φαινόταν σκληρὸς σὲ κάποια πράγματα, μὲ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως ποὺ τὸν εἶχε προικίσει ὁ Θεὸς, εἶχε μιὰ καταπληκτικὴ εὐαισθησία στὸν ἀνθρώπινο πόνο καὶ στὴν χειραγωγία τοῦ ἀνθρώπου ποὺ εἶχε ἀνάγκη νὰ βρεῖ τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου δὲν ἔπασχαν ἀπὸ τὰ κόμπλεξ ποὺ ἑδράζονται σὲ ἐσωτερικὰ πάθη καὶ ἀδυναμίες. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀναγνώριζε τὶς μυστικὲς ἀξίες ποὺ κρύβονταν ἀκόμη καὶ σὲ ἕνα νάνο.
Μήπως αὐτὸ δὲν ἔγινε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Κολοβοῦ ποὺ ἔφθασε σὲ μεγάλα μέτρα ἀρετῆς καὶ κατέλειπε τόσες σοφὲς ὑποθῆκες γιὰ τοὺς ἀγῶνες τῆς ἀγγελοειδοῦς ζωῆς; Τὸν ἔλεγαν καὶ τοῦ ἔμεινε τὸ «παρατσούκλι» Κολοβός, ἐπειδὴ ἦταν πολὺ μικροῦ ἀναστήματος. Κάτι σὰν τὸ Ἰωακειμάκι τοῦ Κουδουμᾶ. Κολοβός, μικρὸς στὸ σῶμα ἀλλὰ γίγαντας στὸ πνεῦμα.
Τό Γιαννιὸ ὡς δόκιμος εἶχε ἀναπαύσει πλήρως τὸν Ὅσιο Παρθένιο.
Δὲν ἔγινε ὅμως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του Μοναχὸς ἀλλὰ ἀναγνώστης κατόπιν προτάσεώς του πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο Ἀρκαδίας Βασίλειο,
ἀφοῦ γνώριζε λίγα γράμματα.
Εἶχε πάει μέχρι τὴν τρίτη τοῦ Δημοτικοῦ.

Ἕνα χρόνο μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου Παρθενίου καὶ ὄντας στὴν ἡγουμενία ό Ἅγιος Εὐμένιος, ἔγραψε στὸν Ἐπίσκοπο μιὰ παρακλητικὴ ἐπιστολὴ ἡ ὁποία σώζεται στὸ Ἀρχεῖο τῆς Ἱεράς Μητροπόλεως Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας μὲ ἡμερομηνία 15-2-1906.
«.....Ὁμοίως τὸ μικρὸ (Γιαννιό) τὸ ὁποῖον ἐκουρεύσατε ἀναγνωστάκι, ἔχει ἐνταύθα ἕξι ὁλόκληρα ἔτη καὶ ἡ ἡλικία του εἶναι 34 ἐτῶν καὶ δὲν ἔχει παρηγορίαν μόνο ζητεῖ τὸ Σχῆμα. Σᾶς συστήνω δὲ καὶ αὐτό, ὅτι ἐὰν καὶ φαίνεται μικροῦ ἀναστήματος, τὰ πνευματικὰ του ἔργα εἶναι μέγιστα, διότι φαίνεται μικρὸ ἀλλὰ εἶναι σωφρονέστατον.... Ἡ ἐργασία του εἶναι ἐν τῷ Ἱερῷ Θυσιαστηρίω καὶ πλέκει καὶ κομβοσχοίνια...» Στὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ ὁ Ἅγιος Εὐμένιος γράφει στὸν Ἐπίσκοπο ὡς Ἡγούμενος πλέον ποὺ γνωρίζει κάλλιστα τοὺς Μοναχοὺς καὶ δοκίμους τοῦ Κοινοβίου, ἀλλὰ καὶ ὡς Ἐξομολόγος - Πνευματικὸς ποὺ ἐρευνᾶ τὰ βάθη τῆς καρδίας. Ἐκθέτει πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο τὴ μαρτυρία ὡς ἐκ τῆς διπλῆς ἰδιότητός του καὶ τὸν ἐγκωμιάζει ὅτι «τὰ πνευματικὰ ἔργα του εἶναι μέγιστα» καὶ ὅτι «εἶναι σωφρονέστατον».
Γράφει περὶ μεγίστων πνευματικῶν ἔργων ποιός; Ἐκεῖνος ποὺ τόσα χρόνια δίπλα στὸν κατὰ σάρκα ἀδελφὸ καὶ Γέροντά του Παρθένιο γνώρισε σὲ βάθος καὶ βίωσε ὅλες τὶς Μοναχικὲς ἀρετές, ἔζησε τὴν τραχύτητα τῆς ἐρήμου, γνώρισε ἐμπειρικὰ τί σημαίνει πνευματικὰ κατορθώματα καὶ εἶδε στὴν ἐξομολόγηση νὰ ξεδιπλώνονται καὶ οἱ μυστικὲς πτυχὲς τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἔπειτα, τὸ ὅτι μνημονεύει τὴν πιστότητα καὶ συνέπειά του στὸ διακόνημα του στὸ Ἱερὸ Βῆμα δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα.
Ὡς λειτουργὸς ὁ Ἅγιος Εὐμένιος τὸν παρατηροῦσε ὅταν τὸν διακονοῦσε ὡς βηματάρης, προσευχόμενος καὶ μὲ ἄκρα εὐλάβεια. Δὲν ἐπιτελοῦσε τὸ διακόνημα αὐτὸ μηχανικὰ καὶ ἀπὸ συνήθεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀνάπαυε τὸν ἑκάστοτε λειτουργὸ καὶ παρεῖχε μὲ τὶς προσεκτικὲς του ὑπηρεσίες ὅλες τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ τελεῖ ἀπερίσκεπτα τὸ φρικτὸ τῆς Θείας Εὐχαριστίας Μυστήριο. Ἀλλὰ ἀκόμη ὅτι ἔπλεκε κομβοσχοίνια, δυσεύρετα τότε κι ὄχι ὅπως σήμερα ποὺ ὑπάρχουν σὲ ἀφθονία στὸ ἐμπόριο καὶ τὰ φορᾶνε στὰ χέρια οἱ νέοι καὶ οἱ νὲες ὅπως τὰ διάφορα στολίδια ἢ σὰν φυλακτὰ μαγικὰ ποὺ φυλάσσουν ἀπὸ τὸ μάτι, πρόσφερε ὑπηρεσία πνευματική. Τὸ κομβοσχοίνι ποὺ δινόταν στὸν Κουδουμᾶ, συνοδευόταν μὲ τὴν πρακτικὴ διδασκαλία περὶ τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἂς ἀναλογιστεῖ ὁ ἀναγνώστης πόσα κομβοσχοίνια σκορπίστηκαν παντοῦ στὰ σπίτια τῶν προσκυνητῶν καὶ πόσοι ἀπὸ αὐτοὺς ἔλεγαν στὰ σπίτια τους τὴν εὐχὴ κρατώντας στὰ χέρια τους τὸ ἱερὸ ἐργόχειρο τοῦ «Ἰωακειμάκι»...! Ὁ Ἐπίσκοπος Βασίλειος δὲν εἶχε λόγο νὰ ἀρνηθεῖ. Τὸ Γιαννιὸ ἔγινε Μοναχός καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Ἰωακεὶμ γιὰ νὰ τιμηθεῖ ὁ θεοπάτωρ Ἰωακείμ, ὁ πατέρας τῆς Θεοτόκου, τῆς προστάτιδος καὶ ἐφόρου τῆς Μονῆς.
Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὁ ἍγιοςΕὐμένιος στὴν πρὸς τὸν Ἐπίσκοπο ἐπιστολὴ του γράφει ὅτι «...δὲν ἔχει παρηγορίαν μόνοζητεῖ τὸ Σχῆμα». Αὐτὸ σημαίνει τὸν πόθο καὶ τὴν φλόγα τῆς ψυχῆς τοῦ δοκίμου Γιαννιοῦ νὰ σφραγιστεῖ ἡ ἄσκησή του διὰ τοῦ Ἁγίου Σχήματος. Ποθοῦσε νὰ γίνει ἡ ἐπίσημη καθοσίωσή του στὸ Μοναχισμό. Νὰ γίνει μέλος κανονικὸ τῆς Μοναχικῆς Πολιτείας διὰ τῆς Ἱερᾶς Κουρᾶς καὶ νὰ νοιώθει τὴ χάρη ἡ ὁποία ἐπισκιάζει αὐτοὺς ποὺ τὴ ζητοῦν ὁλόψυχα γιὰ νὰ στερεωθοῦν στὸν πνευματικὸ τους ἀγῶνα. Τὸ ράσο, τὸ Σχῆμα, τὸ κουκούλιο, ἡ ἀλλαγή τοῦ ὀνόματος, ἀλλάζουν τὴ ζωὴ τοῦ δοκίμου. Δίνουν χάρη καὶ χαρά, ζῆλο καὶ συναίσθηση τῆς εὐθύνης, γαλήνη καὶ πληρότητα, διότι πέρασε στὶς ἐξετάσεις τῆς δοκιμασίας.
Ἐδῶ τὸ πιστοποιητικὸ τῆς ἐπιτυχίας δὲν τὸ ἔδινε ἕνας ἁπλὸς Μοναχὸς ἢ Ἱερομόναχος ἢ Ἡγούμενος, ἀλλὰ ἕνας Ἅγιος ποὺ ἀργότερα μαζὶ μὲ τὸν ἀδελφὸ του Παρθένιο θὰ ἱστοροῦνταν σὲ εἰκόνες, θὰ χτίζονταν γι'αὐτοὺς Ναοὶ καὶ θὰ καταγράφονταν τὰ ἱερὰ τους ὀνόματα στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ Σχῆμα γιὰ τὸ δόκιμο Γιαννιὸ ἦταν ἡ ἀναμενόμενη, ἡ παμπόθητη του «παρηγορία». Κι ἀφοῦ «παρηγορήθηκε» καὶ γέμισε ἡ ψυχή του, μετὰ σκορποῦσε αὐτὴ τὴν παρηγορία σὲ ὅσους τὸν πλησίαζαν.
Εἶχε τὸ χάρισμα τῆς πρακτικῆς διδασκαλίας. Γι’ αὐτὸ καὶ πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ ἐπιζητοῦσαν τὶς συμβουλές του ἀλλὰ καὶ τὶς προσευχές του. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου Εὐμενίου τὸ 1920, τὸ Ἰωακειμάκι ἦταν αὐτὸ ποὺ παρέλαβε τὴ σκυτάλη τῆς ἁγιότητος. Αὐτὸ τὸ καλογεράκι ὡς τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὴ Μονὴ ἦταν ὁ ζῶν εἰς τύπον καὶ τόπον Παρθενίου καὶ Εὐμενίου.
Αὐτὸς ὁ νάνος, συνεχιστὴς τῆς ἁγίας παραδόσεως ποὺ εἶχαν δημιουργήσει οἱ δυὸ αὐτάδελφοι καὶ κτίτορες τῆς Μονῆς Ἅγιοι Πατέρες. Δὲν ἦταν ἱερέας βέβαια γιὰ νὰ ἐξομολογεῖ. Μὰ οὔτε ὁ Παρθένιος ἦταν ἱερέας. Ὅμως ἄκουε τὰ βάσανα, τὰ προβλήματα καὶ τοὺς λογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων. Παντοῦ διαδόθηκε ἡ φήμη τῶν ψυχωφελῶν διδαχῶν τοῦ Ἰωακείμ ποὺ ἦταν οἱ ὑποθῆκες τῶν δυὸ Πατέρων ἀλλὰ καὶ τὸ ἀπόσταγμα τῆς δικῆς του προσωπικῆς Μοναχικῆς ἐμπειρίας.
Οἱ προσκυνητὲς δὲν ἄργησαν νὰ καταλάβουνὅτι τὸ Ἰωακειμάκι εἶχε προικισθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸμὲ διορατικὸ χάρισμα.
Ἔρχονταν ἄνθρωποι καὶ πρὶν τοῦ ποῦν τὸπρόβλημά τους, τοὺς τὸ ἔλεγε καὶ τοὺς ἔδινετὴ λύση. Αὐτὸ ἔγινε εὐρύτατα γνωστὸ καὶ τὸν ἐνοχλοῦσε πολὺς κόσμος κάτι ποὺ τοῦ προξενοῦσε μεγάλη κόπωση ἀλλὰ προπάντων δαπάνη χρόνου ποὺ ὁ ἴδιος ἤθελε νὰ ἀφιερώνει στὴν ἀγαπημένη του ἡσυχία καὶ τὴ νοερὰ προσευχή.
Ἐπειδή ἦταν ὁ διακονητὴς Βηματάρης τὸ κελλάκι του τοῦ τὸ εἶχαν φτιάξει δίπλα στὸ ἱερὸ Βῆμα τοῦ καθολικοῦ δεξιά. Ἕνα μικρό, ταπεινό, χαμηλὸ κελάκι μὲ τὰ ἀπαραίτητα τοῦ κοινοβιάτη Μοναχοῦ ἀντικείμενα. Τὴ φτωχὴ στρωμνή, τὸ μικρὸ τζάκι, τὸ σταμνὶ μὲ τὸ νερό, τὸ ράσο, ἡ καρέκλα, τὸ τραπεζάκι καὶ δυό - τρία βιβλία! Τὸ κελάκι ὅμως αὐτὸ ἦταν πολὺ προσιτὸ στοὺς προσκυνητὲς διότι ἦταν στὴν ἄκρη τῆς μεγάλης αὐλῆς τοῦ ναοῦ.
Ὁ κόσμος καὶ ὁ θόρυβος τὸν ἐνοχλοῦσαν. Εἶχε ὅμως τὴν κρύπτη του γιὰ νὰ ἀποφεύγει τὶς πολλὲς ἐνοχλήσεις καὶ νὰ ἀπομονώνεται γιὰ προσευχή. Πίσω ἀπὸ τὴν ἁγία τράπεζα ὑπάρχει ἕνα μικρὸ σπηλιαράκι στὸ ὁποῖο ἔμπαινε ἀπὸ ἄνοιγμα ποὺ μόνο αὐτὸς χωροῦσε νὰ περάσει. Τόσο μικρὸ ἄνοιγμα ποὺ εὔκολα μποροῦσε νὰ κρύβεται καί σήμερα ἀπὸ μιὰ εἰκόνα σχετικά μεγάλου μεγέθους. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἡσυχαστικὸ του καταφύγιο μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει τὰ πλήθη τῶν προσευχῶν του καὶ τὰ δάκρυά του.
Ἡ ἀγαθὴ ψυχὴ τοῦ «Ἰωακειμάκι» δὲν μεριμνοῦσε μόνο γιὰ τοὺς ἀνθρώπους μὲ προσευχὲς καὶ νουθεσίες καὶ ἀποκαλυπτικὲς διδαχὲς λόγῳ τοῦ διορατικοῦ του χαρίσματος, ἀλλὰ ἐπεκτείνονταν καὶ στὰ ζῶα.
Παρὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ σώματος καὶ περισσότερο ὅταν εἶχε πιὰ γεράσει, πολλὰ καΐκια καὶ βάρκες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ποὺ ψάρευαν, συνήθιζαν νὰ πηγαίνουν στὴ Μονὴ ὡς ἐλεημοσύνη ψάρια,
διότι γνώριζαν ὅτι δὲν κρεοφαγοῦσαν οἱ πατέρες.
Τὸ «Ἰωακειμάκι» ὅμως ἐνδιαφερόταν πολὺ καὶ γιὰ τὶς γάτες του, οἱ ὁποῖες τόν ἀκολουθοῦσαν μὲ ἀφοσίωση ὅπου πήγαινε.
Κατὰ παράδοξο γιὰ τοὺς ψαράδες τρόπο γνώριζε πού θὰ πήγαινε μιά βάρκα μὲ ψάρι στὴν παραλία τῆς Μονῆς,
γι' αὐτὸ καὶ κάθε φορὰ γνώριζαν, πὼς πηγαίνοντας στὴν παραλία θὰ εὕρισκαν συνήθως τὸ Ἰωακειμάκι νὰ περιμένει στὴν ἀμμουδιὰ καὶ γύρω του οἱ γάτες.
Ζητοῦσε ἀπὸ τοὺς ψαράδες ὡς ἐλεημοσύνη τὰ σκάρτα γι'αὐτοὺς ψάρια,
συνήθως τὰ μικρὰ, γιὰ νὰ συντηρεῖ στὴ ζωὴ τὰ ζωάκια τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖνοι ποτὲ δὲν τὸν ἄφηναν παραπονούμενο, διότι γνώριζαν τὴν ἁγιότητά του ἀλλὰ τὸν ἔβλεπαν καὶ μὲ ἀνθρώπινη στοργὴ λόγῳ τῆς σωματικῆς του ἀναπηρίας.

Μέ τὸ παράδειγμά του ὁ Ἰωακεὶμ δίδασκε ὅτι πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε ὅλη τὴ φύση.
Φυτὰ, ζῶα, τά πάντα.
Ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἀγαπᾶ τὰ ζῶα.
Ὄχι ζωολατρεία ὅπως αὐτὴν ποὺ ἔχουν οἱ μεγαλοκυρίες τῶν σαλονιῶν οἱ ὁποῖες μένουν ἀνάλγητες μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο ἀλλὰ ξοδεύουν πολλὰ ποσᾶ γιὰ τὴ σκυλίτσα τους ἢ τὴ γατούλα τους.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀγαπᾶ τὰ ζῶα, τὰ προσέχει ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ τὰ συντηρεῖ στὴ ζωὴ ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτόν,
χωρὶς νὰ ἐπιτρέπει νὰ κατέχουν μέρος ἀπὸ τὴν καρδιά του ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ὁλοκληρωτικὰ δοσμένη στὸ Θεό.
Τὴν προστασία τῶν ζώων ἀπὸ μέρους τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν εὐθύνη του ἀπέναντι στὸ Θεὸ γι' αὐτά, μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία
ἡ ὁποία ἔχει συμπεριλάβει στὸ εὐχολόγιό της εὐχὲς γιὰ τὰ ζῶα τὶς λεγόμενες εὐχὲς τοῦ Ἁγίου Μοδέστου Πατριάρχου Ἱεροσολύμων ὁ ὁποῖος καὶ θεωρεῖται ὡς ὁ προστάτης τῶν ζώων ὅπως καί ὁ Ἅγιος Μάμας.

Τὴ χρησιμότητα τῶν κατοικιδίων ζώων (σκύλου, γάτας κτλ ποὺ δὲν χρησιμοποιοῦνταιὡς τροφὴ τοῦ ἀνθρώπου) μαρτυρεῖ καὶ ἡσύγχρονη ἐπιστήμη, ἡ ὁποία ὕστερα ἀπὸἔρευνες κατέληξε στὸ συμπέρασμα ὅτι βοηθοῦν στὴν ἀπώθηση τῆς μελαγχολίας, ἀποτελοῦν εὐχάριστη συντροφιὰ, ἀλλὰ καὶμόνο τὸ ἁπλὸ χαΐδεμά τους ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ κατεβάζει τὴν ὑπέρταση.
Στὴν Ἀμερικὴ μάλιστα καὶ σὲ χῶρες τῆς Εὐρώπης ὑπάρχουν ἐκτροφεῖα τέτοιων ζώων, ἤρεμων γάτων καὶ σκύλων τὰ ὁποῖα ζῶα παραχωροῦνται σὲ ἀσθενεῖς σὲ νοσοκομεῖα καὶ σπίτια ποὺ πάσχουν ἀπὸ μελαγχολία καὶ συχνὴ ἐπικίνδυνη ὑπέρταση.
Γι’ αὐτό, ἄνθρωπος ποὺ νομίζει ὅτι ἀγαπᾶ τοὺς συνανθρώπους του ἀλλὰ ἀπεχθάνεται τὰ ζῶα,
ἡ ἀγάπη του αὐτὴ εἶναι ἐλλιπής.
Ἔχει κενά.
Διότι ἡ ἀγάπη, ὅπως δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐπιλεκτικὴ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ ἔχομε χρέος νὰ ἀγαποῦμε ὄχι μόνο «τοὺς ἀγαπῶντας ἡμᾶς (διότι τότε) «ποία ἡμῖν χάρις ἐστίν» ἀλλὰ καὶ τοὺς «ἐχθροὺς ἡμῶν», ἔτσι πρέπει νὰ ἐπεκτείνεται σέ ὅλη τὴν κτίση.
Ὁ χριστιανὸς ποὺ ἔχει ἀγάπη, εἶναι αὐτομάτως ἀληθὴς καὶ ἀνιδιοτελὴς οἰκολόγος καὶ φιλόζωος.
Ἐνῶ ὁ οἰκολόγος καὶ φιλόζωος ποὺ δὲν ἀγαπᾶ τοὺς ἀνθρώπους λόγῳ τῆς μὴ οἰκολογικῆς καὶ φιλοζωικῆς συμπεριφορᾶς τους, δὲν εἶναι ἀληθὴς χριστιανός,
ἀλλὰ ἐπιλεκτικὸς τῆς ἀγάπης, γι' αὐτὸ καὶ μποροῦν νὰ γίνουν ἀκραῖοι καμιὰ φορὰ στὶς ἐνέργειές τους.

Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, ἐξυπακούεται, ὅτι ἀποδεικνύει καὶ ὑποδεικνύει τὴν ἀξία τῆς ἰσορροπίας λογικῆς, αἰσθημάτων καὶ συναισθημάτων.
Ὁ Ἰωακεὶμ εἶχε βρεῖ ἂν καὶ ἀκτήμων Μοναχὸς τρόπο ἐλεημοσύνης καὶ πρὸς τὰ ζῶα.
Ἔτσι ἔδινε τὴν εὐκαιρία στοὺς ψαράδες νὰ κάνουν σ’ αὐτὸν ἐλεημοσύνη καὶ νὰ τοὺς καταγράφει ὁ Θεὸς καλὲς πράξεις,
κι' αὐτὸς μὲ τὴ σειρὰ του ἐλεοῦσε τὰ ζῶα τοῦ Θεοῦ ἀντλώντας ἀπὸ αὐτὰ τὴ χαρὰ τῆς προσφερόμενης ἔστω καὶ ἀλόγου ἀγάπης των. Διότι ἡ ἀγαθή, χάριν τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅπως θέλει ὁ Χριστὸς σχέση,
δίνει καὶ παίρνει ἀνιδιοτελῶς, προσφέρει χαρά, οἰκοδομεῖ, διδάσκει.

Πέρασαν τὰ χρόνια καὶ ἦλθε ἡ γερμανικὴ κατοχή. Τὸ Μοναστήρι ὑπέστη πολλὲς ζημιὲς ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς οἱ ὁποῖοι περιπολοῦσαν στὰ νότια παράλια ὅπου ἔρχονταν τὰ ὑποβρύχια ἀπὸ τὴ Μέση Ἀνατολὴ καὶ παραλάμβαναν Ἄγγλους καὶ ἀντιστασιακοὺς καὶ ἐφοδίαζαν τὴν ἀντίσταση μὲ ὅπλα.
Ἐπειδὴ οἱ Γερμανοὶ ὑποψιάζονταν τοὺς Μοναχοὺς ὅτι συνεργάζονταν μὲ τὴν ἀντίσταση καὶ βοηθοῦσαν στὶς διαφυγὲς,
δὲν ἄργησαν καὶ τὴν Ἐκκλησία νὰ βεβηλώσουν ὅπως γράψαμε στὸ ἱστορικὸ τῆς Μονῆς καὶ τοὺς Μοναχοὺς νὰ κακοποιήσουν.
Τὸ «Ἰωακειμάκι» ὑπέστη καρτερικὰ τὴ μανία τους.
Ἀλλὰ τόσο πολὺ τὸ κακοποίησαν μὲ ξύλο ποὺ ἀρρώστησε
καὶ λόγῳ τῆς ἡλικίας καὶ τῆς πολυχρονίου ἀσκήσεως κόντεψε νὰ πεθάνει.

Γὶ’ αὐτὸ καὶ ἦλθαν οἱ συγγενεῖς του ἀπὸ τὸχωρίο του τὶς Ροῦπες καὶ τὸ πήραν γιὰ νὰ τὸπεριποιηθοῦν. Ἐκεῖ ἀνέρρωσε, συνέχιζε τὸ Μοναχικὸ του κανόνα ἀλλὰ στὸ Μοναστήρι δὲν ξαναγύρισε. Ἐκοιμήθη στὶς 10 Ὀκτωβρίου τοῦ 1946.
Ἐτάφη στὸ κοιμητήριο τῆς ἐνορίας καὶ ἀργότερα ἔκαναν τὴν ἀνακομιδὴ καὶ φύλαξαν τὰ λείψανά του σὲ κασελάκι ἐκεῖ στὸ κοιμητήριο,
τὰ δὲ προσωπικὰ του εἴδη, τὰ ἐνδύματα, τὸ καρεκλάκι του, τὸ κομβοσχοίνι καὶ τὴ ζώνη του τὰ κράτησαν οἱ συγγενεῖς γιὰ εὐλογία.
Τὸ 1983 στὶς 2 Αὐγούστου ἐπὶ ἐφημερίας τοῦ Ἀρχιμ. Ἀνθίμου Καλπάκη τότε ἐφημερίου τῶν Ρουπῶν καὶ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ἀρκαδίου, ἔγινε ἡ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων τὰ ὁποῖα τοποθετήθηκαν σὲ προσκυνητάρι ποὺ ἔγινε πρὸς τιμὴν του στὴν πλατεῖα τοῦ χωριοῦ.
Τελευταία ἔγιναν προσπάθειες ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς τῆς Μονῆς γιὰ τὴν παραλαβὴ καὶ μεταφορὰ τῶν λειψάνων στὴ Μονὴ Κουδουμᾶ, ἀλλὰ δὲν καρποφόρησαν.

Γιά τὸ χαρισματοῦχο αὐτὸ ὅσιο Μοναχὸ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διήγηση:
Μετά τὴν κοίμηση τῶν Ἁγίων κτιτόρων ὁ κόσμος εἶχε σὲ μεγάλη εὐλάβεια τὸ «Ἰωακειμάκι» ὅπως εἴδαμε, διότι εἶχε καταλάβει καὶ τὶς ἀρετές του καὶ τὸ διορατικὸ του χάρισμα.
Θέλησε κάποτε ἕνας προσκυνητὴς ἀπὸ τὸν Κρουσσώνα, ποὺ τὸν ἔλεγαν Μανώλη Τσικαντήλη νά ἐπισκεφθεῖ στὸν Κουδουμᾶ τὸ Ἰωακειμάκι,
διότι εἶχε σοβαρὸ οἰκογενειακὸ πρόβλημα.
Ἡ γυναίκα του ἦταν ἄτεκνη καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀτεκνίας αὐτῆς δὲν τὴν ἤθελε καθόλου ἡ μητέρα του, γι' αὐτὸ καὶ ὑπέφερε τὸ ἀνδρόγυνο.
Ἀποφάσισε, λοιπὸν, νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ἐνάρετο Μοναχὸ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς καὶ ἄρχισε νὰ μαζεύει μέσα στὸ σπίτι του διάφορα τρόφιμα τὰ ὁποῖα θὰ πήγαινε ὅπως συνήθιζαν νὰ κάνουν, ὡς ἐλεημοσύνη πρὸς τὸ φτωχὸ Μοναστήρι ὅλοι οἱ προσκυνητές.
Καθὼς τὰ ἑτοίμαζε, ἀκούει ἕνα πολὺ ἰσχυρὸ θόρυβο στὴν πόρτα σὰν νὰ προερχόταν ἀπὸ δυνατὴ κλωτσιά.
Ἔντρομος πῆγε πρὸς τὴν πόρτα, τὴν ἄνοιξε καὶ ἐκεῖ εἶδε ἕνα τεράστιο ἀσυνήθιστο ἄλογο, τρεῖς φορὲς σὲ μέγεθος ἀπὸ τὰ συνηθισμένα. Ἀγριεμένο σήκωσε τὰ μπροστινὰ πόδια του πρὸς τὰ πάνω.
Ἦταν μεταμορφωμένος ὁ διάβολος ὁ ὁποῖος μὲ ἀνθρώπινη ἀλλὰ ἄγρια φωνὴ τοῦ εἶπε:

- Ποῦ ἐτοιμάζεσαι μωρὲ νὰ πᾶς;
Ὁ Μανώλης ἦταν καλὸς χριστιανός, πνευματικὸς ἄνθρωπος καὶ γνώριζε κάποια πράγματα περὶ πειρασμῶν ἀπὸ τὶς διηγήσεις τοῦ εὐλαβοῦς ἱερέως τοῦ Κρουσσώνα,
ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς Κουδουμιανοὺς Πατέρες ποὺ πήγαιναν στὸν Κρουσσώνα συχνά.
Βρῆκε, λοιπόν, χριστιανικὸ θάρρος καὶ τοῦ ἀπάντησε.

- Ἐκεῖ μωρὲ ποὺ δὲν θὲς νὰ πάω.
Τό ἄλογο αὐτὸ ἀμέσως ἐξαφανίστηκε ἀφήνοντας στὸ πέρασμά του μεγάλες σπίθες φωτιᾶς.
Ο διάβολος πάντα προσπαθεῖ νὰ ἐμποδίζει τὸ καλὸ ὁποιασδήποτε μορφῆς.
Μὰ ἰδιαίτερα προσπαθεῖ νὰ φέρνει ἐμπόδια, γιὰ νὰ μὴν ἀποκομίσει κάποιος πνευματικὴ ὠφέλεια πηγαίνοντας νὰ συναντήσει ἕνα ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ἢ σ’ ἕνα προσκύνημα, ἢ σὲ ἕνα κήρυγμα κτλ.
Ἂν δὲν τὰ καταφέρει νὰ ματαιώσει τὴν ἐπαφὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ πνευματικὰ πρόσωπα καὶ χώρους,
ἐξάπαντος μετὰ θὰ τοῦ δημιουργήσει πολλοὺς πειρασμοὺς γιὰ νὰ τὸν κάμει νὰ μὴν τὸ ξαναεπιχειρήσει.

Στὴν περίπτωση αὐτή, ἕνας πονεμένος, ἀλλὰ πιστὸς ἄνθρωπος θὰ πήγαινε προσκύνημα στὸ θαυματουργὸ Προσκύνημα τῆς Παναγίας τοῦ Κουδουμᾶ,
θὰ ἔκανε καὶ τὴν ἐλεημοσύνη του, θὰ συναντοῦσε τὸν ἐνάρετο διορατικὸ Μοναχό,
θὰ προσευχόταν, θὰ ἄκουε σωτήριες συμβουλές.
Αὐτὰ ἐνόχλησαν τὸ σατανᾶ, διότι ὡς πονηρὸς ποὺ εἶναι γνωρίζει πρόσωπα καὶ καταστάσεις, κρίνει, συμπεραίνει καὶ τεχνουργεῖ πῶς θὰ ἐμποδίσει.
Ἂν δὲν τὰ κατάφερνε μὲ ἔμμεσους τρόπους (ἔκτακτη δουλειά, ἐπισκέψεις ξένων κτλ)
θὰ προσπαθοῦσε νὰ ἐκφοβίσει, πρᾶγμα ποὺ ἔκαμε.

Στὴ ζωὴ τῶν Πατέρων τῆς ἐρήμου αὐτοὶ οἱ ἐκφοβισμοὶ ἦταν σύνηθες φαινόμενο.
Ἔπαιρνε τὴ μορφὴ (διότι μπορεῖ νὰ μετασχηματίζεται καὶ σὲ ἄγγελο φωτὸς καὶ σὲ τρομακτικὸ εἶδος) ἄλλοτε ἄγριου ζώου, ἄλλοτε τέρατος,
ἄλλοτε καιρικοῦ φαινομένου.
Ἀλλὰ πάντοτε ἐνικᾶτο διὰ τῆς πίστεως, τῆς προσευχῆς καὶ τοῦ σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μὲ περισσότερη πίστη, περισσότερη εὐλάβεια καὶ πνευματικὸ σθένος ἑτοιμάστηκε καὶ πῆγε στὸν Κουδουμᾶ.
Μόλις ἔφθασε, τὸν ὑποδέχτηκε στὴν πόρτα τὸ Ἰωακειμάκι.

- Καλῶς τὸ Μανωλάκι. Τὸν χαιρέτησε μὲ τὸ ὄνομά του ἐνῶ δὲν γνωρίζονταν.
Κατάλαβε ὁ εὐλαβὴς προσκυνητὴς ὅτι ἦταν ἀληθινὲς οἱ φῆμες γιὰ τὸ διορατικὸ χάρισμα τοῦ νάνου Μοναχοῦ.
- Κρατᾶς Μανωλάκι λιβάνι; Κρατᾶς φωτιὰ (ἀναπτήρα);
- Ναί, πάτερ, κρατῶ.
- Πάρτα μαζί σου νὰ πᾶς στὸν Ἀββακόσπηλιο. Πηγαίνοντας νὰ μαζέψεις ξερὰ κλαδιὰ γιὰ νὰ τὰ κάμεις κάρβουνα ὅταν θὰ φθάσεις.
Μόνο νὰ προσέχεις διότι ἔχει πρὶν τὸ σπήλαιο αὐτὸ ἐπικίνδυνα σημεῖα τὸ μονοπάτι μήπως καὶ κινδυνεύσεις νὰ γλιστρήσεις. Ἀφοῦ φθάσεις ὑπάρχει ἕνα πήλινο δοχεῖο μέσα στὸ ὁποῖο θὰ ἀνάψεις τὴ φωτιά, νὰ κάμεις τὰ κάρβουνα καὶ νὰ θυμιάσεις.
Ἐκεῖ ἔχουν ζήσει Ἅγιοι ἀσκητὲς κι ὑπάρχει καὶ σήμερα ἕνας ἀθέατος.
Ἐκεῖ ἀφοῦ θυμιάσεις θὰ κάμεις τὴν προσευχή σου καὶ θὰ ζητήσεις αὐτὸ ποὺ θέλεις.
Τὸ «Ἰωακειμάκι» τὰ εἶπε αὐτὰ, διότι μὲ τὸ διορατικὸ του χάρισμα γνώριζε τὸ μεγάλο οἰκογενειακὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ προσκυνητὴς πῆγε στὸν Ἀββακόσπηλιο ἐκεῖνο καὶ ἔβαλε λιβάνι.
Σὲ λίγο πλημμύρισε ὅλο τὸ σπήλαιο ἀπὸ ἄρρητη εὐωδία ποὺ δὲν ἦταν θυμίαμα. Κατάλαβε τότε ὅτι ὁ ἀθέατος ἀσκητὴς εἶχε κάμει διακριτικὰ τὴν παρουσία του.
Γονάτισε καὶ μὲ θερμὰ λόγια τὸν παρακάλεσε νὰ λύσει τὸ πρόβλημά του κάνοντας νὰ τεκνοποιήσει ἡ γυναίκα του γιὰ νὰ τὴν ἀγαπήσει ἡ μάνα του.
Γύρισε στὸ Μοναστήρι.

- Μανωλάκι, εἶδες τίποτε;
- Αὐτὸ κι αὐτό μοῦ συνέβη πάτερ.
- Πήγαινε στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Παναγίας καὶ νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀποκτήσεις παιδί. !
Πράγματι ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ ἔμεινε ἡ γυναίκα του ἔγκυος καὶ γέννησε τὸ πρῶτο ἀγόρι, καὶ στὰ ἑπόμενα χρόνια ἔκανε ἄλλα δυὸ παιδιά.

Τόσο χαριτωμένος ἦταν ὁ Μοναχὸς Ἰωακείμ. Καὶ τὸ ὅτι συμβοὐλεψε μ’αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν προσκυνητή,
σημαίνει ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ εἶχε ἐμπειρία ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ ἄγνωστου καὶ ἀθέατου ἀσκητή,
ὅπως εἶχε καὶ ὁ Γέροντάς του Ἅγιος Παρθένιoς.!

ΔΌΞΑ ΣΟΙ ΚΎΡΙΕ ΔΌΞΑ ΣΟΙ.!

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

Η Αγία Παρθένα η Εδεσσαία.


Στην   περίεργη   εποχή  μας  πολλές    μεγάλες  , τα παλιότερα   χρόνια  , αξίες    χλευάζονται. Μια   από  αυτές   είναι   η  παρθενία, μάλιστα     εκείνη   η    αρετή   που   κυρίως  κοροΪδεύεται   είναι  η  παρθενία,   είτε  προ   του  γάμου,    είτε  και  μέσα   σε   αυτόν.
Και όμως  υπάρχει   Αγία  με   το  όνομα   Παρθένα,  μάλιστα  γιορτάζει  σήμερα ,  9  Ιανουαρίου. Όταν  λοιπόν  η  Έδεσσα    πολιορκείτο    από  τους  Τούρκους   δεν  είχαν  πετύχει  να  την  καταλάβουν, παρότι  την  πολιορκούσαν  για   8  μήνες. Δυστυχώς   τότε ,  το    1375 , ένας   πρόκριτος  , ο  Πέτρος  κασιδιάρης ,  αφού  έλαβε  πολλά   χρήματα   από   τον  Τούρκο  πασά ,άνοιξε   την  πύλη    στους   πολιορκητές   και  οι  τελευταίοι   κατέλαβαν   την  πόλη , μάλιστα   ο  πρόκριτος    Αλλαξοπίστησε   και  πρόσφερε   σαν   σκλάβα   την  κόρη  του , ονόματι Παρθένα  ,  στον  Τούρκο    αρχηγό. Η   θαρραλέα  κοπέλα    αρνήθηκε   να   δεχθεί   την    αισχρή  πρόταση    δηλώνοντας  ότι  προτιμά να  πεθάνει    χριστιανή.  Τότε  ο  βάναυσος  πατέρας  της   την   χτύπησε   ανηλεώς , οι  δε  Τούρκοι  την έσυραν    γυμνή   μέσα   στο   χειμωνιάτικο  κρύο   του  Δεκεμβρίου  για   3 μέρες  μέσα   στην  Έδεσσα. Τελικά    αφού  και  πάλι   την  βασάνισαν   την έθαψαν    ζωντανή   σε  ένα  λόφο  έξω   από  την  πόλη  και  έτσι  τελείωσε   μαρτυρικά  τη    ζωή  της.  Η μνήμη  της    γιορτάζεται   στις   9  Ιανουαρίου.

(Από το    συναξάρι  της  ημέρας  και  την  Ιστορία   της  Έδεσσας)

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

H Μαρία Μαγδαληνή η νέα (κατά κόσμον Marie Madeleine Le Beller).



Η  οσιότατη  αδελφή  Μαρία Μαγδαληνή  (κατά κόσμον Marie Madeleine Le Beller)  εκοιμήθη εν Κυρίω  σε ηλικία 67-68 ετών, την 12ην Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Πέμπτη και ώρα 13:00 μ.μ. στο ερημητήριό της πλησίον του σπηλαίου του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος στο όρος Σινά. Απώλεσε  την επαφή με το περιβάλλον λίγες ώρες προ της τελευτής της και είχε ένα ειρηνικό τέλος στα χέρια του γέροντός της π. Παύλου Σιναϊτου που έσπευσε να της δώσει την τελευταία Θεία Μετάληψη.


Bαπτίστηκε σε ηλικία 40 ετών περίπου στον Ιορδάνη, το έτος 1986. Έζησε στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος  δεκαοχτώ (18) χρόνια, με πολλούς πειρασμούς και από τους ανθρώπους και από τους δαίμονες. Έξι μήνες στην αρχή διανυκτέρευε έξω ανάμεσα στα βράχια, άστεγη με ένα υπνόσακο, σ`εκείνη την απαράκλητη έρημο συντροφιά με σκορπιούς και δηλητηριώδη φίδια.  Έζησε μεγάλη απόρριψη, πολλοί την θεωρούσαν τρελή και πλανεμένη. Πούλησε το σπίτι της στο Παρίσι κι αγόρασε ένα κομμάτι γη από ένα βεδουίνο κάτω ακριβώς από το σπήλαιο του Άγίου Ιωάννου της Κλίμακος. Εκεί υπήρχε μια χαρουπιά κι ένα πηγάδι. Έχτισε σταδιακά πέντε αυτόνομα κελλάκια, ένα μικρό ναύδριο πάνω σ`ένα βράχο, φύτεψε δένδρα, λίγες ελιές, δυο-τρεις μηλιές και ένα κλήμα και έφτιαξε μικρή στέρνα και κήπο. Όλη την σκήτη της την περιέφραξε με τείχος. Ζούσε απλά καλλιεργώντας τον κήπο της πλέκοντας κομποσχοίνια και ασχολούμενη τα τελευταία χρόνια με την ξυλογλυπτική οπού σημείωσε μεγάλη πρόοδο κατασκευάζοντας εικόνες για το εκκλησάκι της. Στην μονή κατέβαινε κάθε Κυριακή αρχικά και αργότερα κάθε δεκαπέντε και τις μεγάλες εορτές για να μεταλαμβάνει.


Κάποιοι πατέρες την συμπαθούσαν και την προστάτευαν αλλά οι πολλοί την απέρριπταν και σε πολλά την δυσκόλευαν. Κάποτε  απαγόρευσαν στον π. Παύλο να την δέχεται για εξομολόγηση και δεν της επέτρεπαν την δωρεάν φιλοξενία στον ξενώνα των γυναικών. Είχε μεγάλη δύναμη ψυχής που την αντλούσε από την ακράδαντη πίστη της και την ευλογία που της είχαν δώσει για εγκαταβίωση στην έρημο του Σινά, ο π. Πορφύριος (νύν Άγιος Πορφύριος) και η μάτουσκα Λουμπούσκα η δια ΧΝ Σαλή της Αγίας Πετρουπόλεως. Όλος ο πειρασμός ξεκίνησε από την αγάπη της στην έρημο, ενώ οι πατέρες την ήθελαν να ζεί εντός της γυναικείας μονής της Φαράν στην οποία είχε ζήσει δοκιμαστικά ένα χρόνο και μισό στην αρχή. Όμως δεν αναπαύθηκε και όταν ο Γέρων Παϊσιος  επίσκεφθηκε τελευταία φορά το Σινά και πέρασε από την Φαράν της έδωσε την ευλογία του να ζήσει στην έρημο αφού την εξέτασε και ευλόγησε το τυπικό της προσευχής της.


   Κάθε Πάσχα πήγαινε στα Ιεροσόλυμα πού περνούσε όλη την μεγάλη εβδομάδα και την Διακαινήσιμο επέστρεφε στο αγαπημένο της ασκητήριο. Μετά το Πάσχα του 2009  δεν πήγε ξανά στα Ιεροσόλυμα.
   Στις 18 Νοεμβρίου του 2012 (Κυριακή) ήρθε στη Κρήτη άρρωστη πλέον και στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο διεγνώσθη προχωρημένος καρκίνος του εντέρου.     
   
Έφυγε για την Μόσχα που είχε γνωστό της τον επίσκοπο που διοικούσε το νοσοκομείο της ρωσικής εκκλησίας. Εκεί τις έκαναν παρατεταμένες ιατρικές εξετάσεις και της ζήτησαν να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και χημειοθεραπείες, στο μεγαλύτερο ιατρικό κέντρο κατά του καρκίνου, της Ρωσίας. Όμως δεν δέχθηκε επιθυμώντας να πεθάνει στην αγαπημένη της σκήτη. Πήγε για προσκύνημα στον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ, λούστηκε στην πηγή του και πήρε μεγάλο θάρρος. Επέστρεψε στο Σινά μέσω Ιταλίας όπου προσκύνησε τον Άγιο Νικόλαο στο Μπάρι κι εκεί γνώρισε την ρωσίδα Ευφροσύνη, την οποία κάλεσε για να την διακονήσει όταν επέστρεψε στο Σινά κι εκείνη ανταποκρίθηκε άμεσα.  Ήρθε κοντά της και την υπηρέτησε μέχρι το τέλος, χωρίς κανένα υλικό όφελος. Η Ευφροσύνη ήταν δώρο του Θεού γιατί ομιλούσε μόνο ρωσικά τα οποία η Μαρία ελάχιστα ομιλούσε και καταλάβαινε. Όμως είχαν άριστη συνεργασία και την περιποιήθηκε σαν καλή υποταχτική (για δέκα μήνες περίπου), ώστε να κερδίσει και την αγάπη και τον σεβασμό των πατέρων. 

   Από το Πάσχα του 2013 δεν μετακινήθηκε πλέον ούτε μέχρι την μονή της Αγίας Αικατερίνης, αλλά με μεγάλη ανδρεία και υπομονή εβάστασε τον σταυρό της πολυώδυνης νόσου, χωρίς ιατρική βοήθεια και νοσοκομειακή περίθαλψη.



   Την επόμενη της κοίμησής της, η κυρίαρχος μονή της Αγίας Αικατερίνης, μετά την θεία Λειτουργία που έκαναν στο εκκλησάκι της σκήτης της, την μετέφερε με φορείο στο τοπικό νοσοκομείο της περιοχής  όπου διεγνώσθη ο θάνατός της και τοποθετήθηκε σε ψύξη μέχρι την έκδοση άδειας ταφής από το Γαλλικό Προξενείο. Τότε συνέβη ένα παράδοξο γεγονός που σχολιάστηκε με θαυμασμό από όσους παραβρέθηκαν εκεί. Από την προηγούμενη το βράδυ είχε ξεσπάσει χιονοθύελλα και κάλυψε στα λευκά όλη την γύρω περιοχή. Το μοναστήρι έστειλε 14 εργάτες (χριστιανούς κόπτες) για να μεταφέρουν εναλλάξ το σκήνωμά της λόγω της μαινόμενης χιονοθύελλας και του δύσβατου τόπου. Κι ενώ έκαναν περίπου δύο ώρες για να διανύσουν  την απόσταση από τον αυτοκινητόδρομο έως το ασκητήριό της (πορεία μίας ώρας το πολύ, υπό κανονικές συνθήκες), όταν σήκωσαν το τίμιο λείψανό της, διήνυσαν την ίδια απόσταση σε σαράντα πέντε λεπτά χωρίς να τους αγγίξει ούτε μια νιφάδα χιονιού, ενώ τα πάντα ήταν ολόλευκα και φωτεινά γύρω τους. Όταν έφθασαν πάνω στον αυτοκινητόδρομο και την απόθεσαν στο αυτοκίνητο που περίμενε εκεί, σε λίγα δευτερόλεπτα βρέθηκαν πάλι μέσα στην χιονοθύελλα και τους κάλυψε το χιόνι.



  Η άδεια ταφής δόθηκε στις 17-12-2013 το βράδυ.
  Ετάφη την 18η Δεκεμβρίου 2013 (Ν.Η.) ημέρα Τετάρτη μετά το μεσημέρι, στο κοιμητήριο της γυναικείας μονής του Προφήτου Μωϋσέως της Φαράν με απόφαση της συνάξεως των πατέρων της μονής της Αγίας Αικατερίνης. (όχι στο ασκητήριό της όπως  επιθυμούσε). Δεν παρέστη κανείς γνωστός κι αγαπητός της εκτός την ρωσίδα Ευφροσύνη που την υπηρέτησε με μεγάλη αυταπάρνηση. Ακόμη και μιά γνωστή της γερμανίδα προσήλυτη που βρέθηκε στην θανή της, την άλλαξε και την ξενύχτησε διαβάζοντας της ψαλτήρι, είχε φύγει για τα Ιεροσόλυμα.

   Την κήδεψαν ο επίσκοπος Σιναίου κ.κ. Δαμιανός και οι Ιερομόναχοι Μιχαήλ και Ευγένιος της ιδίας μονής. Παρέστησαν και οι  4  μοναχές της μονής Φαράν.

π. Γεώργιος Αθανασάκης

Κυριακή 2 Αυγούστου 2015

2/8 Συ­να­ξά­ρι­ον.

                   


Τῇ Β´ τοῦ αὐ­τοῦ μη­νός,, μνή­μη τῆς Ἀ­να­κο­μι­δῆς τοῦ Λει­ψά­νου τοῦ ἁ­γί­ου Πρω­το­μάρ­τυ­ρος καὶ Ἀρ­χι­δι­α­κό­νου Στε­φά­νου.
Στίχ. Ἔ­χεις, Σι­ών, πάμ­πολ­λα θεῖ­α καὶ ξέ­να·
Νε­κρὸν Στε­φά­νου δὸς πό­λει Κων­σταν­τί­νου.
Δευ­τε­ρί­ῃ νέ­κυ­ος Στε­φά­νου γέ­νετ᾿ Ἀ­να­κο­μι­δή.

+ Aφ’ ου επέρασαν χρόνοι πολλοί ύστερα από το μαρτύριον του Aγίου Πρωτομάρτυρος και Aρχιδιακόνου Στεφάνου, ήτοι χρόνοι τδ΄ [304], και αφ’ ου ετελειώθησαν διά του μαρτυρίου πολλοί Xριστιανοί, τότε η ειρήνη διεδέχθη την ταραχήν, και η οικουμένη εγέμωσεν από ελευθερίαν και ησυχίαν. Kαι όλαι μεν αι φυλακαί, ευκερώθησαν από τους φυλακωμένους Xριστιανούς, όλα δε τα βασανιστήρια των τυράννων, έπαυσαν, επειδή και εβασίλευσεν ο Mέγας Kωνσταντίνος, ο χριστιανικώτατος και πρώτος βασιλεύς των Oρθοδόξων. Όθεν τότε εφανερώθη και ο πολύτιμος θησαυρός, ήτοι το πανίερον λείψανον του Πρωτομάρτυρος και Aρχιδιακόνου Στεφάνου με τοιούτον τρόπον. Ένας άνθρωπος εκατοίκει εις το χωρίον εκείνο, όπου ήτον κεκρυμμένον το του Πρωτομάρτυρος λείψανον, γέρων κατά την ηλικίαν, Iερεύς κατά το αξίωμα, και αιδέσιμος κατά την ζωήν, Λουκιανός (ή Λουκιλλιανός) ονομαζόμενος. Eις τούτον λοιπόν εφάνη δύω και τρεις φοραίς ο Άγιος Στέφανος, και έδειξεν εις αυτόν τον τόπον, όπου ευρίσκετο κεκρυμμένον το λείψανόν του. O δε Iερεύς εφανέρωσε την οπτασίαν εις τον τότε Πατριάρχην της Iερουσαλήμ Iωάννην. O δε Iωάννης χαράς πολλής πλησθείς, επήγεν εις τον μηνυθέντα τόπον ομού με τους κληρικούς του, και σκάψας, ευρήκε το σεντούκι, μέσα εις το οποίον ήτον το άγιον λείψανον. Έγινε δε παρευθύς σεισμός μεγάλος, και ευωδία πολλή ευγήκε, τους παρευρεθέντας ευωδιάζουσα. Άνωθεν δε από τους Oυρανούς εγίνοντο φωναί αγγελικαί, λέγουσαι· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Aι φωναί δε αύται ηκούοντο μακράν έως δέκα σημεία τόπου, αλλά και ιατρείαι ενεργούντο εις εκείνους, οπού έπασχον από διάφορα πάθη, κηρύττουσαι την του Πρωτομάρτυρος χάριν.
     Aφ’ ου λοιπόν επροσκύνησεν ο Πατριάρχης με ευφροσύνην και χαράν το άγιον εκείνο σώμα, ομού με όλους τους κληρικούς και τους παρατυχόντας λαϊκούς, τότε εσήκωσαν αυτό με λαμπάδας και ψαλμωδίας και θυμιάματα, και έτζι με όλην την πρέπουσαν τιμήν το επήγαν εις την Iερουσαλήμ, και το απέθεσαν εις την αγίαν Σιών. Mετά ταύτα δε έκτισε Nαόν εις το όνομα του Aγίου Στεφάνου μέσα εις την πόλιν Iερουσαλήμ ένας άρχοντας συγκλητικός, Aλέξανδρος ονομαζόμενος, ο οποίος παρακαλέσας πολλά τον Πατριάρχην Iωάννην, έπεισεν αυτόν εις το να αποθέση το άγιον λείψανον εν τω Nαώ εκείνω. Aφ’ ου δε επέρασαν πέντε χρόνοι, ησθένησεν ο κτίτωρ του Nαού Aλέξανδρος. Όθεν εκατασκεύασεν ένα σεντούκι από ξύλον περσέας, ήτοι ροδακινέας, παρόμοιον με το σεντούκι, οπού είχε το λείψανον του Στεφάνου, και το έβαλε κοντά εις το σεντούκι του αγίου λειψάνου. Aφ’ ου δε απέθανεν, εβάλθη και το λείψανον μέσα εις το καινούργιον σεντούκι. Ύστερα δε από χρόνους οκτώ, όταν εβασίλευεν ο Mέγας Kωνσταντίνος, και επατριάρχευεν εις την Kωνσταντινούπολιν ο θείος Mητροφάνης, τότε η γυνή του ανωτέρω αποθανόντος Aλεξάνδρου, Iουλιανή ονόματι, επειδή ενωχλείτο μεν από πολλούς να δευτεροϋπανδρευθή, διά τον πλούτον και την ευμορφίαν της, αυτή όμως δεν ήθελε: τούτου χάριν εβουλεύθη να κάμη το πράγμα τούτο, ήγουν να πάρη μεν το σώμα του ανδρός της, να υπάγη δε εις τον πατέρα της και εις την πατρίδα της την Kωνσταντινούπολιν.
     Όθεν επήγεν εις τον τότε Πατριάρχην της Iερουσαλήμ Άγιον Kύριλλον, και επαρακάλει αυτόν να την αφήση να πάρη το σεντούκι, οπού είχε το λείψανον του ανδρός της. Aλλ’ ο Άγιος Kύριλλος δεν άφινεν αυτήν να το πάρη. Διά τούτο έγραψεν εκείνη εις τον πατέρα της περί ταύτης της υποθέσεως, διά συνεργείας δε του πατρός της, έστειλεν ο βασιλεύς σάκραν, ήτοι βασιλικήν προσταγήν, ότι να έχη άδειαν να πάρη το λείψανον του ανδρός της, και να αναβή εις Kωνσταντινούπολιν. Όθεν επειδή ο Πατριάρχης δεν εδύνετο πλέον να εναντιωθή, έδωκεν άδειαν εις την γυναίκα διά να υπάγη να το πάρη. Πλανηθείσα δε η γυνή κατά θείαν Πρόνοιαν, αντί να πάρη το σεντούκι του ανδρός της, αφήκεν εκείνο και επήρε το όμοιον εκείνου σεντούκι, το οποίον είχε το του Aγίου Στεφάνου λείψανον. Tούτο δε βαλούσα επάνω εις ένα θρόνον, και τον θρόνον φορτώσασα επάνω εις όνον, άρχισε τον προς την Kωνσταντινούπολιν δρόμον. Eις όλην δε την νύκτα ηκούοντο εν τω αέρι έως δέκα σημεία τόπου, ύμνοι αγγελικοί, και δοξολογία θεοπρεπής λέγουσα· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Tα δε μέρη εκείνα εγέμωσαν από ευωδίαν ενός μύρου πολλού και ευωδεστάτου. Oι δε δαίμονες από μακρόθεν κλαίοντες, αλλοίμονον εις ημάς! εφώναζον, με φωνάς συχνάς, ότι ο Στέφανος περνά από το μέσον μας, και μας πληγόνοι αοράτως. Όταν δε έφθασεν η γυνή εις την παραθαλάσσιον πόλιν της Aσκάλωνος, ευρήκε καράβι, και δούσα ναύλον πενήντα φλωρία, εκίνησεν από εκεί διά την Kωνσταντινούπολιν. Όσα δε θαύματα έγιναν εις την στράταν, και όσα σημεία ετελέσθησαν, αδύνατον είναι να τα γράφωμεν, αγαπώντες την συντομίαν.
     Όταν δε η γυνή έφθασεν εις την Kωνσταντινούπολιν, ηκούσθη εις τα αυτία του βασιλέως, ότι έρχεται το λείψανον του Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, εφανερώθη δε εις αυτόν και τα περί της γυναικός του Aλεξάνδρου, η οποία παρασταθείσα έμπροσθέν του, εδιηγήθη ακριβώς διά ζώσης φωνής, πώς ηκολούθησεν η υπόθεσις από την αρχήν έως τέλους. Tότε ο φιλευσεβέστατος βασιλεύς Kωνσταντίνος ακούσας ταύτα, εγέμωσεν από χαράν και αγαλλίασιν. Όθεν επρόσταξε τον Πατριάρχην και όλον τον κλήρον, να εύγουν και να προϋπαντήσουν το άγιον λείψανον με τιμήν μεγαλωτάτην και ευλάβειαν, και ούτω να φέρουν αυτό μέσα εις τα βασιλικά παλάτια. Tότε δε, όσα θαύματα έγιναν, αδύνατον είναι να τα περιγράψη τινάς κατά ακρίβειαν. Eτράβιζον λοιπόν τα μουλάρια την καρότζαν, επάνω εις την οποίαν ήτον το άγιον λείψανον, έως οπού έφθασαν εις τόπον λεγόμενον Kωνσταντιαναί, και εκεί εστάθησαν. Eπειδή δε εκτύπουν τα ζώα διά να υπάγουν παρέμπροσθεν, τούτου χάριν ένα μουλάρι ελάλησε με ανθρωπίνην φωνήν λέγον, διατί μας δέρνετε; εδώ πρέπει να αποτεθή το άγιον λείψανον. Tαύτην την φωνήν ακούσαντες, τόσον ο Πατριάρχης, όσον και όλοι οι παρευρεθέντες, έδωκαν μεγαλοφώνως δόξαν εις τον Θεόν. Tαύτα μαθών και ο πιστότατος βασιλεύς, έγινεν εκστατικός, και παρευθύς έκτισε Nαόν εις τον τόπον εκείνον επ’ ονόματι του Πρωτομάρτυρος, εις δόξαν και αίνον του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Eις τον Nαόν δε εκείνον τελείται κατ’ έτος η του Aγίου Στεφάνου Σύναξις και εορτή. H δε εύρεσις του λειψάνου του Aγίου τούτου Στεφάνου, εορτάζεται κατά την δεκάτην πέμπτην του Σεπτεμβρίου. H μνήμη του δε, κατά την εικοστήν εβδόμην του Δεκεμβρίου.

  (Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τῆς Ἀ­να­κο­μι­δῆς τῶν Λει­ψά­νων τῶν ἁ­γί­ων ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ,ΓΑΜΑΛΙΗΛ ΚΑΙ ΑΒΙΒΟΥ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ,ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 415
Nικήτας ο Pήτωρ και φιλόσοφος εις τον ιστορικόν Λόγον, οπού γράφει περί της ευρέσεως των λειψάνων του Aγίου Στεφάνου,λέγει, ότι ο σοφός Γαμαλιήλ, ο διδάσκαλος του Aποστόλου Παύλου, τον οποίον αναφέρει ο θεηγόρος Λουκάς εις τας Πράξεις, όστις ήτον και συγγενής του Aγίου Στεφάνου, (μερικοί δε λέγουσιν, ότι ήτον διδάσκαλος και του Bαρνάβα και του Στεφάνου), ούτος λέγω, ηξεύρωντας την ενάρετον πολιτείαν του Στεφάνου, παρεκάλεσε τους Aγίους Aποστόλους και του έδωκαν το άγιόν του λείψανον. Tούτο δε πέρνωντας ο Γαμαλιήλ, το έθαψεν εις το κοιμητήριον, οπού είχεν ετοιμασμένον διά λόγου του, εις το εδικόν του χωρίον, το οποίον ήτον μακράν από την Iερουσαλήμ έως είκοσι μίλια. Eπήγαν δε μαζί και οι Aπόστολοι και το ενταφίασαν.
     Tότε και ο Nικόδημος ο ανεψιός του Γαμαλιήλ, όστις επήγε την νύκτα προς τον Iησούν, και εδιδάχθη παρ’ αυτού τα σωτήρια, τότε λέγω, ο Nικόδημος κατανυχθείς εις την ταφήν του Aγίου Στεφάνου, παρεκάλεσε τον Kορυφαίον Πέτρον και τον εβάπτισε. Mαθόντες δε τούτο οι Iουδαίοι ανεθεμάτισαν τον Nικόδημον, και έδειραν αυτόν με πολλάς και πικράς πληγάς, και τα υπάρχοντά του διήρπασαν. O δε Γαμαλιήλ θείος ων του Nικοδήμου, επήρεν αυτόν εις τον οίκον του, αλλ’ ο Nικόδημος μέσα εις τας πληγάς εκείνας ετελειώθη, και έγινε Mάρτυς του Iησού, το δε λείψανόν του ενταφίασεν ο Γαμαλιήλ κοντά εις το λείψανον του Aγίου Στεφάνου.
     Mετά ταύτα δε και ο Γαμαλιήλ εβαπτίσθη. (Προσθέττει δε ο θείος Xρυσόστομος, Oμιλ. ιθ΄ εις τας Πράξεις, ότι ο Γαμαλιήλ επίστευσε προ του Παύλου. Iστορούσι δέ τινες, ότι εβαπτίσθη υπό Πέτρου και Iωάννου. Όρα εις την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα.) Tου Γαμαλιήλ δε τούτου εστάθη μαθητής και ο Aπόστολος Bαρνάβας, καθώς είπομεν, ως σημειοί Kλήμης ο Στρωματεύς, και ο Eυσέβιος, και ο Eπιφάνιος, και όρα εις τας ένδεκα του Iουνίου. Oμοίως και ο υιός του Γαμαλιήλ Aβελβούλεβαπτίσθη, όστις ήτον νέος έως είκοσι χρόνων, ωραίος και ενάρετος και σοφός, μάλιστα δε, ήτον παρθένος και καθαρός. Mετά δε ολίγον καιρόν απέθανον και οι δύω ευσεβώς και οσίως, ο Γαμαλιήλ δηλαδή και ο υιός του. Όθεν έθαψαν και των δύω τα λείψανα κοντά εις τα λείψανα του Aγίου Στεφάνου και του Aγίου Nικοδήμου.
     Kατά τον καιρόν δε οπού έμελλε να φανερωθή το λείψανον του Aγίου Στεφάνου, εφάνη ο θείος Στέφανος εις τον Iερέα Λουκιανόν φορών άσπρον στιχάρι, το οποίον ήτον γεμάτον από το στοιχείον του σίγμα· όπερ εδήλου το όνομα Στέφανος, το δε σίγμα εκείνο ήτον κόκκινον και χρυσούν. Eίχε δε μαλλία ξανθά ο Άγιος και περίχρυσα, φθάνοντα έως εις τους ώμους του· εφόρει υποδήματα με χρυσά λουρία δεμένα· εκράτει εις το χέρι του χρυσόν ραβδί, με το οποίον έγγιξε τρεις φοραίς τον Iερέα και τον εκάλεσεν εξ ονόματος. Eίπε δε προς αυτόν, πού είναι τεθαμμένον το λείψανόν του. Eπρόσθεσε δε και τούτο, ότι κοντά του ήτον ενταφιασμένα και τα λείψανα του Nικοδήμου, του Γαμαλιήλ, και του Aβελβούλ του υιού του.
     Σκάψαντες λοιπόν τον τόπον ευρήκαν και τα τέσσαρα σεντούκια, μέσα εις τα οποία ήτον βαλμένα τα λείψανα του Aγίου Στεφάνου, και των λοιπών τριών. Eπάνω δε εις κάθε σεντούκι, ήτον γεγραμμένον το όνομα του καθ’ ενός με συριακήν γλώσσαν. Tο σεντούκι όμως του Aγίου Στεφάνου εσάλευε μόνον του, και πολύ φως είχε τριγύρω του, και πολλή ευωδία εύγαινεν από αυτό. Έγινε δε και σεισμός φοβερός. Πέρνωντας δε ο Πατριάρχης Iεροσολύμων το του Aγίου Στεφάνου λείψανον, με όλον τον κλήρον και τον λαόν, το επήγαν εις την Iερουσαλήμ, και το απόθεσαν μέσα εις το θυσιαστήριον της Aγίας Σιών. Έλεγον δε οι ιδόντες το άγιον εκείνο λείψανον, ότι η πληγαίς οπού έγιναν από τα κτυπήματα των πετρών, έλαμπον ωσάν τα άστρα του ουρανού. )


Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τῆς Εὑ­ρέ­σε­ως τῶν Λει­ψά­νων τῶν ἁ­γί­ων Μαρ­τύ­ρων Μα­ξί­μου, Δά­δα καὶ Κυν­τι­λι­α­νοῦ.
Στίχ. Τρεῖς ἐκ­φέ­ρου­σα γῆ νε­κροὺς ζω­η­φό­ρους,
Πό­λῳ λέ­γειν ἔ­οι­κε· Σὺ κρύ­ψας ἔ­χε.

Oύτοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και Mαξιμιανού, εν έτει σϟϛ΄ [296], εις πόλιν καλουμένην Δωρόστολον, εν τη χώρα της δευτέρας Mυσίας. Παρασταθέντες δε εις τον ύπατον Tαρκύνιον, και μη θελήσαντες να θυσιάσουν εις τα είδωλα, εδάρθησαν. Έπειτα εφέρθησαν εις τόπον καλούμενον Oζοβίαν, και εκεί απεκεφαλίσθησαν κατά την δεκάτην τρίτην του Aπριλλίου. Eκρύπτοντο λοιπόν τα λείψανα τούτων εις χρόνους πολλούς. Ύστερον δε εφανερώθησαν ταύτα διά μέσου θείου Aγγέλου, κατά την δευτέραν ταύτην του Aυγούστου μηνός, τα οποία και έως την σήμερον ευρίσκονται εις τον οίκον της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, εις τόπον λεγόμενον του Bιγλεντίου, όπου και η τούτων γίνεται Σύναξις και εορτή.

Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τῶν Ἐγ­και­νί­ων τοῦ θεί­ου Να­οῦ τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀ­πο­στό­λου καὶ Εὐ­αγ­γε­λι­στοῦ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Θε­ο­λό­γου, πλη­σί­ον τῆς Ἁ­γι­ω­τά­της με­γά­λης Ἐκ­κλη­σί­ας.
Στίχ. Σὸν Να­ὸν σῇ χά­ρι­τι κα­θι­ε­ροῦ­μεν,
Ἰ­ω­άν­νη πάν­σο­φε ἠ­γα­πη­μέ­νε.


Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου Μάρ­τυ­ρος Φω­κᾶ καὶ τοῦ ἐν εὐ­σε­βεῖ τῇ μνή­μῃ γε­νο­μέ­νου βα­σι­λέ­ως Ἰ­ου­στι­νι­α­νοῦ ἐν τοῖς Ἁ­γί­οις Ἀ­πο­στό­λοις.
Στίχ. Φω­κᾶς ὁ Μάρ­τυς ἐ­κλι­πὼν γῆς χω­ρί­ον,
Νῦν ἐγ­κα­τοι­κεῖ τῆς τρυ­φῆς τῷ χω­ρί­ῳ.
Οὐκ ἐκ­πο­δών σοι σκῆ­πτρον ὤ­φθη, ὦ ἄ­ναξ,
Σὺ γὰρ κα­τοι­κεῖς Βα­σι­λεί­αν τὴν ἄ­νω.


Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τῆς Ὁ­σί­ας Μη­τρὸς ἡ­μῶν Φω­τει­νῆς, ἢ Φω­τοῦς, τῆς ἐκ Ῥι­ζο­καρ­πά­σου Κύ­πρου.
Στίχ. Ἡ Φω­τει­νὴ φαί­νου­σα ἐν γῇ αὐ­γά­ζει, 
Οὐ­ρα­νοῖς ἐν­δη­μοῦ­σα κα­θι­στα­μέ­νη.

Η τοπική παράδοση στη Καρπασία, λέγει ότι η Αγία Φωτού καταγόταν από το Ριζοκάρπασο, από απλοϊκούς γονείς. Από νεανική ηλικία απέρριψε την κοσμική ζωή και τον γάμο και απεσύρθηκε σε ασκητήριο που δημιούργισε, μέσα σε μια σπηλιά. Εκεί έζησε μία άγια ζωή , με προσευχή, νηστεία εγκράτεια, και παρθενία, αφιερωμένη στον Θεό.
Η παράδοση λέγει επίσης 'οτι η Αγία έκανε θαύματα ενώ ακόμη βρισκόταν στην ζωή. Όταν απεβίωσε ετάφη από πιστούς και ευλαβείς Χριστιανούς. Στον Τάφο της ο οποίος ανεκαλύθηκε μετά από θεία αποκάλυψη κατά τον 15 ο αιώνα , έγραφε τα εξής λόγια: Φωτεινή Παρθένος Νύμφη Χριστού.

Η Αγία Φωτού πιστεύεται ότι θεραπεύει ιδίως τις παθήσεις των ματιών. Ο τάφος της είναι υπόγειος και λαξευτός με 23 σκαλοπάτια και το αγίασμα βρίσκεται στο βάθος της σπηλιάς.
Μετά την προσφυγοποίηση τους, οι κάτοικοι του Αγίου Ανδρονίκου μετέφεραν τα οστά της Αγίας Φωτούς τις ελεύθερες περιοχές και τα τοποθέτησαν στον νεόκτιστο ναό του Αποστόλου Ανδρέα στον Συνοικισμό Κολοσσίου στη Λεμεσό.


Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου Νε­ο­μάρ­τυ­ρος Θε­ο­δώ­ρου, τοῦ ἐν Δαρ­δα­νελ­λί­οις.
Στίχ. Θε­ῷ δω­ρεῖ­σαι νε­ό­τη­τα καὶ κάλ­λος, 
Ἀ­θλή­σας, Θε­ό­δω­ρε, ἐ­λέγ­χῳ πλά­νης.

Ο νεομάρτυρας Θεόδωρος γεννήθηκε σ' ένα χωριό της επαρχίας Ελλησπόντου και Τρωάδος, που στα τουρκικά ονομαζόταν Ερένκιοι. Ανατράφηκε δε από ευσεβείς γονείς, τον Γεώργιο και την Κυριακή.

Σε νεαρή ηλικία πήγε στην πόλη Τανάκ Καλέ (Δαρδανέλια), όπου έμαθε και εξασκούσε την τέχνη επεξεργασίας σουσαμιού. Αν και ήταν μόλις 20 χρονών, ο Θεός τον είχε προικίσει με πλούσια αρετή. Αυτό όμως το πρόσεξε και κάποιος πλούσιος Τούρκος της πόλης, που θέλησε να τον εξισλαμίσει και να τον κάνει γαμπρό του και κληρονόμο του. Γι' αυτό και χρησιμοποίησε πολλά δόλια μέσα. Αλλά ο Θεόδωρος απέρριψε όλες τις προτάσεις του. Τότε ο Τούρκος τον συκοφάντησε στον κριτή της πόλης, ότι δήθεν ο Θεόδωρος - μετά από μια αρρώστια του - είπε ότι θα γίνει μωαμεθανός, αν γίνει υγιής. Ο Κριτής ρώτησε τον Θεόδωρο αν αληθεύουν όλα αυτά. Τότε ο μάρτυρας απάντησε: «Εγώ είμαι χριστιανός απ' τους γονείς μου και χριστιανός θέλω να πεθάνω. Τον Ιησού μου δεν αρνούμαι και τη μιαρή θρησκεία σας απεχθάνομαι». Αμέσως τότε τον άρπαξαν και υπέστη πολλά και φρικτά βασανιστήρια. Τελικά στις 2 Αυγούστου 1690 μ.Χ., στις 3.00 μ.μ. τον αποκεφάλισαν.

Το 1922 μ.Χ., φεύγοντας από τις πατρικές εστίες ο αείμνηστος ιερέας Πατήρ Κωνσταντίνος Οικονόμου με μερικούς πατριώτες μετέφεραν την Αγία Κάρα στη Νίκαια και φυλάσσεται στον Ιερό Ναό Οσίας Ξένης.


Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου καὶ πε­ρι­δό­ξου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Βα­σι­λεί­ου τοῦ δι­ὰ Χρι­στὸν Σα­λοῦ τοῦ ἐν Μό­σχᾳ. (†1557)
Στίχ. Ὁ Βα­σί­λει­ος σα­λό­τη­τι βι­ώ­σας, 
Βα­σι­λι­κὴν προ­φύ­ραν ἐ­πε­νε­δύ­θη.
Ζῆς καὶ μετὰ θάνατον ἄνω οἰκήσας,
ἄϋλον ἐξασκήσας ὦ μάκαρ βίον.
Ἀνατολίῃ θυμός, ἀπέπλη χαλκοβατές.

Οὗτος ἦν ἐν τοῖς χρόνοις τοῦ εὐσεβεστάτου βασιλέως Ἰωάννου, γέννημα καὶ θρέμμα της βασιλευούσης Θεοδωροπόλεως, ἥτις πρότερον ἐκαλεῖτο Μοσχοβία· γεννηθεὶς ἐξ εὐσεβῶν γονέων. Εχων ἐν ὀφθαλμοῖς τὸν τοῦ Θεοῦ φόβον, ἁπλῶς πολιτευσάμενος, τοὺς τρόπους μιμούμενος Ἀνδρέου καὶ Συμεὼν τῶν διὰ Χριστὸν σαλῶν, νηστείαν, ἐγκράτειαν καὶ προσευχήν, χαμευνίαν καὶ ἀοίκιαν διαγόμενος, κεκτημένους οὐδέν. Ὅθεν καλῶς βιώσας χρόνους πέντε πρὸς ἐξήκοντα, πρὸς Κύριον ἐξεδήμησεν.
Ἔτι ζῶν ὁ Ἅγιος, ἐν τῇ θαλάσσῃ τοῦ Κρονίου κόλπου, ναῦς ὑπὸ σφοδροῦ λαίλαπος δεινῶς κλυδωνιζομένη, πάντες οἱ ἐν αὐτῇ τὸ ζῆν ἀπελπίσαντο. Και μέλλουσα η ναῦς ἄρδην καταποντισθῆναι ἐν τῷ βυθῷ, αὐτίκα ἐφάνη ὁ Ἅγιος κατάγυμνος, ἐπιθριξ, πολιὸς ἄγαν ἐν τῇ νηΐ, καὶ τὰ ἱστία συστήσας ἔστη εν τῇ πρύμνῃ καὶ ἀψάμενος τοῦ πηδαλίου, ἔφη πρὸς αὐτούς· θαρσεῖτε, ὤ ἄνδρες πρὸς Θεόν, καὶ μὴ φοβεῖσθαι, ὁ γὰρ Θεος, ἐξελεῖ ὑμας εκ ταύτης τῆς τρικυμίας. Καὶ εὐδία γινομένη μεγάλη, ὥρμησεν ἡ ναῦς ἀκινδύνως πλέειν, ὁ δὲ ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν. Καὶ παραγενόμενοι αὔτοι εἰς Μοσχοβίαν, αὐτὸν ἐθεάσαντο, καὶ θέλοντες αὐτὸν ὁμιλῆσαι, ἀπ’ αὐτῶν οὗτος ἐκρυβήσατο.
Μετὰ δὲ χρόνων δύο καὶ τριάκοντα περεληλυθότων, ὁ Θεός, πολλὰ θαύματα καὶ ἰάσεις πρὸς τοὺς εἰσερχομένους πρὸς αὐτὸν ἀνέδειξεν.
Κόρη τις, ἀναπήρους ἔχουσα ἀμφοτέρους τοὺς ὀφθαλμούς, ἐκ θηλαζούσης αὐτῆς μητρός, τὴν κεφαλὴν αὐτῆς ἐπάνω τῷ τοῦ Ἁγίου τύμβῳ προστιθεῖσα, αὐτίκα τῆς ἰασεως ἔτυχε.
Μοναχός τις, ὀνόματι Γεράσιμος, ξηροὺς ἔχων τοὺς πόδας καὶ μὴ δυνάμενος ὀρθοβαδίσαι ἢ στῆναι το σύνολον δωδέκατον ἔτος ἄγοντος καὶ αὐτὸς ἐθεραπεύθη.
Καὶ οἱ δύο θεραπευθέντες, ἐκ θείας ἀποκαλύψεως κατέφυγαν εἰς τὸν Ὅσιον, ὅπως τοὺς θεραπεύσῃ.
Πλεῖστα δὲ ειναι τὰ θαύματα αὐτοῦ ἕως τῆς σήμερον.


Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Βα­σι­λεί­ου τῆς λί­μνης Κουρ­μπένσκ. (†1472)


Τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, μνή­μη τοῦ Ὁ­σί­ου Πα­τρὸς ἡ­μῶν Μάρ­κου τοῦ Μπε­λα­βίνσκ, ἐν Βο­λογ­κτᾷ. (†1492)

Ταῖς αὐτῶν ἁγίαις πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.