axrhstou.blogspot.gr

axrhstou.blogspot.gr

axrhstou.blogspot.gr

axrhstou.blogspot.gr

Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

«Τα τελευταία λόγια του μακαριστού Χριστόδουλου»



Το Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων «Romfea.gr», δημοσιεύει σήμερα αποκλειστικά, τον τελευταίο αποχαιρετιστήριο λόγο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κυρού Χριστοδούλου.

Το τελευταίο αποχαιρετιστήριο κείμενο έχει στην κατοχή του ο Επικοινωνιολόγος κ. Σωτήρης Τζούμας, το οποίο δημοσιεύει στο νέο βιβλίο του με τίτλο «ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ», και σε λίγες μέρες θα κυκλοφορήσει σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

Να σημειωθεί, ότι ο κ. Σωτήρης Τζούμας στο βιβλίο του αναφέρεται και στο θέμα των ταυτοτήτων, στις σχέσεις Φαναρίου – Ελλαδικής Εκκλησίας, καθώς και σε άλλα σημαντικά θέματα από την ζωή του μακαριστού Αρχιεπισκόπου, τα οποία δεν πρέπει να χάσετε.

Ο τελευταίος αποχαιρετιστήριος λόγος, του μακαριστού Αρχιεπισκόπου κυρού Χριστοδούλου έχει ως εξής:

«Αδελφοί μου αγαπητοί, μη μου επιλάθεσθε όταν υμνείτε τον Κύριον, αλλά μνήσθητέ μου του πόθου και της αγάπης και ικετεύσατε τον Θεόν, ίνα με αναπαύση μετά των δικαίων ο Κύριος».



Όταν θα διαβάζονται οι γραμμές αυτές εγώ δεν θα ευρίσκομαι πλέον εις αυτήν την ζωήν. Η ελπίς μου είναι ότι θα ευρίσκομαι εις το έλεος του Κυρίου.

Δεν έχω τίποτε άλλο βέβαιον παρά μόνον την ελπίδα εις τον Κύριον. Δεν μου απομένει τίποτε άλλο παρά μόνον η αίτησις ο Κύριος να δείξει επιείκεια εις την κρίσιν Του και να με συγχωρέσει.

Ηγάπησα τον Σωτήρα μου με όσην δύναμιν είχε η ψύχη μου. Εκείνος που ετάζει καρδίας και νεφρούς το γνωρίζει. Πολλές φορές ο Σατανάς με έσπρωξε να κάμω πράξεις και σχέδια και να λάβω αποφάσεις που φοβούμαι ότι επίκραναν τον Κύριόν μου, τον πολυεύσπλαγχον, ο οποίος πολλά τάλαντα μου ενεπιστεύθη.

Τάχα εμιμήθην τον τα πέντε τάλαντα λαβόντα; Τάχα ηργάσθην δια την δόξαν Του η μήπως επεδίωξα την ιδικήν μου δόξα και προβολή;

Αυτό δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω και φεύγω από τον κόσμον φοβούμενος ότι δεν εκατόρθωσα να διακρίνω πάντοτε την διαφοράν.

Εργάσθηκα επάνω εις το καθήκον μου με όσην δύναμιν είχα και με την βοήθεια του Θεού πολλά εκατόρθωσα. Όμως όσες φορές εσημείωνα επιτυχίες, ησθανόμην μεγάλην ψυχικήν ικανοποίησιν.

Τάχα οι κόποι μου να είχον αυτόν τον σκοπόν; Και να επραγματοποιήθη λοιπόν εκείνο που είπε ο Κύριος μου, δι΄ όσους ικανοποιούνται για μιαν καλήν πράξιν των, ότι ως εκ τούτου απέχουσι του μισθού αυτών;

Το μόνον που με παρηγορεί και με φωτίζει είναι ότι το έλεος και η αγάπη του Θεού είναι απείρως μεγαλυτέρα πάσης αμαρτίας, και η προσευχή είναι η οδός της σωτηρίας και της αληθούς χαράς.

Γι΄ αυτό και σας ικετεύω με όσην δύναμιν έχει πλέον η φωνή μου, αδελφοί μου και τέκνα μου, μη με λησμονήτε εις τας προσευχάς σας. Κάμετε και δι΄ εμένα ένα Σταυρόν από την καρδιά σας. Ανάψατε ένα κεράκι για την ψυχή μου.

Εις τον βίον μου, αφεύκτως πολλούς αδελφούς μου επίκρανα, είτε δικαίως είτε αδίκως – ποίαν σημασίαν έχει η διάκρισις αυτή; Η Διοίκησις καθίσταται εις εκείνον που βαρύνεται με την ευθύνην ασκήσεώς της, πολλάκις ως δήγμα φοβερόν. Τέκνα μου, η σφραγίδα της Διοικήσεως έχει αγκάθια πολλά.

Γονατίζω εμπρός εις όσους ηδίκησα – εκουσίως η ακουσίως – και τους ικετεύω να με συγχωρήσουν από τα βάθη της καρδίας των, δια να εύρη έλεος και ανάπαυσιν η ψυχή μου ενώπιον του Δικαίου Κριτού.

Από τα βάθη της ψυχής μου συγχωρώ όλους όσους τυχόν με ηδίκησαν. Αυτή είναι η ζωή των ανθρώπων – πόθοι, όνειρα και επιδιώξεις, προσπάθειαι και τόσαι άλλαι φροντίδες δια την επίγειον ζωήν, που δεν μας αφήνουν να κατανωήσουμεν εις βάθος, ότι είμεθα περαστικοί διαβάτες εις τον κόσμον τον επίγειον.

Καθώς είπεν ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «όναρ έσμεν ούχ΄ ιστάμενον, φύσημα τι μη κρατούμενον, πτήσις ορνέου παρερχομένου, ναύς επί θαλάττης ίχνος ουκ έχουσα».

Πριν κλείσω τα μάτια μου, όσον έχω ακόμη πλήρεις τας αισθήσεις μου, εις όλους αφήνω την ευχή μου από τα βάθη της καρδιάς μου.

Και εις εκείνους που ως Μητροπολίτης Δημητριάδος εποίμανα και εδίδαξα επί 24 ολόκληρα χρόνια, και εις το αγαπητό μου ποίμνιο των Αθηνών που επί 10 έτη εποίμανα, και προς όλους τους Έλληνας, εντός και εκτός των συνόρων της Ελλάδος.

Ιδικός σας πατέρας ήμουν τέκνα μου αγαπητά, και με καθοδηγούσεν η πίστις ότι έχω την ευθύνην σας. Προς σας, λοιπόν, απευθύνω τας τελευταίας μου ευχάς.

Το γνωρίζετε ότι σας έδωσα όλην μου την αγάπην. Εδίψησεν η ψυχή μου την σωτηρίαν σας. Η βαθυτάτη πίστις μου ότι προσεύχομαι εις Κύριον για σας, υπήρξεν η μόνη πηγή από την οποία αντλούσα τας δυνάμεις μου.

Ήθελα με όσην δύναμιν είχε η πτωχή μου ψυχή, να γλυκάνω τους πόνους σας, να τονώσω το φρόνημά σας, να σας πείσω, ότι μόνον αν βάλετε ρυθμιστήν των παλμών της καρδιάς σας το άγιον του Θεού θέλημα, μόνον τότε δεν θα σβήση από τα χείλη σας το χαμόγελο της πραγματικής χαράς, όσης είναι δυνατόν να ευρεθή εις αυτόν τον κόσμον.

Μην ζητήσετε αλλού την ευτυχίαν σας, διότι άδικα θα κοπιάσετε, και δεν θα την συναντήσετε. Μη λησμονήτε ποτέ τα λόγια του Κυρίου: «Ζητήτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού και ταύτα πάντα προστεθήσονται υμίν».

Φωτίζετε πάντοτε τις σκέψεις σας και τον δρόμον της ζωής σας με τον άγιον θέλημα του Θεού. Αυτό θα θερμάνη και τις καρδιές σας για να είναι πάντοτε γεμάτες με την αγάπη προς τον Θεόν και τους αδελφούς σας συνανθρώπους, αλλά θα σας δίνη και την γλυκυτάτην δύναμιν να αισθάνεσθε τους πόνους των άλλων σαν ιδικούς σας πόνους και την χαράν των σαν ιδικήν σας χαράν.

Με αυτόν τον τρόπον θα ευρεθήτε μέσα εις το σχέδιον της σωτηρίας. Τότε τα ονόματά σας θα γραφούν εις τα αιώνια βιβλία των ουρανών. Ετσι μόνον και όση χαρά, αληθινή χαρά, θα ημπορή να υπάρχη εις τον κόσμον αυτόν, θα πλημμυρίζη τις καρδιές σας.

Ο ίδιος ο Κύριος μας το εβεβαίωσεν, όταν οι 70 μαθηταί Του επέστρεψαν ματά χαράς μεγάλης λέγοντες: «Κύριε και τα δαιμόνια υποτάσσονται υμίν εν τω ονόματι σου».

Και εκείνος τους επληροφόρησεν με τα παρήγορα αυτά λόγια του. «Εν τούτω μη χαίρετε, ότι τα δαιμόνια υποτάσσονται υμίν, χαίρετε δε, ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις Ουρανοίς».

Ποίος λοιπόν ημπορεί να αμφιβάλλη περί τούτου; Και κάτι ακόμη περισσότερον. Εις όλους έδωκε την εξουσίαν του πατείν επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού, χωρίς κανείς από αυτούς να ημπορέση να φράξη τον δρόμον των.

Σεις ξέρετε πόσους ανθρώπους ο Σατανάς ευρίσκει και χρησιμοποιεί ως όργανα του δια να φράξουν τον δρόμο της Σωτηρίας εκείνων που θέλουν να σωθούν. Διαστρέφει τις σκέψεις των, πορώνει τις καρδίες των και τυφλώνει το φως των, ώστε να μη βλέπουν το καλόν και να μεταχειρίζωνται και τα άδικα και τα πιο σκληρά απάνθρωπα μέσα για να σταθούν εμπόδιον εις τον δρόμο της Σωτηρίας.

Αυτοί όλοι, όσον και εάν ομοιάζουν με φίδια και σκορπιούς, συντρίβονται με την βοήθεια του Θεού. Ο Θεός να μην αξιώση κανένα από Σας, τέκνα μου αγαπητά, να κανταντήση εις αυτό το σημείον.

Εις όλους σας εύχομαι να σας σκεπάζη πάντοτε η Θείας Χάρις.

Αγαπητά μου τέκνα και αδελφοί μου, μην απομακρυνθήτε από τον δρόμον του Θεού. Αγαπήσατε τον Θεόν και «μηδέν προτιμήσατε της αγάπης Αυτού». Πλημμυρίσατε τις καρδιές σας από Χριστόν και Ελλάδα.

Τέκνα μου αγαπητά και αδελφοί μου, μη βλέπετε ποτέ την Ελλάδα με αδιαφορίαν η με στεναχωρίαν. Ο Κύριος είναι ο Πατέρας μας, και μας έδωσε την Ελλάδα ως τον οίκον μας. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε παιδιά Του, και ουδείς είναι υπέρτερος του άλλου ένεκα της πατρίδος αυτού.

Ας μάθουμε να βλέπουμε ως δωρεά του Κυρίου έκαστος την πατρίδα, την παράδοσιν και την γλώσσαν του. Ειδικώς εμείς οι Έλληνες ελάβαμε την κληρονομιάν να είμεθα φορείς και διδάσκαλοι πολιτισμού μεγάλου, τιμωμένου από όλον τον κόσμον.

Ας ζώμεν λοιπόν κατά τρόπον που δοξάζει τα ιερά μας, τιμά τους προγόνους, διατηρεί την γλώσσαν ως έκφρασιν πνεύματος και όχι απλώς ως μέσου συννενοήσεως.

Ας έχουμε στην καρδιά μας ευγνωμοσύνην προς όσους προσέφεραν στην πατρίδα μας. Κυρίως εμείς, οι ακολουθούντες τον Κύριον, ας έχωμεν πάντοτε κατά νούν ότι ο χριστιανός δεν αγιάζεται από το περιβάλον του αλλά το αγιάζει.

Τέκνα μου, μην κάμετε ποτέ κακόν εις τους συνανθρώπους σας. Σκορπίσατε παντού έργα αγάπης. Όποιος έχει ανάγκη από σας και ημπορείτε να γλυκάνετε τον πόνο του, μην το αρνηθήτε.

Μην εξετάζετε αν είναι συγγενής η ξένος, γνωστός η άγνωστος, ομοεθνής η αλλοεθνής, ομόδοξος η ετερόδοξος, ομόθρησκος η αλλόθρησκός, φίλος η εχθρός. Όποιος έχει ανάγκη από την αγάπην σας είναι ο πλησίον σας.

Μην παραλείπετε τα θρησκευτικά σας καθήκοντα. Όσες φορές ευρεθήτε μολυσμένοι με την αμαρτίαν, οποιανδήποτε αμαρτίαν μικράν η μεγάλην, αμέσως να σπεύσετε να εξαγνισθήτε με το μέγα μυστήριον της Θείας και Ιεράς Εξομολογήσεως και να ενωθήτε με τον Θεόν δια της μεταλήψεως των Αχράντων Μυστηρίων.

Κρατήστε πάντοτε έτοιμην την ψυχήν σας, ώστε οποιανδήποτε στιγμήν ο Κύριος μας σας καλέσει να είσαστε άξιοι της ουρανίου Βασιλείας.

Ιδιαιτέρως απευθύνομαι αυτήν την στιγμήν προς σας, τους προσφιλείς μου συνεργάτας, από τον πρώτο έως τον τελευταίο, από τον παλαιότερο έως τον νεότερο, από τον μεγαλύτερο έως τον μικρότερο.

Τέκνα μου αγαπημένα, κληρικοί και λαϊκοί, δεν θα είμαι πλέον κοντά σας. Θα μένη όμως για πάντα μαζί σας η αγάπη μου και η ευχή μου. Μην εγακταλείψετε το άγιον έργον της διαφωτίσεως του λαού, ιδιαιτέρως εσείς αδελφοί μου Αρχιερείς, Ιερείς και Διάκονοι στην Αθήνα, στο Βόλο αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα.

Όταν θα πηγαίνετε στις Εκκλησίες μας και θα κηρύττετε τον λόγον του Θεού, θα δροσίζεται και η δική μου ψυχή στους ουρανούς. Μη μου στερήσετε αυτήν την δροσιά, Σταθήτε πιστοί συνεργάται, γύρω εις τον διάδοχον μου Αρχιεπίσκοπον, οποίος κι αν είναι, και δώσατέ του τον άπειρον σεβασμόν και την αγάπη σας και την αφοσίωσην σας.

Θα σας αγαπήση όσον σας ηγάπησα και εγώ και θα στηρίξη μαζί σας την Εκκλησία μας, δια να πραγματοποιήση τους ιερούς σκοπούς της.

Και τώρα αγαπητά μου τέκνα και φίλοι μου, «ιδού κείμαι εν μέσω πάντων σιγηλός και άφωνος. Το στόμα ήργησεν. Η γλώσσα πέπαυται και τα χείλη κεκόλληνται, αι χείρες συνδέδενται και αι πόδες συμπλέκονται, η μορφή ηλλοίωται, οι οφθαλμοί εσβέσθησαν και ου κατανούσι τους θρηνούντας, η ακοή ου παραδέχεται των λυπουμένων τον ολοφυρμόν, η ρις ουκ οσφραίνεται του θυμιάματος την ευωδίαν, η δε αληθινή αγάπη ουδέποτε νεκρούται, δι ο ικετεύω πάντας τους γνωστούς και προσφιλείς μου μνείαν ποιείσθε μου εν ημέραις κρίσεως, ίνα εύρω έλεος επί του βήματος εκείνου του φοβερού.»

ΜΗ ΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΤΕ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΣΑΣ.»

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

ΠΩΣ ΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΕΖΑΙ (ΧΙΟΥΜΟΡ) ….:




Φαίνεσθαι: Στην Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία να ντύνεσαι με κυριλέ-φαρισέ ρούχα για να ανεβάζεις το image σου.



Δωδεκάτη: Τηλεφώνησε το προηγούμενο απόγευμα στο Ναό και ρώτησε - «Τι ώρα βγαίνετε»; Αν πάς πέντε λεπτά πριν από το τέλος θα γλιτώσεις το λούκι της Ακολουθίας χωρίς να νιώθεις ενοχές που δεν εκκλησιάστηκες.



Δίλεπτο: Όταν ρίχνεις τα χρήματα στο παγκάρι νιώσε ελεήμων. Αν ο επίτροπος που βρίσκεται πίσω από το παγκάρι σε κοιτάζει, νιώσε ντροπή και ρίξε κάτι περισσότερο για να μην φανείς φτωχός στα μάτια του. Αν κάνει πως δεν σε προσέχει, ρίξε ένα βαρύ κέρμα για να ακούσει πλούσιο θόρυβο. Αν νιώθεις ένοχος-η για κάτι κακό που έκανες ρίξε ένα ευρώ παραπάνω για εξιλέωση.



Δεκακέρι: Άναψε πολλά κεριά για να ελεηθείς περισσότερο εσύ και οι συγγενείς σου.



Αξιολόγηση: Παρατήρησε προσεκτικά τους πιστούς γύρω σου χωρίς να σε πάρουν χαμπάρι. Αν είσαι άντρας και δεις μια κομψή κοπέλα προκλητικά ντυμένη αφού την κοιτάξεις με λαγνεία, κρίνε μέσα σου το παρουσιαστικό της, αναλογιζόμενος: «πως δεν ντρέπεται να κυκλοφορεί έτσι μέσα στο Ναό!». Αν είσαι γυναίκα αφού ζηλέψεις έλεγξέ την με μια βλοσυρή ματιά για να βγάλεις το άχτι σου. Μετά αντί να παραδεχτείς ότι έπεσες σε κατάκριση αναλογίσου: «σα δε ντρέπεται» και νιώσε πιο ευσεβής από αυτήν.



Κοσμικίλα: Φόρεσε ένα άρωμα πιο δυνατό από το θυμίαμα ώστε να πλημμυρίζει με κατάνυξη όσους είχαν την τύχει να σταθούν πλάι σου.



Μουρμούρα: Να επαναλαμβάνεις κοντά στο αυτί του μπροστινού σου όσα ακούς. Αυτό θα σε βοηθήσει να συμμετέχεις ενεργά στην Ακολουθία. Να μουρμουράς σε διαφορετικό τόνο από τους ψάλτες για να του προσφέρεις πολυφωνικό άκουσμα.



Δικαίωμα: Πίστεψε ότι με το να εκκλησιάζεσαι εξευμενίζεις το Θεό και τον υποχρεώνεις να σε προστατεύει και να συμπαραστέκεται στις δυσκολίες σου.



Θεαθήναι: Αν κάνεις κάποια δωρεά απαίτησε να αναγραφεί το όνομά σου στο αντικείμενο που δώρισες με μεγάλα γράμματα. Αν πρόκειται για εικόνα φρόντισε το όνομά σου να ξεπερνάει σε μέγεθος το όνομα του αγιογράφου αλλά και του αγίου που εικονίζεται. Αφού την πλήρωσες καλό να μείνειι αιωνία η μνήμη σου.



Καρέκλες: Αν δωρίσεις κάποιο κάθισμα απαίτησε να σκαλιστεί το όνομά σου με μεγάλα γράμματα ώστε όλοι να ξέρουν πόσο αναπαυτική είναι η γενναιοδωρία σου. Δεν χρειάζεται να κάθεσαι εσύ στη δική σου καρέκλα για να μη σε παρεξηγήσουν αλλά όποτε πηγαίνεις στο Ναό να περνάς από κοντά για να διαβάζεις το όνομά σου και να καμαρώνεις. Αν το όνομα του δωρητή ανήκει σε κάποιον κεκοιμημένο της φαμίλιας σου … νιώσε περήφανος για το σόι σου.



Μπλα-Μπλα: Αν συναντήσεις τυχαία κάποιον φίλο ή γνωστό πιάσε την κουβέντα και μην σταματήσεις πριν τελειώσει η Ακολουθία. Η κουβεντούλα στο Ναό ευαρεστεί το Θεό και αναπαύει τους γύρω σου.



Νταβαντούρι: Φρόντισε να εκκλησιάζεσαι μόνο σε κεντρικούς Ναούς τις μεγάλες εορτές ώστε να ενοχλείσαι από τον θόρυβο και την υποκρισία.



Παιδιά: Αν ντρέπεσαι να ξαμολήσεις τα παιδιά σου ανεξέλεγκτα μέσα στο Ναό να παίζουν και να φωνάζουν, ανάγκασέ τα να στέκονται ακίνητα δίπλα σου με ευλάβεια. Αν νιώσουν από νωρίς την καταπίεση όταν μεγαλώσουν θα γίνουν οπωσδήποτε υποταγμένοι, καθωσπρεπικοί ρομπότ-χριστιανοί ή αντιδραστικοί και περιθωριακοί αρνησίθεοι.



Σπάσιμο νεύρων: Αν σχηματίζεται ουρά για το προσκύνημα κάποιων ιερών λειψάνων ή θαυματουργής εικόνας πήγαινε να στηθείς και εσύ εκεί. Αν αγανακτήσεις από το συνωστισμό στο Ναό κράτησε την ψυχραιμία σου. Ξέσπασε αργότερα τα νεύρα σου στην οικογένειά σου.



Ταχύτητα: Όταν έλθει η ώρα να μεταλάβεις παραμέρισε τους άλλους για να κοινωνήσεις πρώτος. Έτσι δεν θα χρειαστεί να περιμένεις στην ουρά και θα μειωθούν οι πιθανότητες να κοινωνήσεις μετά από μια γιαγιά που σιχαίνεσαι.



Μόνωση: Αν καθίσει κάποιος δίπλα σου, μην γυρίσεις να τον κοιτάξεις, μην του χαμογελάσεις και μην του πεις καλημέρα. Τράβηξε λίγο την καρέκλα σου παραπέρα και στρέψε τα μάτια σου αλλού για να καταλάβει ότι ενοχλήθηκες.



Κατάληψη: Επειδή κουράζεσαι εύκολα, αν πετύχεις άδειο κάθισμα, πρόλαβε να καθίσεις και κράτησέ το μέχρι το τέλος για πάρτι σου. Αν τα άδεια καθίσματα είναι δύο «πιάσε» το άλλο με το μπουφάν σου για να βάλεις εκεί ένα "πλησίον" της αρεσκείας σου.



Καφενείο: Λίγο πριν τελειώσει η Ακολουθία φύγε ψύχραιμα από το Ναό μη τυχόν και γνωρίσεις κάποιον από την ενορία σου. Αν έχεις δει κάποιο γνωστό σου, περίμενε μέχρι το «δι ευχών» και μετά πλησίασε και πες του με δυνατή φωνή όσα θα του έλεγες αν τον συναντούσες στη Λαϊκή ή στο καφενείο.


του Νικήτα Καυκιού  http://psyche.gr/ekklisiasmos.htm


Και λίγη σοβαρότητα :

"Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις

και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν ή λειτουργείν σοι,

Βασιλεύ της δόξης. Το γαρ διακονείν σοι μέγα και φοβερόν

και αυταίς ταις επουρανίαις δυνάμεσιν. "

Θεία Λειτουργία


Προσέξτε, όμως, κανείς να μην μπει στον ιερό αυτό χώρο, έχοντας βιοτικές φροντίδες ή περισπασμούς ή φόβους. Αλλά αφού τ' αφήσουμε όλα τούτα έξω, στις πύλες του ναού, τότε ας περάσουμε μέσα. Γιατί ερχόμαστε στα ανάκτορα των ουρανών, πατάμε σε τόπους που αστράφτουν.


Αλλά και η διαγωγή μας, όσο βρισκόμαστε μέσα στο ναό, ας είναι η πρέπουσα, όπως αρμόζει σε άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά στο Θεό. Να μην ασχολούμαστε με άσκοπες συζητήσεις, μα να στεκόμαστε με φόβο και τρόμο, με προσοχή και προθυμία, με το βλέμμα στραμμένο στη γη και την ψυχή υψωμένη στον ουρανό.

Μη συμμετέχεις, λοιπόν, στην ιερή εκείνη υμνωδία με αδιαφορία. Μην έχεις στο νου σου βιοτικές σκέψεις. Διώξε κάθε γήινο λογισμό και ανέβα νοερά στον ουρανό, κοντά στο θρόνο του Θεού. Πέταξε εκεί μαζί με τα Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τον τρισάγιο ύμνο στην Παναγία Τριάδα.

Πες μου, άνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σε πιέζει τάχα η ανάγκη να κάνεις τις δουλειές σου; Και σου περνάει άραγε, την ώρα που πας να κοινωνήσεις, η σκέψη ότι έχεις δουλειές; Έχεις μήπως την αίσθηση ότι είσαι πάνω στη γη; Νομίζεις ότι βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους και όχι με τους χορούς των αγγέλων; Μα κάτι τέτοιο είναι δείγμα πέτρινης καρδιάς....


Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου  - Ο Εκκλησιασμός

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙΣ:

1. Οι πιο νέοι γονείς στον κόσμο ήταν 8 και 9 ετών στην Κίνα το 1910.



2. Κάθε βασιλιάς που κοσμεί τα τραπουλόχαρτα, είναι μεγάλος ιστορικός βασιλιάς:



ΜΠΑΣΤΟΥΝΙΑ- Βασιλιάς Δαβίδ,

ΚΟΥΠΕΣ- Καρλομάγνος,

ΣΠΑΘΙΑ -Μέγας Αλέξανδρος

ΚΑΡΟ- Ιούλιος Καίσαρας



3. 111.111.111 x 111.111.111 = 12.345.678.987.654.321



4. Το άγαλμα ενός ανθρώπου πάνω σε άλογο όπου το άλογο έχει και τα δυο μπροστινά του πόδια στον αέρα ,σημαίνει πως αυτός πέθανε στη μάχη.

- Εάν το άλογο έχει το ένα μπροστινό πόδι στον αέρα ,τότε ο άνθρωπος πέθανε από τραύματα που υπέστη στην μάχη.

- Εάν το άλογο έχει και τα 4 πόδια στη γη , τότε το άτομο είχε

φυσικό θάνατο.



5. 'I am.' : Είναι η πιο σύντομη ολοκληρωμένη πρόταση στην Αγγλική γλώσσα.





6. Ερώτηση: Αν συλλαβίσεις στα αγγλικά τους αριθμούς, πότε θα βρεις για πρώτη φορά το γράμμα 'a' ?

Aπάντηση: One thousand.



7. Ερώτηση: Tι κοινό έχουν , το αλεξίσφαιρο γιλέκο, ο υαλοκαθαριστήρας αυτοκινήτου , η έξοδος κινδύνου και οι εκτυπωτές laser ?

Aπάντηση: Oλα έχουν επινοηθεί από γυναίκες.



8. Ερώτηση: Πιο είναι το μόνο φαγητό που δεν χαλάει?

Aπάντηση: Το μέλι



9. Στα χρόνια του Shakespeare, τα στρώματα των κρεβατιών

κατασκευάζονταν από σχοινιά. Όταν τραβούσαν τα σχοινιά ,έσφιγγε το στρώμα και έκανε το κρεβάτι σταθερό ,για ύπνο. Έτσι βγήκε η φράση 'goodnight, sleep tight'.



10. Στην Βαβυλώνα 4.000 χρόνια πίσω συνηθιζόταν για τον μήνα μετά τον γάμο ,ο πατέρας της νύφης να προσφέρει στον γαμπρό ένα <υδρόμελι> για να πίνει. Το υδρόμελι ήταν μπύρα με μέλι και επειδή το ημερολόγιο τότε βασιζόταν στην σελήνη (moon), ο μήνας αυτός ονομάστηκε honeymoon.



11. Στην αρχαία Αγγλία κάποιος δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδί εκτός και αν είχε την συγκατάθεση του Βασιλιά (εξαιρούνταν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας).

Όποιοι ήθελαν να αποκτήσουν παιδί, έπαιρναν την συγκατάθεση του

Βασιλιά και έτσι τους δινόταν μια μεταλλική πλάκα που κρεμούσαν στην πόρτα τους όταν έκαναν σεξ.

Η πλάκα έγραφε ότι διέπρατταν F.U.C.K. δηλαδή 'Fornication Under Consent of the King' (συνουσία υπό την συγκατάθεση του Βασιλιά)..



12.. Στη Σκοτία , ένα νέο παιχνίδι επινοήθηκε. Ο τίτλος του ήταν << Gentlemen Only, Ladies Forbidden >> έτσι η λέξη GOLF εισήχθη στην Αγγλική γλώσσα.





KAI.........

13. TO 1981



1) O πρίγκιπας Κάρολος παντρεύτηκε

2) H Liverpool έγινε πρωταθλήτρια Ευρώπης

3) O Πάπας απεβίωσε



TO 2005



1) O πρίγκιπας Κάρολος παντρεύτηκε

2) H Liverpool έγινε πρωταθλήτρια Ευρώπης

3) O Πάπας απεβίωσε



Eαν ο Πρίγκιπας Κάρολος θελήσει να ξανά παντρευτεί

και η Liverpool βρεθεί πάλι στον τελικό του Champions League,

παρακαλούμε να ενημερώσετε τον Πάπα....

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος ανήκει στη χορεία των μεγαλομαρτύρων και είναι από τους λαοφιλεστέρους Αγίους της Εκκλησίας μας. Έζησε κατά τα τέλη του 3ου αιώνος μ.Χ. και τας αρχάς του 4ου επί της βασιλείας του Διοκλητιανού.
Η εποχή του υπήρξε εποχή σκληρών διωγμών και εξοντωτικών κατά της Χριστιανικής Πίστεως. Ο Γεώργιος είχε μεγάλο αξίωμα. ήτο κόμης και διακρινόταν σ' όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για την γενναιότητά του και την ανδρεία του.
Παρ' όλη τη δόξα όμως και τις τιμές δεν αρνήθηκε να θυσιάση τα πάντα και να ομολογήση με παρρησία ενώπιον του αυτοκράτορος και πολλών αρχόντων την χριστιανική του πίστιν. Υπέμεινε βασανιστήρια πολλά και φρικτά που στο τέλος τον ανέδειξαν Μεγαλομάρτυρα.
Πολλά είναι τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου. Όχι μόνον αυτά που αναφέρονται στο μικρό αυτό φυλλάδιο, αλλά και πολλά άλλα που πάντοτε και σήμερα εκτελεί σ' όσους προσφεύγουν με πίστι στις πρεσβείες του. Πολλοί ναοί τιμώνται επ' ονόματι του Αγίου Γεωργίου, δείγμα κι' αυτό της αγάπης του λαού προς τον Άγιον, και πολλοί φέρουν το όνομά του. Δείγμα τιμής από μέρους μας προς τον Άγιον, αγαπητέ αναγνώστα, είναι βέβαια και ο εορτασμός της μνήμης του και αι πανηγύρεις, αλλά πιο μεγάλο δείγμα τιμής είναι η μίμησις της αγίας ζωής του, γιατί «τιμή μάρτυρος» είναι η «μίμησις μάρτυρος». Μίμησις της ομολογίας, της μαρτυρικής, της αγίας ζωής του.


Ομολογητής ο κόμης Γεώργιος

Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στην Καππαδοκία από ευσεβείς γονείς, και έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικίαν δέκα ετών. Η μητέρα του τον έφερε μαζί της στην Παλαιστίνη όπου ήταν η Πατρίδα της και είχε και τα κτήματά της. Ο Γεώργιος καίτοι νεαρός κατατάχθηκε στο στρατό, όπου μάλιστα προήχθη σε μεγάλα αξιώματα, ώστε να παίρνη μέρος και στις συνελεύσεις των ανωτάτων αξιωματούχων του Κράτους. Ο Διοκλητιανός τον εκτιμούσε πολύ.
Από την εποχή του αυτοκράτορος Δεκίου μέχρι την εποχή που ανέλαβε τον θρόνον ο Διοκλητιανός, το 284 μ. Χ., η Χριστιανική Εκκλησία επειδή είχεν ειρήνη αυξήθηκε πάρα πολύ. Οι Χριστιανοί είχαν πάρει πολλές δημόσιες θέσεις, είχαν κτίσει πολλούς και μεγάλους ναούς, είχαν κτίσει σχολεία και είχαν οργανώσει και την διοίκηση και την διαχείρισι των εκκλησιών και της Φιλανθρωπίας.
Ο Διοκλητιανός όταν ανέλαβε τα καθήκοντά του εργάσθηκε στην αρχή για την οργάνωσι του αχανούς Κράτους του. Προσέλαβε στρατηγούς ως βοηθούς του και τους ωνόμασε αυτοκράτορας και Καίσαρας και αφού επέτυχε να υποτάξη τους εχθρούς του Κράτους του, και να σταθεροποιήση τα σύνορά του, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα. Δυστυχώς στράφηκε εναντίον της Χριστιανικής θρησκείας για ν' ανορθώση την ειδωλολατρίαν και θεοποιήση την ιδέα του αυτοκράτορος. Γι΄ αυτό λοιπόν τον λόγον εκάλεσε τους βοηθούς του Καίσαρα το 303 μ. Χ. και τους στρατηγούς στην πρωτεύουσα του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους σε τρεις γενικές συγκεντρώσεις. Μεταξύ τους βρισκόταν και ο Γεώργιος που διακρίθηκε πολλές φορές στους πολέμους.
Συγκεντρώθηκαν λοιπόν όλοι, για να πάρουν αποφάσεις για την εξόντωσι και τον αφανισμό της χριστιανικής πίστεως. Πρώτος εμίλησε ο Διοκλητιανός και επέβαλε σ' όλους ν' αναλάβουν τον εξοντωτικό αγώνα εναντίον του Χριστιανισμού. Όλοι υποσχέθηκαν ότι θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια, για να εξαλείψουν την Χριστιανική θρησκεία από το Ρωμαϊκό Κράτος. Τότε ο γενναίος Γεώργιος στάθηκε στον μέσον του συνεδρίου και είπε: Γιατί, βασιλεύ και άρχοντες, θέλετε να χύσετε αίμα δίκαιον και άγιον και να εξαναγκάσετε τους χριστιανούς να προσκυνούν και να λατρεύουν τα είδωλα; Και διεκήρυξε την αλήθεια της Χριστιανικής θρησκείας και την Θεότητα του Χριστού.
Μόλις ετελείωσε, συγχύσθηκαν όλοι με την ομολογία του αυτή, και προσπάθησαν να τον πείσουν να μετανοήση για όσα είπε για να καταπραϋνθή και ο Διοκλητιανός. Αλλά ο Γεώργιος ήταν σταθερός και με θάρρος διεκήρυττε την χριστιανικήν πίστιν του.



Στη φυλακή. Βασανιστήρια

Ωργισμένος ο Διοκλητιανός διέταξη να τον κλείσουν στην φυλακή και να του περισφίξουν τα πόδια του στο ξύλο και πάνω στο στήθος του να του βάλουν μεγάλη και βαρειά πέτρα, αφού τον ξαπλώσουν ανάσκελα.
Το άλλο πρωί ο Διοκλητιανός διέταξε να του παρουσιάσουν τον Γεώργιον, για να τον ανακρίνη. Και πάλιν ο Γεώργιος έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του, και παρ' όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις που του έδωσε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, διεκήρυττε την πίστι του και μιλούσε για τους ουράνιους θησαυρούς. Τότε, αφού ωργίσθηκε ο Διοκλητιανός, διέταξε τους δημίους να δέσουν τον Άγιον σ' ένα μεγάλον τροχόν για να κομματιασθή το σώμα του. Μάλιστα ειρωνεύθηκε την ανδρεία του Αγ. και τον κάλεσε να προσκυνήση τα είδωλα. Ο Άγιος Γεώργιος ευχαρίστησε τον Θεόν που τον αξίωνε να δοκιμασθή και δέχθηκε με ευχαρίστησι να υποστή το φοβερό αυτό μαρτύριο, με το οποίον θα κομματιαζόταν σε μικρά και λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του, επειδή γύρω - γύρω από τον τροχόν υπήρχαν μπηγμένα κοφτερά σίδερα, που έμοιαζαν με μαχαίρια. Πράγματι μόλις ο τροχός κινήθηκε, τα κοφτερά σίδερα άρχισαν να κόβουν το σώμα του. Τότε ακούσθηκε μια φωνή από τον ουρανόν που έλεγε: «Μη φοβάσαι Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου» και αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον άγιον, αφού τον έλυσε από τον τροχόν και θεράπευσε όλο το καταπληγωμένο σώμα του.
Ο Γεώργιος αφού απέκτησε το θαυμάσιο παράστημά του και με αγγελικήν όψι παρουσιάστηκε στο Διοκλητιανό που με άλλους είχε πάει να κάνη θυσία. Μόλις τον είδαν, έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μάλιστα μερικοί ισχυρίζοντο ότι είναι κάποιος που του μοιάζει, και άλλοι ότι είναι φάντασμα. Όπως εσχολίαζαν το γεγονός εμφανίσθηκαν μπροστά στο βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολεών και ο Ανατόλιος με χίλιους στρατιώτες και ωμολόγησαν την πίστι τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο που έγινε έξαλλος και διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε.
Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκον με ασβέστη και νερό και να ρίξουν μέσα τον Γεώργιον και να τον αφήσουν τρεις ημέρες και τρεις νύκτες, έτσι που να διαλυθούν και αυτά τα κόκκαλά του.
Οι δήμιοι πράγματι έρριξαν τον Άγιο στο ζεματιστό ασβέστη και έκλεισαν και το στόμιο του λάκκου. Ύστερα από τρεις ημέρες ο Διοκλητιανός έστειλε στρατιώτες ν' ανοίξουν τον λάκκο, οπότε βρήκαν τον Άγιον Γεώργιον όρθιον μέσα στον ασβέστη και προσευχόταν. Το γεγονός εντυπωσίασε και προκάλεσε θαυμασμό και ενθουσιασμό στο λαό που εφώναζε ότι «ο Θεός του Γεωργίου είναι Μεγάλος». Και ο Διοκλητιανός ζήτησε εξηγήσεις από τον Γεώργιον, πού έμαθε τις μαντικές τέχνες και πώς τις χρησιμοποιεί. Ο Γεώργιος τότε του απάντησε ότι ήταν τα γεγονότα αποτελέσματα της Θείας Χάριτος και Δυνάμεως και όχι έργα μαγείας και γοητείας.
Ο Διοκλητιανός ωργισμένος διέταξε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και να τον εξαναγκάζουν να περιπατή. Και ο άγιος προσευχόταν και περιπατούσε χωρίς να πάθη τίποτα. Πάλιν διέταξε να τον φυλακίσουν και σκέφθηκε να συγκαλέση τους άρχοντες, για να συσκεφθούν τι έπρεπε να κάμουν στον Γεώργιον. Και αφού τον έδειραν τόσον πολύ με μαστίγια και κατεπλήγωσαν ολόκληρο το σώμα του αγίου, τον παρουσίασαν στον Διοκλητιανό, ο οποίος έμεινε έκπληκτος βλέποντας τον Γεώργιον να λάμπη σαν Άγγελος. Σκέφθηκε λοιπόν, ότι αυτό το φαινόμενο γίνεται με τις μαγείες. Γι' αυτό κάλεσε τον μάγον Αθανάσιον, για να λύση τα μάγια του Γεωργίου.



Μένει αβλαβής απ' το δηλητήριον

Ήλθε πράγματι ο μάγος Αθανάσιος και κρατούσε στα χέρια του δυο πήλινα αγγεία, στα οποία υπήρχε δηλητήριον. Μάλιστα στο πρώτον υπήρχε το δηλητήριον που αν το έπινε κανείς θα τρελαινόταν και στο δεύτερο, τέτοιο, ώστε πίνοντάς το να πεθάνη.
Πράγματι ωδήγησαν τον άγιο στο Διοκλητιανό και στον μάγο Αθανάσιον. Ο βασιλεύς διέταξε να του δώσουν να πιη το πρώτον δηλητήριον. Και ο άγιος χωρίς δισταγμό ήπιε το δηλητήριον του πρώτου δοχείου αφού προηγουμένως προσευχήθηκε λέγοντας «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο ειπών καν θανάσιμόν τε πίωσιν ου μη αυτούς βλάψη θαυμάστωσον νυν τα ελέη σου». Και δεν έπαθε τίποτα απολύτως.
Μόλις είδαν ότι δεν έπαθε τίποτα, ο βασιλεύς διέταξε να του δώση ο μάγος και το δεύτερον το θανάσιμον. Το ήπιε και αυτό χωρίς να πάθη το παραμικρό. Τότε όλοι έμειναν έκπληκτοι μόλις είδαν το θαύμα αυτό. Ο Διοκλητιανός εξακολουθούσε να επιμένη ότι για να μην πεθάνη ο Γεώργιος είχε δικά του μάγια. Ο μάγος Αθανάσιος που ήξερε πόσο δραστικά ήταν τα δηλητήρια που έδωσε στον Άγιο Γεώργιο αφού εγονάτισε μπροστά στον μάρτυρα ωμολόγησε την Πίστιν του στον Αληθινόν Θεόν. Τότε ο Διοκλητιανός διέταξε και εφόνευσαν τον Αθανάσιον αμέσως. Εκείνη την στιγμή έφθασε και η γυναίκα του Διοκλητιανού Αλεξάνδρα, η οποία ωμολόγησε την πίστιν της στον Αληθινόν Θεόν. Και ο σκληρός και άκαρδος Διοκλητιανός διέταξε να την φυλακίσουν και την επομένην να της κόψουν το κεφάλι. Η Αλεξάνδρα ενώ προσευχόταν στην φυλακή παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του Θεού.



Μαρτυρικόν τέλος του Μεγαλομάρτυρος

Ο άγιος Γεώργιος κλείσθηκε στην φυλακή και την νύκτα είδε στο όνειρό του τον Χριστόν, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα πάρη τον στέφανον του μαρτυρίου και θα αξιωθή της αιωνίου ζωής. Σαν εξημέρωσε διατάχθηκαν οι στρατιώτες να παρουσιάσουν μπροστά του τον άγιον. Πράγματι ο Άγιος Γεώργιος εβάδιζε γεμάτος χαρά προς τον βασιλέα, επειδή προγνώριζε ότι έφθασε το τέλος του. Μόλις λοιπόν τον αντίκρυσε ο Διοκλητιανός του πρότεινε να πάνε στο ναό του Απόλλωνος για να θυσιάση στο είδωλόν του. Αφού μπήκε ο Γεώργιος στο ναό εσήκωσε το χέρι του και αφού έκανε το σημείο του σταυρού διέταξε το είδωλον να πέση. Αμέσως το είδωλον έπεσε και κομματιάσθηκε.
Ο ιερέας των ειδώλων και ο λαός τόσον πολύ εθύμωσαν που φώναζαν στον Βασιλέα να θανατώση τον Γεώργιον. Ο Διοκλητιανός εξέδωκε τότε διαταγήν, και ο δήμιος του απέκοψε την κεφαλήν.



Τα θαύματα του Αγίου μετά το μαρτύριον



1) Το θαύμα της μεταφοράς της κολώνας

Μια γυναίκα αγόρασε μια κολώνα και δεν μπορούσε να τη στείλη στην Ρώμη που κτιζόταν εκεί μια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είδε λοιπόν στο όνειρό της τον Άγιον ο οποίος μαζί της εσήκωσε την κολώνα και την έρριξαν στη θάλασσα. Η κολώνα βρέθηκε στη Ρώμη με μια επιγραφή, να τεθή στο δεξί μέρος της εκκλησίας.


2) Σωτηρία του αιχμαλώτου στρατιώτου

Στην Παφλαγονίαν του Πόντου τιμούσαν πολύ τον Άγιον και μάλιστα είχαν κτισθή προς τιμήν του πολλοί ναοί. Όλοι ετιμούσαν τον Άγιον τόσο ώστε κάθε οικογένεια να ονομάζη ένα από τα άρρενα παιδιά της Γεώργιον. Αυτό συνέβη και σε μια καλή και ευσεβή οικογένειαν. Εμεγάλωσε το παιδί της το οποίον ήταν φρόνιμο, ηθικό, συνετό και σε ηλικία είκοσι χρονών το κάλεσαν στον στρατόν. Στις μάχες που έγιναν εναντίον των βαρβάρων πολλοί χριστιανοί έπεσαν σε ενέδρα των βαρβάρων, μεταξύ των οποίων και ο νεαρός Γεώργιος, και άλλους κατέσφαξαν, άλλους εκράτησαν ως υπηρέτας και άλλους επώλησαν ως δούλους. Ο Γεώργιος έγινε υπηρέτης κάποιου αξιωματικού, ο οποίος τον εξετίμησε πολύ.
Οι γονείς του Γεωργίου για ένα ολόκληρο χρόνο επενθούσαν και έκλαιγαν απαρηγόρητοι για το χαμένο τους παιδί. Καθημερινά επήγαιναν στην εκκλησίαν και γονατιστοί παρακαλούσαν με θερμή πίστι τον θεόν να τους φανερώση τι απέγινε ο αγαπημένος τους υιός.
Και ο Γεώργιος από την εξορίαν του προσευχόταν στον Θεό να τον απαλλάξη από την σκλαβιά και να τον αξιώση να συναντηθή με τους αγαπημένους του γονείς. Επέρασε λοιπόν ένας χρόνος από τότε που εξαφανίσθηκε. Έφθασε μάλιστα και η γιορτή του Αγ. Γεωργίου, και οι γονείς που πάντα είχαν την ελπίδα ότι ο υιός τους ζη εκάλεσαν τους συγγενείς τους για δείπνον.
Ο αξιωματικός αφέντης του Γεωργίου εζήτησε πριν από τον δείπνον να του πλύνη τα πόδια και γι' αυτό ο Γεώργιος εζέσταινε νερό. Ολόκληρη την ημέρα ο Γεώργιος έκλαιγε και παρακαλούσε τον Άγ. Γεώργιον που γιόρταζε, να τον ελευθερώση και να τον οδηγήση κοντά στους γονείς του. Μόλις το νερό έβρασε και το έβαλε στην στάμνα και το ετοίμασε για τον κύριόν του, εμφανίσθηκε μπροστά του ο Άγ. Γεώργιος έφιππος σ' ένα άσπρο άλογο και ανέβασε τον νέον στο άλογο και αμέσως τον έφερε στο σπίτι του την ώρα που ευρίσκοντο όλοι οι καλεσμένοι στο τραπέζει. Έμειναν όλοι έκθαμβοι και όταν συνήλθαν ερωτούσαν τον Γεώργιον να τους πη πως βρέθηκε εκεί. Και εκείνος τους αφηγήθηκε το θαύμα με κάθε λεπτομέρεια. Και όλοι γεμάτοι χαρά, εδόξαζαν τον Θεόν και τον Μεγαλομάρτυρα Γεώργιον.
Υπάρχει και Βυζαντινή παράστασις του θαύματος αυτού, που έχει τον Άγιον στο άλογο και ένα νέον που κρατά την αργυράν στάμναν.


3) Το θαύμα της επιστροφής του υιού της χήρας

Ένα παρόμοιον θαύμα με το προηγούμενον είναι και αυτό με τον υιόν της χήρας.

Εις την Μυτιλήνην ήλθαν πειρατές από την Κρήτην για να κλέψουν, λεηλατήσουν και αιχμαλωτίσουν όσον το δυνατόν περισσότερους ημπορούσαν. Εσκέφθησαν να κάνουν την επιδρομή τους την ημέρα της γιορτής του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου που όλοι θα ευρίσκονταν στην εκκλησία συγκεντρωμένοι. Πράγματι οι κουρσάροι έκαναν την επίθεσίν τους και μεταξύ των αιχμαλωτισθέντων ήταν και ένας ωραιότατος νέος, ο υιός μιας πλουσίας χήρας.
Οι κουρσάροι τον εχάρισαν στον Αμμούν της Κρήτης ο οποίος τον έβαλε υπηρέτην της τραπέζης του.
Η μάνα του από τη στιγμή που χάθηκε ο γυιός της έκλαιγε και παρακαλούσε τον Θεόν και τον Άγ. Γεώργιον να της φανερώση το χαμένο της παιδί. Ο μεγαλομάρτυς Γεώργιος δεν εβράδυνε να εκπληρώση τον πόθον της πονεμένης εκείνης μάνας. Και ενώ ετοιμαζόταν ο νέος να προσφέρη στον Αμιράν κρασί, τον άρπαξε ο Άγ. Γεώργιος και τον μετέφερε στην μάνα του. Και οι δύο δεν επίστευαν στα μάτια τους για το συμβάν και όταν συνήλθαν εδόξαζαν τον Θεόν και τον Άγιον για τον παράξενον τρόπον της απελευθερώσεως.


4) Το θαύμα της ευεργεσίας του Αγίου προς το ευσεβές παιδί και η τιμωρία των ασεβών

Στην Παφλαγονία υπήρχε ένας μεγάλος Ναός προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου, και στην πλατεία του ναού τα παιδιά έπαιζαν διάφορα παιγνίδια. Ένα από τα παιδιά αυτά δεν μπορούσε να νικήση σε κανένα από τα πολλά αγωνίσματα γι' αυτό το ειρωνεύονταν και το περιγελούσαν. Τότε στράφηκε προς την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση να νικήση και υποσχέθηκε ότι θα του πρόσφερε ένα σφουγγάτον, δηλαδή φαγητό από αυγά τηγανισμένα με κρεμμύδια και μυρωδικά.
Μόλις έκανε το τάξιμο άρχισε να παλαίη με άλλα παιδιά τα οποία και ενίκησε. Αμέσως επήγε στο σπίτι του μόνος του έφτειαξε το σφουγγάτον και το έβαλε μπροστά στην εικόνα του Αγίου. Ύστερα από λίγη ώρα έφθασαν εκεί τρεις νέοι για να προσκυνήσουν και μόλις είδαν το σφουγγάτον σκέφθηκαν να το φάνε. Και είπαν μεταξύ τους: «Ο Άγιος τί τα θέλει αυτά; Μήπως πρόκειται να τα φάη;». Εκάθισαν λοιπόν και έφαγαν το σφουγγάτον στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Όταν θέλησαν να φύγουν δεν ημπορούσαν να σηκωθούν, διότι είχαν κολλήσει στα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Έκαμαν τότε φτηνά τάματα στον Άγιον για να ξεκολλήσουν αλλά τίποτα. Όταν έκαμαν ακριβό τάμα, ήτοι να δώση ο καθένας από ένα φλωρί, τότε μόνο μπόρεσαν να ξεκολλήσουν και ν' απελευθερωθούν. Μόλις λοιπόν βγήκαν από την εκκλησία και πήραν θάρρος, είπαν προς τον Άγιον: «Άγιε Γεώργιε, τα σφουγγάτα σου τα πωλείς ακριβά και γι' αυτό και εμείς τίποτα πια δεν θα αγοράσουμε από σένα».


5) Θαύμα του Μεγαλομάρτυρος στον Σαρακηνόν

Κάποιος Σαρακηνός ταξειδιώτης, (ανεψιός του βασιλιά της Συρίας), σαν είδε την θαυμάσια εκκλησία του Αγ. Γεωργίου διέταξε τους υπηρέτες του να μεταφέρουν τις αποσκευές τους και να τις βάλουν στο νάρθηκα της εκκλησίας επειδή θα διέμεναν εκεί για να ξεκουραστούν και ύστερα θα συνέχιζαν το δρόμο τους. Όμως απήτησε να βάλουν και τας δώδεκα καμήλους μέσα στην εκκλησία. Οι ιερείς της εκκλησίας τον παρεκάλεσαν να μη βεβηλώση την εκκλησία τους. Αλλ' αυτός επέμενε και ανέβηκε σ' ένα ψηλό σημείο του ναού για να τις βλέπη και να τις παρακολουθή. Όταν τις ωδήγησαν λοιπόν στην εκκλησία αμέσως απέθαναν όλες. Και τότε το θαύμα διαδόθηκε και αποδόθηκε στον Άγιον Γεώργιον. Και ο Σαρακηνός εντυπωσιάσθηκε και ζήτησε να τις βγάλουν έξω και να τις θάψουν. Έμεινε στην εκκλησία μέχρι που ήλθε το πρωί ο ιερεύς για να λειτουργήση. Παρακολούθησε τότε ο Σαρακηνός τις κινήσεις του ιερέα και κατά την ώρα της μετουσιώσεως των Τιμίων Δώρων, είδεν, ότι ο ιερεύς αφού επήρε στα χέρια του ένα μικρό παιδί το έσφαξε, και το αίμα του χύθηκε στο άγιο Ποτήριον, και το σώμα του αφού το έκοψε σε μικρά τεμάχια το έβαλε στον ιερό δίσκο. Όταν ετελείωσε το Κοινωνικόν και είδε ο Σαρακηνός τον ιερέα να μεταδίδη στο λαό τις σάρκες και το αίμα του παιδιού, εθύμωσε πολύ. Ύστερα από αυτήν την οπτασία ο Σαρακηνός εζήτησε να μάθη λεπτομέρειες και να πάρη εξηγήσεις για τα όσα συνέβηκαν. Και ο ιερέας του εξήγησε σχετικά με την θείαν Ευχαριστίαν και ακόμη του είπε, ότι αξιώθηκε να δη ένα όραμα που μόνον οι Μεγάλοι Πατέρες είδαν. Εγώ, του λέει ο ιερέας, δεν αξιώθηκα ποτέ να δω το φρικτό αυτό Μυστήριον και βλέπω μόνον άρτον και οίνον. Εξήγησε κατόπιν στον άρχοντα Σαρακηνόν το θαυμαστό Μυστήριον. Τότε ο Σαρακηνός θέλησε να βαπτισθή, γιατί πλέον είχε πιστέψει ότι η χριστιανική πίστις ήταν η πιο σωστή και αληθινή. Ο ιερέας τότε του είπε να πάη στα Ιεροσόλυμα να βαπτισθή, γιατί όταν θα το επληροφορείτο ο θείος του Σαρακηνού, που ήταν βασιλιάς της Συρίας, θα τον εσκότωνε, θ' άρχιζε φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών και θα κατέστρεφε και όλες τις εκκλησίες. Έτσι λοιπόν ο Σαρακηνός επήγε στην Ιερουσαλήμ όπου υπήρχε άλλος ηγεμόνας και εβαπτίσθη από τον Πατριάρχην. Ύστερα μάλιστα από λίγες ημέρες συμβουλεύθηκε τον Πατριάρχη τι έπρεπε να κάνη για να σωθή. Τότε ο Πατριάρχης τον συνεβούλεψε να γίνη Μοναχός στο όρος Σινά. Πράγματι επήγε στο Σινά και έγινε Μοναχός.
Υστερα από τρία χρόνια επήρε άδεια από τον Ηγούμενόν του και έφυγε για να συναντήση τον ιερέα του Αγ. Γεωργίου που τον είχε συμβουλεύσει να βαπτισθή. Όταν έφθασε εκεί, ο ιερέας δεν τον ανεγνώρισεν. Αφού του απεκάλυψε ποίος ήταν του εξέφρασε την επιθυμίαν και τον πόθον να ιδή τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Ο ιερέας τότε εδόξασε τον Θεόν και του είπε: «Πήγαινε τέκνον μου στο θείο σου Αμιράν και ωμολόγησε την πίστιν σου τόσον σ' αυτόν όσον και σ' όλους τους Σαρακηνούς». O Μοναχός όταν άκουσε τα λόγια του θεοσεβούς ιερέως εσυγκινήθη και εξεκίνησε αμέσως να πάη στην πόλιν, όπου ο θείος του ήταν Άρχοντας. Όταν έφθασε λοιπόν εκεί περίμενε να νυκτώση και ανέβηκε στον μιναρέ του τζαμιού και άρχισε να φωνάζει: «Τρέξετε εδώ, Σαρακηνοί, διότι έχω να σας πω ένα λόγο». Τότε οι Σαρακηνοί έτρεξαν με λαμπάδες και όταν είδαν τον Μοναχόν ερώτησαν τι είχε να τους πη. Ο Μοναχός τους είπε: «Με ερωτάτε τι έχω να σας πω; Λοιπόν σας ερωτώ: Πού είναι ο ανεψιός του Αμιρά που έφυγε κρυφά;» Εκείνοι του απήντησαν: «Αν μας πης που ευρίσκεται θα σου δώσουμε όσα λεπτά θέλεις». Ο Μοναχός τους είπε: «Οδηγήστε με στον Αμιράν για να σας το πω».
Αφού άρπαξαν λοιπόν τον Μοναχόν με μεγάλη χαρά τον ωδήγησαν στον Αμιράν λέγοντες: «Αυτός ο Μοναχός γνωρίζει που είναι ο ανεψιός σου». Ο Αμιράς τότε ρώτησε αν στα αλήθεια ξέρη που ευρίσκεται. Και εκείνος του απεκρίθη: «Ναι, τον ξέρω. Εγώ ο ίδιος είμαι. Όμως τώρα είμαι Χριστιανός και πιστεύω στον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγ. Πνεύμα, την μία Θεότητα και ομολογώ ότι ο Υιός του Θεού εσαρκώθη εκ της Αειπαρθένου Μαρίας και έκαμε στο κόσμο μεγάλα και θαυμάσια και εσταυρώθη και τη Τρίτη ημέρα ανέστη και ανελήφθη στους ουρανούς και εκάθησε εν δεξιά του Θεού και Πατρός και μέλλει να έλθη να κρίνη ζώντας και νεκρούς». Μόλις ήκουσε αυτό ο θείος του ο Αμιράς εξεπλάγη και του είπε: «Τι έπαθες ταλαίπωρέ μου να αφήσης το σπίτι σου, τα πλούτη σου, την δόξαν σου και να περπατής έτσι περιφρονημένος σαν ζητιάνος; Επίστρεψε λοιπόν στη θρησκεία σου και παραδέξου ως προφήτην σου τον Μωάμεθ για να γυρίσης πάλιν στην πρώτην σου κατάστασι». Ο Μοναχός τότε του είπε: «Όσα καλά είχα όταν ήμουν Σαρακηνός, ήταν μερίδα του διαβόλου. Αυτό το τρίχινον ένδυμα που φορώ τώρα είναι τα καύχημα και ο πλούτος μου και κυρίως ο αρραβών της δόξης που πρόκειται ν' απολαύσω για την αληθινήν πίστιν του Χριστού μου. Τον Μωάμεθ που σας επλάνεψε, καθώς και την θρησκείαν του, αναθεματίζω και αποστρέφομαι εντελώς».
Όταν ήκουσε αυτά ο Αμιράς είπε προς τους παρευρισκομένους Σαρακηνούς ότι ο ανεψιός του έχασε τα λογικά του και να τον διώξουν. Αυτό βέβαια το έκανε για να τον γλυτώση από το νόμο που προέβλεπε για τους υβριστές της θρησκείας θανατική ποινή. Εκείνοι μόλις ήκουσαν τον Αμιράν είπαν: «Αφήνεις ελεύθερον αυτόν που ύβρισε τον προφήτην και την θρησκείαν μας; Ας αρνηθούμε και εμείς λοιπόν την θρησκείαν μας και ας γίνωμε Χριστιανοί». Ο Αμιράς επειδή εφοβήθη τον όχλον μήπως εξαγριωθή περισσότερον, έδωκε την άδεια να τον κάνουν ό,τι θέλουν. Εκείνοι τον άρπαξαν ενώ έτριζαν τα δόντια τους με λύσσα και αφού τον ωδήγησαν έξω από την πόλιν, τον ελιθοβόλησαν ενώ εκείνος προσευχόταν και ευχαριστούσε τον Θεόν, γιατί τον ηξίωνε να μαρτυρήση για το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αυτό ήταν το τέλος του θαρραλέου ομολογητού Μοναχού ο οποίος εστεφανώθη με τον στέφανον του Μαρτυρίου.
Κάθε νύκτα πάνω από τον σωρό των πετρών φαινόταν ένα άστρον λαμπρόν και εφώτιζε τον τόπον εκείνον. Οι Σαρακηνοί μάλιστα εθαύμαζαν για το γεγονός. Ύστερα από αρκετό καιρό ο Αμιράς έδωκε άδεια στους Χριστιανούς να βγάλουν το άγιο λείψανον του Μάρτυρος από τις πέτρες για να το ενταφιάσουν. Όταν λοιπόν εσήκωσαν τις πέτρες βρήκαν το λείψανον σώον και αβλαβές και ανέδιδε ευωδίαν. Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια το ενεταφίασαν με ύμνους και ψαλμωδίες δοξάζοντες τον Κύριον.


6) Το θαύμα του δράκοντος

Στην Ανατολική επαρχία της Ατταλείας και στην πόλι Αλαγία εβασίλευε κάποιος Σέλβιος που ήταν πολύ χριστιανομάχος. Είχε βασανίσει πολλούς χριστιανούς για ν' αρνηθούν την πίστι τους και έπειτα τους εφόνευε.
Κοντά στην πόλι υπήρχε ένας δράκοντας φοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα κατέτρωγε. Οι κάτοικοι είχαν πανικοβληθή και απέφευγαν να περνούν απ' εκεί. Κάποτε ο βασιλιάς συνεκέντρωσε τον στρατό του και πήγαν για να σκοτώσουν το άγριο θηρίο. Όμως τίποτα δεν επέτυχαν και επέστρεψαν άπρακτοι.
Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώση τον δράκοντα, πήγαν να τον ερωτήσουν γιατί δεν μπόρεσε να βρη τρόπους να εξοντώση το φοβερό θηρίον. Τότε ο βασιλιάς ύστερα από συμβουλήν που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων, είπε προς το πλήθος: «Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε αρκετές φορές να φονεύσωμε το θηρίον και δεν το κατορθώσαμε, γιατί έτσι ήταν το θέλημα των θεών. Τώρα λοιπόν κατά την εντολή τους θα πρέπει ο καθένας μας να στέλνη το παιδί του για να το τρώγη ο δράκοντας. Ακόμα και εγώ θα στείλω την μοναδική μου κόρη, όταν θα έλθη η σειρά της». Έτσι λοιπόν ο λαός υπήκουσε στη διαταγή του βασιλιά γιατί δεν ημπορούσε να κάνη και διαφορετικά. Έστελναν λοιπόν τα παιδιά τους με δάκρυα και με θρήνους για να καταβροχθίζωνται από το θηρίον.
Όταν ήλθε και η σειρά της κόρης του βασιλιά ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές. Ο βασιλιάς κτυπούσε το στήθος του, το πρόσωπόν του, τραβούσε τα γένεια του και με λυγμούς έλεγε: «Αλλοίμονον σε μένα τον ταλαίπωρον! Τι να πρωτοκλάψω γλυκύτατόν μου παιδί; Τον χωρισμόν μας ή τον ξαφνικόν σου θάνατον που πρόκειται να ίδω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμον που σε λίγο θα νοιώσης καθώς θα σε κατασπαράζη το άγριο θηρίο; Αλλοίμονον, κόρη μου, που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και επερίμενα την ώραν που θα εώρταζα τους χαρούμενους γάμους σου. Πού θα βρω πια παρηγοριά και πώς θα ζήσω μακρυά σου; Τι τη θέλω την ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;» Αυτά έλεγε ο απαρηγόρητος βασιλιάς. Έπειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε: «Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητώ να με ελεήσετε και να με συμπονέσετε. Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε, και ακόμη την βασιλείαν μου, αλλά να μου κάνετε μίαν χάρι. Να μου χαρίσετε το αγαπημένο και μονάκριβο παιδί, αλλοιώς αφήστε με κι εμένα να πάω μαζί της». Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλιά γιατί αυτός ήταν που εξέδωσε διαταγή, για να βρίσκουν τα παιδιά τους τέτοιο οικτρό τέλος. Έτσι με μια φωνή όλοι του είπαν ότι έπρεπε να εφαρμοσθή και στο παιδί του η διαταγή του.
Μη μπορώντας να κάνη διαφορετικά ο βασιλιάς την συνώδευσε μέχρι την πύλη της πόλεως. Αφού την αγκάλιασε και την κατεφίλησε κλαίοντας την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσουν κοντά στην λίμνη. Πράγματι οι άνθρωποι την άφησαν εκεί και έφυγαν. Ο λαός έβλεπε μέσα από τα τείχη την κόρη που καθόταν κοντά στη λίμνη και επερίμενε να έλθη το θηρίον για να την κατασπαράξη.
Εκείνον τον καιρό ο Μέγας Γεώργιος, που δεν είχε ακόμη ομολογήσει την Χριστιανικήν του πίστιν, ήτο κόμης και αρχηγός στρατιωτικής μονάδος στο στράτευμα του Διοκλητιανού. Επέστρεφε μάλιστα στην Καππαδοκία από ένα πόλεμον που συνεξεστράτευσε με τον Διοκλητιανόν. Κατ' οικονομίαν Θεού επέρασε και από την λίμνην και όταν είδε το νερό θέλησε να ποτίση τον ίππον του και να ξεκουρασθή και ο ίδιος. Όταν είδε την κόρη να κλαίη ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμον την επλησίασε και την ερώτησε γιατί έκλαιγε και ακόμη ποιος ήταν ο λόγος που την παρακολουθούσε ο λαός μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του διηγηθή τα όσα συνέβησαν και τα όσα επρόκειτο να συμβούν και τον παρεκάλεσε να ιππεύση τον ίππον του και να φύγη όσον πιο σύντομα ημπορούσε, γιατί κινδύνευε να χάση την ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος». Ο Άγιος επέμενε να μάθη τι της συνέβη. Και αυτή του είπε: «Είναι μακρά η αφήγησις, κύριέ μου, και δεν μπορώ να σου διηγηθώ τα καθέκαστα αυτήν την ώρα. Μόνον σου λέγω και σε παρακαλώ να φύγης τώρα αμέσως για να μην θανατωθής μαζί μου άδικα». Και ο άγιος της είπε: «Πες μου την αλήθεια, γιατί κάθεσαι εδώ και ορκίζομαι στον Θεό που πιστεύω εγώ, ότι δεν θα σε αφήσω μόνη, αλλά θα σε ελευθερώσω από τον θάνατον. αλλοιώς θ' αποθάνω μαζί σου».
Τότε η κόρη εστέναξε πικρώς και διηγήθη στον άγιον τα όσα συνέβησαν. Αφού άκουσε ο άγιος τα γεγονότα ερώτησε την κόρην: «Ο πατέρας σου και η μητέρα σου και ο λαός σε ποιόν θεόν πιστεύουν;» Και εκείνη απεκρίθη: «Πιστεύουν στον Ηρακλή και στην μεγάλη θεάν Άρτεμιν». Ο Άγιος τότε της είπε: «Από σήμερα να μη φοβάσαι ούτε και να κλαις. Μόνον πίστεψε στον Χριστόν που πιστεύω εγώ και θα δης την δύναμιν του Θεού μου». Η βασιλοπούλα απήντησε στον άγιον: Πιστεύω, κύριέ μου, μ' όλη μου την ψυχή και μ' όλη μου την καρδιά». Ο άγιος συνέχισε: «Έχε θάρρος στο θεό που εδημιούργησε τον ουρανό και την γην και την θάλασσα διότι ο Χριστός πρόκειται να καταργήση την δύναμιν του θηρίου και θα ελευθερωθούν και ακόμη θα διώξουν το φόβο του θηρίου όλοι οι κάτοικοι του τόπου αυτού. Μείνε λοιπόν εδώ και μόλις ιδής το θηρίον να έρχεται, φώναξέ με».
Τότε ο Άγιος έκλινε τα γόνατά του στη γη και αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό προσευχήθηκε λέγοντας: «Ο Θεός ο Μέγας και Δυνατός, ο καθήμενος επί των Χερουβίμ και επιβλέπων αβύσσους, ο ων ευλογητός και διαμένων εις τους αιώνας, Συ γνωρίζεις τας καρδίας ότι είναι μάταιες. Συ, Φιλάνθρωπε Δέσποτα, ο των προαιωνίων θαυμασίων Θεός, τον οποίον ούτε έννοια ημπορεί να συλλάβη ούτε λόγος να ερμηνεύση επίβλεψον και τώρα επ' εμέ τον ταπεινόν και φανέρωσέ μου τα ελέη σου. Υπόταξε υπό τους πόδας μου το πονηρόν αυτό θηρίον, για να γνωρίσουν όλοι ότι υπάρχεις μαζί μου και είσαι Συ ο μόνος θεός και εκτός από εσένα άλλος δεν υπάρχει». Τότε ηκούσθη φωνή από τον ουρανόν η οποία έλεγε: «Εισηκούσθη η δέησίς σου, Γεώργιε, και κάνε όπως θέλεις, διότι εγώ θάμαι πάντοτε μαζί σου». Μόλις ετελείωσε την προσευχή ο Άγιος εφάνη το άγριο θηρίον. Όταν το είδε η κόρη εφώναξε: «Αλλοίμονόν μου, κύριέ μου. Έρχεται το θηρίο για να με κατασπαράξη».
Τότε ο Άγιος έτρεξε για να συναντήση το θηρίον. Ήτο το θηρίον φοβερόν. Έβγαζε από τα μάτια του φωτιά και ήταν τόσο εξαγριωμένο και απαίσιον ώστε παρουσίαζε ένα θέαμα φοβερόν. Αμέσως ο Άγιος έκαμε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και είπε: «Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρι μου, που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό για να πιστέψη ο λαός στο όνομά Σου το Άγιον». Έτσι και έγινε. Ο φοβερός δράκοντας με τα μεγάλα δόντια έπεσε στα πόδια του ίππου του αγίου και ενώ κυλιόταν, εβρυχάτο. Μόλις η βασιλοπούλα είδε το θέαμα αυτό ένοιωσε μεγάλη χαράν. Και ο Άγιος της είπε: «Βγάλε την ζώνη σου και δέσε μ' αυτήν τον δράκοντα από τον λαιμόν». Αμέσως τότε η κόρη άφοβα έβγαλε την ζώνην της και έδεσε τον δράκοντα, και ευχαριστούσε τον Άγιον που την εγλύτωσε από τον βέβαιον θάνατον. Ο Άγιος αφού ανέβηκε στο άλογό του είπε προς την βασιλοπούλα: «Σύρε τον δράκοντα με την ζώνη σου μέχρι την πόλι».
Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενον συμβάν ότι δηλαδή μια κόρη σύρει τον δράκοντα δεμένον, ετράπησαν σε φυγήν. Ο Άγιος Γεώργιος τους εφώναξε: «Μη φοβείσθε, σταθήτε και θα δήτε την δόξαν του Θεού και την σωτηρία σας». Τότε εσταμάτησαν όλοι απορημένοι και επερίμεναν να δουν τι θα τους δείξη. Τους προέτρεψε λοιπόν να πιστέψουν στον Αληθινόν Θεόν και αυτοί δέχτηκαν με χαρά. Αφού εσήκωσε το χέρι του εκτύπησε με το ακόντιον τον δράκοντα και το φοβερό τέρας εσκοτώθη. Έπειτα αφού επήρε από το χέρι την βασιλοπούλα την παρέδωσε στον βασιλιά. Όλοι ένοιωσαν μεγάλη και ανέκφραστη χαρά και αφού εγονάτισαν, καταφιλούσαν τα πόδια του Αγίου και ευχαριστούσαν τον Πανάγαθον Θεόν, διότι τους ελευθέρωσε από το θηρίο κι έτσι σταμάτησε η θυσία των παιδιών τους.
Ο Άγιος Γεώργιος εκάλεσε από κάποια πόλι της Αντιοχείας τον Επίσκοπον Αλέξανδρον και εβάπτισε τον βασιλιά και τους άρχοντας και ολόκληρο τον λαόν. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες εβάπτισε σαρανταπέντε χιλιάδες.
Αφού λοιπόν εβαπτίσθηκαν όλοι και έγινε μεγάλη χαρά στη γη και στον ουρανόν έκτισαν και μια μεγάλη εκκλησία επ' ονόματι του τρισυποστάτου Θεού. Ο Άγιος επήγε να την ιδή. Μόλις μπήκε στο Άγ. Βήμα και προσευχήθηκε εβγήκε πηγή αγιάσματος και σκορπίσθηκε ευωδία στο Ναό. Η πηγή αυτή σώζεται μέχρι σήμερα.


Ο Διάβολος του στήνει ενέδρα

Ο Άγιος αφού απεχαιρέτησε τον βασιλέα και τον λαόν έφυγε για την πατρίδα του Καππαδοκία. Στο δρόμο του τον συνάντησε ο διάβολος μετασχηματισμένος σε μορφή ανθρώπου. Εκρατούσε και δύο ραβδιά πάνω στα οποία στηριζόταν σαν γέρος. Φαινόταν μάλιστα σαν νικημένος και καταφρονημένος στρατιώτης. Είπε λοιπόν με ταπείνωσιν προς τον Άγιον: «Χαίρε Γεώργιε». Ο Άγιος αμέσως αντελήφθη ότι επρόκειτο περί διαβόλου και του είπε: «Ποιος είσαι και πως με ξέρεις; Εάν δεν ήσουνα πονηρός διάβολος δεν θα ημπορούσες να με ξέρης, εφ' όσον ποτέ δεν μ' έχεις ξαναδεί». Ο διάβολος είπε: «Πώς τολμάς να υβρίζης τους Αγγέλους του Θεού και ρωτάς ποιος είμαι εγώ; Μάθε να μιλάς καλά». Ο Άγιος τότε απεκρίθη: «Αν είναι έτσι όπως μου τα λες και είσαι Άγγελος ακολούθησέ με. Αν όμως είσαι πνεύμα πονηρόν να μην μετακινηθής από τη θέση σου». Μόλις ετελείωσε τον λόγο του αυτό ο Άγιος, ο διάβολος βρέθηκε δεμένος και εφώναξε δυνατά: «Αλλοίμονόν μου! Τι κακή ώρα ήταν αυτή που σε συνάντησα! Τι κακόν έπαθα να πέσω στα χέρια σου ο ταλαίπωρος!».
Ο Άγιος βεβαιώθηκε ότι ήταν πνεύμα πονηρόν και του είπε: «Σε ορκίζω στο Θεό, να μου πης τι επρόκειτο να μου κάνης». Και ο δαίμονας είπε: «Εγώ, Γεώργιε, είμαι από το δεύτερον τάγμα του σατανά και όταν ο Θεός έκαμε τον ουρανόν και διεχώριζε την γην από τα ύδατα ήμουνα παρών. Εγώ έκαμα φοβερές βροντές και αστραπές, εγώ έδεσα κεφαλές και τώρα εξ αιτίας της υπερηφάνειάς μου κατάντησα κάτω στον Άδη και έγινα δαίμονας. Αλλοίμονόν μου, Γεώργιε, γιατί ζήλεψα την χάριν που σου δόθηκε και ήλθα να σε παραπλανήσω να με προσκυνήσης. Αλλά επλανήθηκα και απατήθηκα. Αλλοίμονόν μου τι κακόν εζήτησα να πάθω και δεν ημπορώ να λυθώ! Σε παρακαλώ, Γεώργιε, ενθυμήσου την προηγούμενή μου ευτυχία και μην με αφήσης να επιστρέψω στην άβυσσον γιατί σου τα είπα όλα». Τότε ο Άγιος αφού ύψωσε τα χέρια στον ουρανόν είπε: «Σ' ευχαριστώ, Κύριέ μου, διότι μου παρέδωκες στα χέρια μου τον πονηρόν δαίμονα, ο οποίος πρόκειται να σταλή σε σκοτεινόν τόπον για να τιμωρήται αιώνια». Μόλις είπε αυτά ο Άγιος επετίμησε και απέλυσε το πονηρόν πνεύμα.
Έκτοτε ο Άγιος προεγνώρισεν ότι είναι θέλημα Θεού να μαρτυρήση για την αγάπη του Χριστού. Έτσι επήγε στον Διοκλητιανόν όπου με θάρρος διεκήρυξε την πίστιν του και εμαρτύρησε δίνοντας το αίμα του για την αγάπη του Χριστού.



Περί των θαυματουργών εικόνων του Αγίου Γεωργίου εν τη Ιερά Μονή του Ζωγράφου εν Αγίω Όρει ευρισκομένων

α) Περί της εκ της Μονής Φανουήλ θαυμασίως μεταφερθείσης

Επί της βασιλείας του Λέοντος Σοφού (886-912) ήσαν τρεις γνήσιοι αδελφοί, Μωϋσής, Ααρών και Βασίλειος και η καταγωγή τους ήταν από την μεγαλούπολι Λιγχίδα η οποία μετωνομάσθηκε αργότερα σε Όχριδα. Αυτοί λοιπόν απεφάσισαν να εγκαταλείψουν τον κόσμον, τον πλούτον, την δόξαν και να πάρουν το Αγγελικό Σχήμα. Έφθασαν στο Άγιον Όρος και αφού βρήκαν ήσυχον τόπον κατεσκεύασαν τρεις σκηνές όπου έμειναν γι' αρκετό διάστημα και συνηντώντο μόνο την Κυριακήν. Διεδόθη λοιπόν η φήμη της αρετής τους και γι' αυτό πολλοί προσήρχοντο κοντά τους και δεν έφευγαν.
Βρήκαν και ένα χώρο όπου έκτισαν Μοναστήρι. Αφού έκτισαν και τον Ναόν εσκέπτοντο πώς να τον ονομάσουν. Άλλοι έλεγαν να τον αφιερώσουν στον Άγιο Νικόλαο, άλλοι στον Άγιο Κλήμεντα Αρχιεπίσκοπον Αχρίδος που ήταν και συμπατριώτης τους και ο καθένας λοιπόν ήθελε να δώση στο ναό το όνομα του Αγίου που έτρεφε μεγαλυτέραν ευλάβειαν. Επειδή λοιπόν δεν συμφωνούσαν απεφάσισαν να προσφύγουν δια της προσευχής στο Θεό και να δεηθούν ώστε Αυτός να αποφασίση και διατάξη σε ποιόν από τους Αγίους Του θα αφιερώσουν τον Ναόν και ποια εικόνα θα ζωγραφίσουν στην σανίδα που ετοίμασαν. Προσευχήθηκαν λοιπόν και οι τρεις ο καθένας στο ησυχαστήριό του. Κατά την διάρκεια που προσηύχοντο διεχύθη από τον νεόκτιστον Ναόν ένα ασυνήθιστον φως λαμπρότερον από τις ακτίνες του ηλίου γύρω από τα κελλιά των μοναχών. Οι μοναχοί κατελήφθησαν από φόβον και απορία και έμειναν προσευχόμενοι ολόκληρη την νύκτα.
Την επομένη το πρωί όταν κατέβηκαν οι μοναχοί στην Εκκλησίαν είδαν με θαυμασμό ότι στη σανίδα που ετοίμασαν να ζωγραφίσουν, εζωγραφήθη η εικόνα του Αγ. Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου. Απ' αυτήν μάλιστα έβγαινε η λάμψις που εφώτιζε τα ταπεινά ησυχαστήρια. Έτσι λοιπόν αφιερώθη η εκκλησία στον Άγιο Γεώργιον και η Μονή ωνομάσθη του Ζωγράφου.
Η θαυματουργική εικόνα υπήρχε στην Μονή του Φανουήλ που βρίσκεται στη Συρία κοντά στη Λύδδα. Κατά την μαρτυρία του Καθηγουμένου της Μονής Φανουήλ, Ευστρατίου, όταν κάποτε ο Θεός ηθέλησε και δικαίως, να τιμωρήση την Συρία και να την παραδώση στους Σαρακηνούς, η ζωγραφιά της εικόνος ξαφνικά απεχωρίσθη από την σανίδα και αφού ανυψώθη κρύφτηκε σε άγνωστον μέρος. Οι μοναχοί τότε επειδή εφοβήθηκαν και ελυπήθηκαν από το θαύμα, αφού εγονάτισαν προσηύχοντο στο Θεό θερμά και με δάκρυα και τον παρακαλούσαν να τους αποκαλύψη που εκρύβη το πρόσωπον του Αγ. Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου. Ο Πανάγαθος Θεός άκουσε την δέησιν των Μοναχών γι΄αυτό και παρουσιάσθηκε στον Καθηγούμενον Ευστράτιον ο Άγ. Γεώργιος, ο οποίος του είπε: «Μη λυπείσθε για μένα. Εγώ βρήκα για τον εαυτόν μου Μονήν της Παναγίας στον Άθω. Εάν θέλετε σπεύσετε και σεις προς τα εκεί γιατί η οργή του Κυρίου είναι έτοιμη να πέση στην διεφθαρμένη Παλαιστίνη και σχεδόν σ' όλη την οικουμένη εξ αιτίας των αμαρτιών των Χριστιανών».
Αφού συνεκέντρωσε όλους τους Μοναχούς ο Καθηγούμενος τους ανακοίνωσε τα συμβάντα. Έπειτα εκάλεσε και τους εγκρίτους της πόλεως Λύδδης, τους ανήγγειλε τα όσα συνέβησαν περί της αγίας εικόνος και τους παρήγγειλε τα εξής: «Εμείς φεύγουμε για την αγία Πόλιν της Ιερουσαλήμ για να προσκυνήσουμε τον Άγιον Τάφον του Κυρίου και ας γίνη το θέλημά Του. Εσείς εγκατασταθήτε στη Μονή για να την προφυλάξετε.
Με δάκρυα και με λύπη έπειτα ξεκίνησαν. Αφού έφθασαν στην Ιόππη βρήκαν πλοίον και ανεχώρησαν για το Όρος Άθω. Ύστερα από αρκετές ημέρες έφθασαν και επήγαν στην Μονή Ζωγράφου. Όταν μπήκαν στο Ναό, προς θαυμασμόν και έκπληξίν τους, είδαν την ζωγραφιά του Αγ. Γεωργίου, που είχαν στη Μονή Φανουήλ, νάναι προσκολλημένη χωρίς καμμιά αλλοίωσιν σε μια νέα σανίδα. Τότε με συγκίνησι και δάκρυα εγονάτισαν μπροστά στην εικόνα και έλεγαν: «Γιατί μας προξένησες τόση λύπη, Μεγαλομάρτυς Γεώργιε;» Οι Μοναχοί της Ζωγράφου απορούσαν, γιατί συνέβαιναν όλα αυτά τα παράξενα. Όμως εκείνοι τους διηγήθηκαν τα συμβάντα και όλοι εδόξαζαν ολοψύχως τον Κυρίον και τον Άγ. Γεώργιον. Τον Καθηγούμενον Ευστράτιον τον έκαμαν Ηγούμενόν τους.
Από τότε άρχισαν να γίνωνται από την αγίαν εικόνα πολλά θαύματα γι' αυτό και ο κόσμος επήγαινε στη Μονή Ζωγράφου, να προσκυνήση τον Τροπαιοφόρον Γεώργιον. Η φήμη των θαυμάτων έφθασε μέχρι και τον βασιλέα Λέοντα Σοφόν, ο οποίος ήτο πολύ ευσεβής. Μάλιστα απεφάσισε να πάη αυτοπροσώπως στο Άγιον Όρος για να προσκυνήση και να ευφρανθή πνευματικώς με τις ψυχωφελείς συζητήσεις που θα έκανε με τους ασκητάς Μωϋσή, Ααρών και Βασίλειον που έγιναν ξακουστοί για την αρετή τους. Ύστερα από τον Λέοντα επεσκέφθη την Μονή και ο βασιλιάς των Βουλγάρων Ιωάννης από το Τίρνοβον. Με την πλουσία βοήθεια αυτών άρχισε να κτίζεται η μεγαλοπρεπής Μονή του Ζωγράφου. Αργότερα η Ιερά Μονή κατεδαφίσθη από τους βαρβάρους και τους πειρατές. Η υφιστάμενη Μονή κτίσθηκε από τον Ηγεμόνα της Μολδαυΐας Στέφανον.
Η αγία εικόνα έχει μέχρι σήμερα το άκρον του δακτύλου ενός Επισκόπου που χαρακτηριζόταν για την ολιγοπιστίαν του ως προς την θαυματουργικήν δύναμι της εικόνος. Ο Επίσκοπος αυτός καταγόταν, κατά την παράδοσι, απ' τα Βοδενά (Έδεσσα) και όταν άκουσε για τα θαύματα της εικόνος θέλησε μαζί με την συνοδεία του να πάη να διαπιστώση εάν πράγματι ήσαν αληθινά τα όσα διεδίδοντο ή ήσαν εφευρέσεις των Μοναχών, για λόγους φιλοχρηματίας. Όταν έφθασε στο Άγιον Όρος επήγε και στην Μονή του Ζωγράφου όπου οι εκεί Μοναχοί τον υποδέχθηκαν με την πρέπουσαν τιμήν. Εν συνεχεία τον ωδήγησαν στον Ναόν για να προσκυνήση τον Άγ. Γεώργιον. Αλλ' ο Επίσκοπος αντί να φανή ταπεινός και σεμνός εξ αιτίας και του επισήμου σχήματός του εφάνη υπερήφανος και ολιγόπιστος. Αφού με αδιαφορία είδε τον Ναόν στάθηκε μπροστά στην εικόνα του Αγ. Γεωργίου και με αλαζονικόν ύφος είπε προς τους Μοναχούς: «Ώστε αυτή είναι η θαυματουργός εικόνα του Αγ. Γεωργίου;». Και άγγιξε με τον δάκτυλόν του την παρειά του Αγίου. Αμέσως όμως το δάκτυλόν του εκόλλησε στην εικόνα και μάταια προσπαθούσε να τον ξεκολλήση. Η αγωνία του και ο φόβος του εμεγάλωνε όσο αγωνιζόταν και εδοκίμαζε να τον ξεκολλήση. Κάθε φοράν που προσπαθούσε να το αποχωρήση από την εικόνα ένοιωθε και πόνους γιατί το δάκτυλό του είχε κολλήσει πολύ δυνατά. Στο τέλος ο δυστυχής Επίσκοπος δέχθηκε, παρά την θέλησίν του, να του κόψουν ύστερα από επέμβασιν τον δάκτυλόν του και έτσι έμαθε καλά εξ ιδίας πείρας την γνησιότητα, την αλήθεια και την δύναμιν των θαυμάτων του ενδόξου Τροπαιοφόρου Γεωργίου.
Η εικόνα του Αγ. Γεωργίου είναι στολισμένη με αργυρούν ένδυμα το οποίον κατεσκευάσθη στην Πετρούπολι, τη ευλογία του Μητροπολίτου Σεραφείμ, καθώς αναγράφεται και στο κράσπεδον του κάτω μέρους του ενδύματος. Η αγιογράφησις της εικόνος είναι Βυζαντινή, αλλά εξ αιτίας της παρόδου του χρόνου είναι σκοτεινή.


β) Περί της εικόνος που ήλθε μέσω θαλάσσης από την Αραβίαν

Υπάρχει κοντά στον κίονα του αριστερού χορού που ευρίσκεται η εικόνα του Αγ. Γεωργίου η εξής χειρόγραφος διήγησις.
Η αγία εικόνα ήλθε από την Αραβίαν και βρέθηκε στο λιμάνι της Μονής Βατοπαιδίου. Η απροσδόκητη άφιξις της εικόνος προκάλεσε ταραχή και θόρυβον στο Άγ. Όρος. Διότι η φήμη ξαπλώθηκε γρήγορα και συνέρρεαν μοναχοί απ' όλα τα Μοναστήρια για να προσκυνήσουν την αγίαν εικόνα που με θαύμα εφανερώθη στο λιμάνι. Μάλιστα κάθε Μοναστήρι επεδίωκε ν' αποκτήση τον θησαυρό αυτό και οι Γέροντες ηρνούντο να την δώσουν στην Μονή Βατοπαιδίου. Τελικά απεφάσισαν να βάλουν κλήρον και να δεχθούν την απόφασι της αγίας εικόνος. Πράγματι επήραν ομοφώνως απόφασιν όλοι οι Γέροντες να φορτώσουν την εικόνα, σ' ένα ξένο και άγριο νέο ημίονο που δεν ήξερε τους δρόμους και τα Μοναστήρια και αφού τον αφήσουν ελεύθερον να τον ακολουθήσουν από μακρυά. Εκεί που θα εσταματούσε θα έπρεπε να μείνη η ιερά εικόνα. Έτσι και έγινε. Αφού ωδήγησαν τον ημίονο στο δρόμο Θεσσαλονίκης - Αγίου Όρους τον άφησαν στην θέλησί του. Και ο ημίονος με αργό και ισόμετρο περπάτημα σαν να ένοιωθε ότι μετέφερε ιερό φορτίο επέρασε από δύσβατους τόπους, δάση και υψώματα και έφθασε στη Μονή Ζωγράφου και στάθηκε ακίνητος σ' έναν ωραιότατον λόφον.
Μ' αυτό τον τρόπο επληροφορήθησαν όλοι ότι η θέλησι του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου ήταν να μείνη η ιερή του εικόνα στη Μονή Ζωγράφου. Όλοι οι Μοναχοί δέχθηκαν στη Μονή με χαρά και με πνευματική πανήγυρι την ιερή εικόνα και την ετοποθέτησαν στον κίονα του αριστερού χορού. Ο ημίονος που μετέφερε των αγίαν εικόνα μόλις του την ξεφόρτωσαν εξέπνευσε και τον έθαψαν στον τόπον εκείνον. Σε ανάμνησι για τον ερχομό της ιερής εικόνος του Αγ. Γεωργίου έκτισαν στον λόφο ένα κελλί και μικρή εκκλησία στο όνομα του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.


γ) Περί της αγίας εικόνος που αφιέρωσε ο Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Στέφανος

Στον βορειοδυτικό κίονα, στον οποίο στηρίζεται και ο τρούλλος, είναι ανηρτημένη και άλλη εικόνα του Αγ. Γεωργίου, για την οποίαν υπάρχει η εξής χειρόγραφος διήγησις στη Μονή Ζωγράφου.
Ο Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας Στέφανος είχε, ως γνωστόν, συνεχώς πολέμους με τους Τούρκους. Κάποτε συνεκεντρώθησαν τα τούρκικα ασκέρια, που ήσαν αναρίθμητα, αποφασισμένα να τον αφανίσουν. Όταν είδε ο Στέφανος το πλήθος του εχθρού εφοβήθη. Αμέσως όμως συνήλθε και με θερμή προσευχή κατέφυγε στον Κύριον τον Θεόν και επεκαλέσθη με δάκρυα την βοήθειάν του. Με την εκ βάθους καρδίας προσευχήν του απεκοιμήθη. Μόλις τον επήρε ο ελαφρός ύπνος του εμφανίσθηκε ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος που τον περιέλουζε ένα λαμπρό και θαυμάσιον φως, τα μάτια του άστραφταν και η ουράνια δόξα τον περιέβαλλε. Ο Στέφανος αν και εκοιμόταν εφοβήθη και ετρόμαξε. Τότε ο Άγιος του είπε: «Έχε θάρρος στον Κύριό σου και μη φοβάσαι το πλήθος αυτό. Αύριον συγκέντρωσε όλο το στράτευμά σου και οδήγησέ το εναντίον των εχθρών του Χριστού με φωνές πανηγυρικές και σάλπιγγες και θα ιδής την δύναμι του Θεού μας που πάντα σε βοηθεί. Γι' αυτό τον λόγο στάθηκα εδώ, για να σου αποκαλύψω ποιος θα νικήση και να σου αναφέρω ότι η δύναμις του Θεού είναι μαζί σου και ότι ακόμη και εγώ θα σε βοηθήσω στη μάχη αυτή. Για όλα αυτά ανακαίνισε την Μονή Ζωγράφου που είναι αφιερωμένη στ' όνομά μου, και που ερημώθηκε. Στείλε μάλιστα και την ιδική μου εικόνα που έχεις μαζί σου».
Ο Στέφανος επήρε θάρρος από την εμφάνισι του Αγίου και ακόμη από την υπόσχεσι που του έδωσε ότι θα τον εβοηθούσε, θεία χάριτι. Αφού μάλιστα έφερε και την αγία εικόνα μαζί του με την φωνή των σαλπίγγων επέπεσε ξαφνικά σαν λαίλαπας δυνατός στον όγκο των Οθωμανών και τους συνέτριψε χωρίς χρονοτριβή και τους διέλυσε. Ύστερα απ' ολίγον καιρό έστειλε και την αγίαν εικόνα στο Άγιον Όρος και ανακαίνισε την Μονή Ζωγράφου, σύμφωνα με την θέλησιν του Αγίου, αφού αφιέρωσε σ' αυτή και πολλά αφιερώματα.
Κάποιος Ρώσσος συγγραφέας αναφερόμενος στην αγία εικόνα του Αγ. Γεωργίου γράφει τα εξής: «Κατά τον 15ον αιώνα εφάνη και άλλος ευεργέτης της Μονής Ζωγράφου ο Στέφανος που ήταν επίσημος Ηγεμόνας της Μολδοβλαχίας, ο οποίος ηγωνίσθη πολλές φορές εναντίον των Οθωμανών πάντοτε τροπαιοφόρως. Όταν τον περικύκλωσαν κάποτε αμέτρητα πλήθη εχθρού σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα ημπορούσε να σώση τους περιβόλους του φρουρίου. Τότε φάνηκε πάνω στο τείχος η μάνα του, η οποία του είπε: «Δεν θα επιτρέψω ποτέ στους εχθρούς σου να ανοίξουν τις πύλες του φρουρίου σου. Εάν δεν νικήσης και δεν ημπορέσης να αντισταθής σ' αυτούς στο πεδίον της μάχης, ελάχιστη ελπίδα σου απομένει για τους περιβόλους».
Εκείνο λοιπόν το βράδυ εφάνη ο Άγ. Γεώργιος προς τον συγχυσμένο ηγεμόνα Στέφανον και του υπεσχέθη την νίκην. Επίσης τον διέταξε ν' αποστείλη την αγίαν εικόνα που είχε πάντοτε μαζί του ο Στέφανος στην Μονή Ζωγράφου, και να την ανακαινίση γιατί ήδη ήταν ερημωμένη. Η νίκη έστεψε τα όπλα του ηγεμόνος που κατετρόπωσε τον εχθρόν. Ο Στέφανος εξεπλήρωσε την εντολή του Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου και την εικόνα απέστειλε και την Μονή μεγαλοπρεπώς ανακαίνισεν.
Και οι τρεις εικόνες του Αγίου Γεωργίου είναι περιβεβλημένες με ωραιότατα αργυρά ενδύματα που είναι κοσμημένα με πολύτιμους λίθους. Μάλιστα όλος ο διάκοσμός τους ετεχνουργήθη στη Ρωσία.



Περί της θαυμαστής εικόνος του αγίου Γεωργίου που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος.

Στον Άγιον Όρος σώζεται η αρχαία προφορική παράδοσις και για την αγίαν εικόνα που υπήρχε κατά τους χρόνους των ασεβών και κακοδόξων εικονομάχων που με βασιλικά διατάγματα εκαίοντο οι άγιες και σεβαστές εικόνες.
Στα χρόνια εκείνα λοιπόν οι υπηρέται του παρανόμου βασιλιά ερευνούσαν και προσπαθούσαν να βρίσκουν τις άγιες εικόνες για να τις συντρίβουν και να τις ρίχνουν στη φωτιά. Βρήκαν λοιπόν και την αγία αυτήν εικόνα και την έρριξαν στη φωτιά για να καή. Αλλά μάταια εκοπίαζαν οι ανόητοι, διότι η αγία εικόνα έμεινε άφλεκτος μέχρι που έσβησε τελείως η φωτιά. Οι εικονομάχοι όταν είδαν ότι ελάχιστα η φωτιά επείραξε τα ενδύματα του Αγίου και το πρόσωπόν του τίποτα δεν έπαθε, εξεπλάγησαν. Ένας μάλιστα περισσότερον ασεβής έμπηξε μαχαίρι στο πηγούνι του Αγίου και αμέσως έτρεξε αίμα καθαρόν. Τότε όλοι όσοι είδαν το θαύμα έφυγαν ο καθένας για το σπίτι του. Ένας ευσεβής χριστιανός αφού παρέλαβε την αγίαν εικόνα και ήλθε στον γιαλόν, προσευχήθηκε θερμά προς τον Κύριον για να σταματήση η φρικτή θύελλα της εικονομαχίας. Έπειτα αφού εγύρισε προς την αγίαν εικόνα είπε: «Μεγαλομάρτυρα του χριστού Τροπαιοφόρε Γεώργιε, Συ ο οποίος και στη ζωή αλλά και μετά θάνατον έκαμες τόσα πολλά θαύματα και που μόλις τώρα άφησες άφλεκτον την αγία σου εικόνα, διεφύλαξε και τώρα αυτήν και από την θάλασσα και μετέφερέ την όπου συ γνωρίζεις και επιθυμείς προς δόξαν του Θεού μας». Και μόλις ετελείωσε έβαλε την εικόνα στη θάλασσα.
Ο Χριστιανός εκείνος έφυγε. Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος εφρόντισε ώστε η αγία του εικόνα να φθάση στο Άγιον Όρος όπου και άλλες εικόνες η θεία Πρόνοια ωδήγησε. Η εικόνα ετοποθετήθη κοντά στην Μονή Ξενοφώντος όπου έρρεαν τα ιαματικά όξινα νερά. Υπήρχε μάλιστα εκεί ένα Μονύδριον αφιερωμένο στον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριον. Ακόμη σώζεται ο ναΐσκος αυτός όπου οι μοναχοί όταν είδαν την εικόνα του Αγ. Γεωργίου την μετέφεραν εκεί γεμάτοι χαρά και ευλάβειαν. Ύστερα έκτισαν Ναόν κοντά στο ναΐδριον. Όταν αυξήθηκαν οι μοναχοί και εμεγάλωσε και η Μονή ωνομάσθη του Αγ. Γεωργίου. Οι Μοναχοί εορτάζουν καθημερινώς μαζί με τον Άγιον Γεώργιον και τον Μεγαλομάρτυρα Δημήτριον και τους μνημονεύουν κατά τας απολύσεις των ακολουθιών.
Η αγία εικόνα ευρίσκεται στον μεγάλον Καθολικόν νέον Ναό του Αγίου Γεωργίου στον ανατολικό κίονα του δεξιού χορού και έχει ζωγραφισμένο ολόσωμο τον Μεγαλομάρτυρα και σε ένδειξι του θαύματος φέρει και την πληγή στο πηγούνι και το αίμα του είναι πηγμένο σ' αυτήν. Μέχρι σήμερα το θαυμαστό φαινόμενο κηρύττει περίτρανα τα πάμπολλα θαύματα που επετέλεσε και επιτελεί ο Άγιος Μεγαλομάρτυς και Τροπαιοφόρος Γεώργιος.

Η μνήμη του εορτάζεται την 23ην Απριλίου.




ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ Ήχος δ'
Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, σωθήναι τας ψυχάς ημών.

ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ

Ήχος δ'. Ο υψωθείς εν τω Σταυρώ

Γεωργηθείς υπό Θεού ανεδείχθης, της ευσεβείας γεωργός τιμιώτατος, των αρετών τα δράματα συλλέξας σ' εαυτώ, σπείρας γαρ εν δάκρυσιν, ευφροσύνη θερίζεις. αθλήσας δε δι' αίματος, τον Χριστόν εκομίσω και ταις πρεσβείαις Άγιε ταις σαις, πάσι παρέχεις, πταισμάτων συγχώρησιν.


ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ "Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ"

Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Ουράνιες εμπειρικές αλήθειες


Ουράνιες εμπειρικές αλήθειες


Ουράνιες εμπειρικές αλήθειες βγαλμένες μέσα από το δεδοκιμασμένο καμίνι 30 ετών ασθενειών, πόνων και ευεργετικών δοκιμασιών της ηρωικής και μαρτυρικής ψυχής Δήμητρας Κόντου από την Πάτρα, κοιμηθείσης το 1995.

         Η Δήμητρα Κόντου γεννήθηκε το 1952 στο χωριό Λυκούρια Καλαβρύτων και ήταν το δεύτερο παιδί από τα δέκα της οικογενείας... Το 1965 ασθένησε από «μυασθένεια». Από το έτος αυτό άρχισε η μαρτυρική πορεία της.... Το 1971 στο Νοσοκομείο του Ελληνι­κού Ερυθρού Σταυρού των Αθηνών εξομολογήθη. «Έπεσαν τα πρώτα λέπια της αμαρτίας από τα μάτια μου κάτω από το επιτραχήλι του σεβαστού γέροντος π. Ελπιδίου, πνευματικού του Νοσοκομείου... Διάλε­ξε (ο Κύριος) για τόπο της συναντήσεώς μας το Νο­σοκομείο!», σημειώνει η ίδια.
       Το 1975 και για 5 χρόνια ήταν τρόφιμος του ασύ­λου ανιάτων Πατρών....
      «Το 1980 άνοιξε, ομολογεί η ίδια, τους κρουνούς του ελέους Του και της ευσπλαχνίας Του (ο Θεός) και με βύθισε μέσα Του... Βρέθηκα σε καταιγισμό αγά­πης! Μου δόθηκε ολόκληρος. Πώς; Θαύμασε Πατρική αγάπη. από το κεφάλι μέχρι τα δάκτυλα των ποδιών μου ήμουν ακίνητη. ήταν τόση η μυϊκή ατονία, που τίποτε δεν μπορούσε να κινηθή και να λειτουργήση ε­πάνω μου. Έδινα την εικόνα ενός φυτού! Τα μάτια δεν άνοιγαν για να δουν, αλλά και όταν άνοιγαν τα έ­βλεπα ή θαμπά ή διπλά. δεν μπορούσα να μιλήσω καθόλου, ούτε να καταπιώ το σίελό μου, τα πνευμόνια δεν λειτουργούσαν από μόνα τους. είχα πάντα οξυγό­νο, μερικές φορές και αναπνευστήρα. η καρδιά δύο φορές σταμάτησε με ανακοπή. το γαστρεντερικό σύ­στημα δεν λειτουργούσε, τα 3/4 του στομάχου είχαν νεκρωθεί. τα νεφρά με κολικούς, αιμορραγίες κ.τ.λ. Στο ουροποιητικό πρόβλημα 12 χρόνια υπήρχε καθε­τήρας. Το κυκλοφορικό με πολλά προβλήματα και θρομβώσεις, η αρτηριακή πίεση με πολλές διακυμάν­σεις. Το φλεβικό σύστημα κατατρυπημένο, όλα τα ση­μεία του σώματος ανοιγμένα από αποκαλύψεις, φλεβοκεντήσεις, βιοψίες κ.τ.λ. Στη μύτη για 6 χρόνια α­πό τον οισοφάγο ένα σωληνάκι, που έφθανε μέχρι το στομάχι για να μπορώ να παίρνω τα φάρμακά μου, α­φού δεν μπορούσα από το στόμα, ουρολοιμώξεις συ­νεχόμενες για 12 χρόνια με βαρειές αντιβιώσεις, αναι­μία κτλ., πονοκέφαλοι, που δεν αντιμετωπίζοντο με τί­ποτα. Έπαιρνα την ημέρα 8 ενέσεις ενδοφλεβίως ναρ­κωτικές. Είχα για 3 συνεχή χρόνια ορό χωρίς να παίρνω από το στόμα ούτε μια κουταλιά γάλα. Έτσι εδοκίμασα στο τέλειο βαθμό της τη πείνα και τη δί­ψα. στερήθηκα τον ύπνο αυτά τα 3 χρόνια, που είχα τους ορούς γιατί έπρεπε να τους παρακολουθώ, η δε δόση των καθημερινών μου φαρμάκων έφθανε τα 60-70 χάπια με άδειο τελείως στομάχι. πολλάκις πλησία­σα τη γεύση θανάτου...
       Βέβαια όλα αυτά εφαίνοντο σαν ταλαιπωρίες, ό­μως η πραγματικότητα ήταν άλλη. ποτέ δεν θα μπορέ­σω να περιγράψω τη γλυκύτητα και την εσωτερική α­νάπαυση και χαρά. Αυτό μόνο θα πω: νοερά αγκάλια­ζα και καταφιλούσα ορούς οξυγόνο, πληγές...».
(Τα ανωτέρω είναι από το βιβλίο Δήμητρα Κό­ντου, εκδόσεως ΤΑΩΣ, Πάτραι 2001).
  Εμπειρικές ελπιδοφόρες αλήθειες
       Από μία μοναχή εκ Πατρών ελάβαμε σε φωτοτυ­πία ένα ιδιόγραφο κείμενο με ευλογημένες εμπειρίες της μακαρίας συγχρόνου νεομάρτυρος εκλεκτής δού­λης του Θεού Δήμητρας Κόντου, τα οποία και παραθέ­τουμε προς στηριγμό και ψυχική ωφέλεια όλων μας. Η μοναχή που μας τα έστειλε σημείωσε τα εξής: Ιδιό­χειρο κείμενο που διαβάστηκε σαν επικήδειος την ημέ­ρα της κηδείας της.
*   Έχω μέσα μου το φρόνημα και την πληροφορία ότι τα 30 χρόνια της ασθενείας μου έτσι τα βάδισα.
*   Θεός μου και σταυρός μου το ίδιο. το ένα γλυκύ­τερο του άλλου. και για αυτό ποτέ δε ζήτησα να μου το πάρη.
*  Δεν δοκίμασα τη γεύση της πικρίας του πόνου.
*   Δεν με προβλημάτισε και δεν μου δημιούργησε στενοχώρια και ποτέ δεν αισθάνθηκα άρρωστη μόνο.
*   Δεν έσυρα το βήμα απλώς υπομονετικά, τούτο κα­θόλου δεν μου άρεσε. την ήθελα χαρούμενη και έτσι και την βάδισα την πορεία μου. ένα γλέντι, ένα πανη­γύρι, ένα χαρούμενο τρέξιμο μέσα στην ακινησία μου.
*   Δεν ένιωσα ποτέ τον Θεό μακρυά μου. μου ήταν ο γλυκύτατός μου και ο δικός μου Πατέρας! Ποτέ μόνη μου δεν περπάτησα την πονεμένη και τραχεία πορεία μου... Πάντα στην αγκαλιά Του, στα γόνατά Του, στις χούφτες Του τις Πατρικές! Έτσι ένιωθα.
*   Ποτέ δεν είδα το γιατρό, το Νοσοκομείο με εχ­θρικό μάτι. Ποτέ δεν αντιστάθηκα σε ότι μου ζητήθη­κε να κάνω από φάρμακα και εξετάσεις, έστω και αν αυτό στοίχιζε.
*   Μετά γλυκύτητος και ηδονής αγκάλιασα και καταφίλησα τα οδυνηρά μου μηχανήματα που εν πολλοίς και πολλάκις η ιατρική χρησιμοποίησε επάνω μου.
*   Ποτέ δεν βαρέθηκα το κρεββάτι μου. μου γλύκαι­νε όλο μου το είναι. Με σεβασμό, δέος και ευγνωμο­σύνη το αγκάλιασα και το καταφίλησα.
*   Σαν μια ιερή διακονία ανέλαβα να φέρω εις πέρας την ασθένειά μου. Ήμουν ο ασθενής και ο διακονών αυτή! Πάντα μέσα μου ο παύλειος λόγος. «την διακονίαν σου πληροφόρησον».
*   Την κράτησα σαν κόσμημα πολύτιμο σφιχτά στα δυο μου χέρια. με πότισε μεθυστικό κρασί, με γέμισε χαρά, ευτυχία, ηδονή, καύχημα. Μου έγινε πηγή ευ­γνωμοσύνης, ευχαριστίας, δοξολογίας... Με έκανε νο­σταλγό και κράχτη της αιωνιότητος!
*   Η ως τώρα πορεία μου στη γη έχει έντονο το αί­σθημα του εξορίστου, του διαβάτη, της ξενητειάς. Πόδια στη γη, αλλά μάτια, καρδιά, νους τραβηγμένα ψηλά... Με έλυωσε το αγνάντεμα. σαν το απογεγαλακτισμένο πρόβατο κάρφωσα τα μάτια στη γλυκειά Πατρίδα....
*   Ποτέ δεν αισθάνθηκα την ημέρα μου να μου είναι βαρετή και ατέλειωτη. Όλα γύρω γιορτινά, όλα ανα­στάσιμα, όλα καινούργια. Όλα μιλούν, όλα γελούν, ό­λα πανηγυρίζουν. Τίποτα το ίδιο, τίποτα το παλαιό, το κουραστικό, το στατικό. Ορίζοντας ανοιχτός, ου­ρανός και γη συμπλέκονται.
*   Η άπειρη αγάπη Του με φύλαξε από επιθυμίες. Δεν έβαλα μέσα στην ψυχή μου καμιά επιθυμία της γης. Με ελέησε και με ευσπλαχνίσθη. Μονάχα οπίσω Του εκολλήθη η ψυχή μου. Με όλους τους τρόπους έ­δειξε την αγάπη Του επάνω μου. Ναι, πέρα για πέρα ταιριάζει να το πω. «επλεόνασας επ' εμέ την μεγαλωσύνην Σου».
*   Τίποτα δεν έκανα στη ζωή μου για να αρέσει στο Θεό, και Αυτός με χόρτασε με όλη Του την αγάπη και τις ευλογίες και τα αγαθά Του!
*   Τίποτα δεν είχα να σου δώσω στην ζωή μου και δεν του έδωσα. ένα μόνο είχα και αυτό ολόκαρδα του το έδωσα. το χαρούμενο Ναι μου!
*   Χόρτασε το πετσί μου πόνο και πολλές φορές έ­κλαψα και σε αθυμία έπεσα, αλλά απηλλαγμένα της πικρίας..., στο βάθος στάλαζαν γλυκασμοί....
*   Το σώμα μου δεν το αγάπησα και ούτε του χαρί­στηκα εν ονόματι της ανημπορίας του. Του έδωσα τό­σο όσο του έπρεπε για να συντηρηθή. Το διακόνησα με σεβασμό σαν άρρωστο, και αυτό που είχε ανάγκη του το έδωσα. Τα στερήθηκα όλα, ακόμα και τα απαραίτητα. Αλλοιώτικη πορεία από τούτη δεν γνώρισα. Γύρισα από ασθενοφόρο σε ασθενοφόρο, και από Νο­σοκομείο σε νοσοκομείο, από κρεβάτι σε κρεβάτι και από χέρια σε χέρια.... Ποτέ δεν εκπληρώθηκε το θέ­λημά μου. Το θέλω μου την κάθε στιγμή μου το τεμά­χιζε η μυασθένεια. Είμαι διαπαντός κάτω από τη δική της την εξουσία. Σαν ένα καθεστώς τυραννικό επάνω μου, μου στέρησε και την παραμικρή ανάπαυση....
Όμως
σε τίποτα δεν με δυσκόλεψε να τρέξω. Όλη μου την ζωή την ένιωσα ένα τρέξιμο. πόσο μου αρέσει να τρέ­χω!!
*   Δεν θέλησα να περιορισθώ μονάχα μέσα στην ανημπόρια μου και αυτή να είμαι μόνο. θέλω και κάτι ακόμα και κάτι πιο πάνω από αυτή.
*   Μια πορεία 30 χρόνων σαν νάναι 30 μονάχα λε­πτών έτσι αισθάνομαι. Πορεία μεστή χαρμοσύνης και γλυκασμών. Ευλογητός, ευλογητός ο Θεός για τούτη την ευτυχία...
* Αυτή η κλητή και αγία ημέρα του 1965 εορτή ε­ορτών, και πανήγυρις πανηγύρεων....
Δόξα Σοι Κύριε, δόξα σοι. Προσκυνώ την αγαθό­τητά Σου την ανεκδιήγητον. Υμνώ την αγαθότητά Σου την ανεξιχνίαστον. Ευχαριστώ και δοξολογώ το αμέτρητόν Σου έλεος ότι μυρίων κολάσεων και τιμω­ριών ούσα άξια ελεείς και ευεργετείς με.