Αγαπητοί φίλοι,γνωστοί και άγνωστοι, σας καλωσορίζω στο προσωπικό μου blog. Σας ευχαριστώ για την τιμή και το χρόνο που αφιερώσατε, για να το επισκεπτείτε...με τιμή π. Αντώνιος Χρήστου

Συνολικές προβολές σελίδας

ΑΝΑΖΗΤΕΙΤΕ ΚΑΤΙ; ΕΛΕΥΘΕΡΑ....

Translate-Μετάφραση σε άλλη γλώσσα

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικη ιστορία αγάπης....



 δηγς νέβηκε σβέλτα στ θέση του κα βαλε μπρς τ μηχανή. Ο τελευταοι πιβάτες νέβηκαν βιαστικά, βάλθηκαν ν ψάχνουν τς θέσεις τους. Προπαραμον Χριστουγέννων,  κίνηση στ ζενίθ.
σκυψε ν σηκώσει τ βαλίτσα της, μ  ντρας της τν πρόλαβε. Τν τακτοποίησε στν χρο τν ποσκευν κα γύρισε κεφάτος κοντά της.
ντε λοιπόν, καλό σου ταξίδι, τς χαμογέλασε ποχαιρετώντας την. Σ λίγο πάλι ραντεβο δ.
Χαμογέλασε κι κείνη μ τ ζόρι, ντάλλαξαν να βιαστικό, ψυχρ φιλ κι νέβηκε στ θέση της. φευγε γι τν θήνα κτάκτως. Γι δυ μέρες μονάχα. Ν δώσει να χέρι βοήθειας στν κόρη τους, πο μπαινε γι μι μικρο-πέμβαση στ νοσοκομεο. Τίποτε νησυχητικό, θά ’βγαινε αθημερόν, μ κάποιος πρεπε ν κρατήσει τ μικρά, σπου ν ξανάρθει  μάνα τους.
Τ μεγάλο λεωφορεο ξεκίνησε. Πρν στρίψουν γι τν μεγάλο δρόμο, εδε ξαν μ τν κρη το ματιο της τν ντρα της. Τς κούνησε τ χέρι του. Κούνησε κι κείνη λαφρ μ νόρεχτα τ κεφάλι της. Μι μελαγχολικ διάθεση τν πλημμύριζε.
Μ τ πο χάθηκε τ λεωφορεο π’ τ μάτια του,  ντρας βγαλε τ κινητό. ψαξε τ λίστα μ τ νούμερα, κανε μι κλήση.
- Εμαι λεύθερος! επε εθυμα καθς νοιξε  γραμμή. Τί θά ’λεγες γι τ βραδάκι στς κτώ;
κέυ. Στ γνωστ σημεο πόψε στς κτώ, πάντησε λακωνικ μι γυναικεία φων κα κλεισε βιαστικ  γραμμή.
τριψε τ χέρια χαρούμενος. λα το ’ρχόντουσαν βολικά. Τ κτακτο ταξιδάκι τς γυναίκας του ταν λαχεο πρόσμενο. Σχεδν δυ μερολες λεύθερος μ τ τελευταο ασθηματάκι του δν ταν κα λίγο. Θ εχαν λη τν νεση κα τν χρόνο δικό τους. πίθανα!
ριξε μι ματι στ ρολόι του. ταν κόμα πέντε. Εχε τν εκαιρία ν πάει σπίτι ν φρεσκαριστε λιγάκι. Μ πογειωμένη τ διάθεση κα τν καρδιά του ν πεταρίζει σν εκοσάχρονος, χώθηκε στ μάξι κα πάτησε τ γκάζι σφυρίζοντας. Πόσο ξυπνα τ βόλευε λα!
 γκρίζος Δεκέμβρης φερε τς πρτες σταγόνες στ μεγάλο παρμπρίζ.  δηγς βαλε μπρς τος αλοκαθαριστρες. Ο σιγανς κουβέντες τν πιβατν βομβοσαν στ’ ατιά της, μ  γυναίκα βλεπε φηρημένη π τ τζάμι. Τ λεωφορεο ταν γεμάτο κα πνικτικό. Τ φς λιγόστευε γρήγορα κα τ τοπίο γινότανλο κα θολότερο.  δηγς ναψε τ μικρ φτα πορείας. νοιωσε ν πνίγεται περισσότερο. Τ σκοτάδι δν τν πολιορκοσε μόνο π’ ξω, εσορμοσε κα μέσα της.
π καιρ τώρα εχε ντιληφθε τς ποπτες κινήσεις το ντρα της κα τ φίδια τν ζωσαν π παντο. Προσπάθησε ν παραμείνει σο πι ψύχραιμη μποροσε. Δν το καμε νύξη ποτ γι τίποτε. Δν εχε παράπονο βέβαια πς δν τν πρόσεχε, μ κατάλαβε, σιγουρεύτηκε σχεδόν, πς τρεχε κα κάτι λλο παράλληλα. Πάλεψε ν μν καταρρεύσει π τ σόκ, μ χασε κάθε μπιστοσύνη στν ντρα της. λα μέσα της ναποδογύρισαν. νοιωσε προδομένη κα  πίκρα τ διαπότισε ς τ κατάβαθα.
Κα τώρα διαισθανόταν μ κρίβεια τί θ συνέβαινε στν πουσία της. Δ σκέφτηκε ποτ φυσικ ν τν στυνομεύσει κα οτε τ θελε, μάντευε μως καθαρ τς κινήσεις του. Καταλάβαινε πολ καλ τι το φηνε μ τ ταξίδι της λεύθερο τ πεδίο γι δράση. Τί λοιπν κι ν ρχονταν σ δυ μέρες Χριστούγεννα; Γιατί ν γυρίσει πίσω κα γι ποιόν;
Ο ζοφερς σκέψεις φεραν πόνο στ κεφάλι της κα σφίξιμο στν καρδιά. Τ μάτια της γέμισαν ξαφνικ δάκρυα. Φοβήθηκε πς θ γίνει ντιληπτ π’ τν συνεπιβάτη της κα στρεψε σο μποροσε τ πρόσωπό της πρς τ τζάμι. μήχανη νοιξε τν τσάντα της, ναζήτησε τ κινητό της. Προσποιήθηκε πς θτηλεφωνήσει γι ν κρύψει τν ταραχή της. Ψαχούλεψε μ τρεμάμενα δάχτυλα τ πλκτρα,  θόνη φωτίστηκε, μ ποιν ν πάρει κα μ τί διάθεση ν μιλήσει;
πρόσκλητη τότε κα ξαφνικ μς στ θολό της βλέμμα κα στ σκοτεινιασμένο της μυαλ ξεφύτρωσε  μορφ το γέροντα πνευματικο της, πο δ κα τρία χρόνια εχε ναπαυθενόσ ζοσε, τρεχε κοντά του πάντα σ κάθε της πρόβλημα. Μ τώρα;
Σν ν τν σπρωξε νεξήγητη παρόρμηση, σχημάτισε αθόρμητα πως παλι τ νούμερό του κι φερε τ τηλέφωνο στ’ ατί. νας λυγμς βαθς κα σιγανός, παρ φωνή, βγκε πνιχτ π’ τ λαρύγγι της.
- Βοήθησέ με, γαπημένε μου γέροντα! Χάνομαι! Δεξε μου τ δρόμο!  νύχτα μ καταπίνει!
- Γιατί κλας, καλή μου; Ποιν ζητς; ντήχησε μέσως μι ζεστ βελούδινη φων στ’ ατί της, μ πιότερο τν κουσε μς στν καρδιά της.
Πάγωσε λόκληρη. Ποις τς μιλοσε;  γέροντας πνευματικός της; Μ δν ζοσε πιά. Πς γίνεται ν παντ στν κλήση της; Μν παθε παράκρουση; Κοίταξε μ μάτια διεσταλμένα τ τηλέφωνο. Στ φωτειν θόνη του λαμπύριζε μ χρώματα θεσπέσια χι τ νούμερο πο κάλεσε, μ  γαλήνια μορφ το γέροντα,πως τν ξερε πάντοτε. Μ πς μποροσε ν συμβαίνει ατό; Τν κοίταζε μ τ γλυκό του βλέμμα κα τς χαμογελοσε. Στν παρήγορη θέα του νεμος δυνατός, να κύμα εφρόσυνο στροβίλισε βίαια τ βαρύ της ψυχοπλάκωμα, τ σκόρπισε στ στιγμ σν σύννεφο κακό. Μι γλυκει νακούφιση πλώθηκε ς ττελευταο κύτταρο το εναι της.  καλή της διάθεση ξεχείλισε. φέθηκε στ μαγεία το μυστηρίου πο τν γκάλιαζε κι ς μν καταλάβαινε τίποτε.
- Τί σο συμβαίνει, κόρη μου; ρώτησε σιγαν  γέροντας.
- Τ ξέρεις, δν χρειάζεται ν σο τ π, πατέρα μου, πάντησε κστατικά, σιγαν κι κείνη, μν τυχν κα γίνει ντιληπτή. Βλέπεις τ ξεστράτισμα το ντρα μου. Πηχτ σκοτάδι πλώθηκε στ ζωή μου. Μ τί κουράγιο πι ν ζ; Τ νειρά μου σβήσανε. Μέσα μου σωριάστηκαν ρείπια.
- Μ κα σ ξεστράτισες, κόρη μου! χι μόνο  ντρας σου.
γώ; Μ πς ξεστράτισα κα πότε; μίλησε διπλ σοκαρισμένη τώρα.
- Πάντα ξεστρατισμένη σουνα κι ξω π’ τ δρόμο το Θεοπάντησε μ ρεμη φων  γέροντας. Ζοσες κι σ γι τ δικό σου νειρο μονάχα. Πές μου, λήθεια, πότε γάπησες τν ντρα σου σύ; Πάντα! …θ μο πες, …λλ μ βιάζεσαι. γάπαγες ατ πο σο ’δινε, χι ατόν. ταν γι σένα τ κομμάτι πολειπε π’ τ σχέδιό σου. Τ ταιριαστ συμπλήρωμα σ’ να μοντέλο πο φιλοτέχνησες σύ. Ατ γάπαγες, τ βόλεψή σου π τν παρουσία του. Κα τώρα κλας γι τν ραία σου βιτρίνα πο ραγίζει. Μετρς τ κόστος τ δικό σου μόνο. Ατν δν τν γάπησες ληθιν ποτέ σου. Νά, πο σο γινε μέσως πεχθής,ταν ρνήθηκε ν συμπληρώνει τ πζλ τς φαντασίωσής σου.
 γυναίκα δν μίλαγε. Δν εχε δύναμη ν’ ρθρώσει λέξη. νοιωθε ν’ δειάζουν τ σωθικά της.  γέροντας συνέχισε.
- Μ βλέπεις τί περνς σύ, λλ τί θ’ πογίνει κενος τώρα. Καιρς ν δες τν ντρα σου. Ξέχνα τν αυτό σου. Κι ,τι ζητήσεις π τν Θεό, κοίταξε νά ’ναι γι ’κενον, χι γι εχαρίστηση δική σου. Σκοπός σου τώρα μ χαθε ατός, πλάσμα μοναδικό, μ νεκτίμητη ξία, φτιαγμένο μ προσμέτρητο μεράκι πτ χέρια το Θεο. Εναι  δικός σου νθρωπος, τ ξέχασες; Δν σο τν μπιστεύτηκε  Θεός; Δν θ ρωτήσει κάποτε τί κανες γι’ ατόν; ν δν πονς σ γι’ ατόν, ποις θ τν δε μ καλοσύνη; Πάλεψε τώρα σ λοιπν ν μ χαθε στν βυσσο. σε τ φυσικά σου ασθήματα στν κρη. Καιρς ν’ γαπήσεις τνντρα σου!
 για φωτειν μορφ πρε ν σβήνει π’ τν θόνη, μ στν καρδιά της λαμπε λοζώντανη. Γι πόση ρα μεινε κίνητη, δεμένη μ όρατα δεσμ μαγείας περκόσμιας; Φοβότανε ν κουνηθε, μ διώξει τ μακάρια ασθηση πο σν μάτιο παμφώτεινο τν περιτύλιγε. χτίδα λαρ στ θλίψη της τ λόγια τογέροντα, τς φανέρωσαν σα δν ποπτευόταν. Γι πρώτη φορ βλεπε νοιχτ τν ψυχή της καθαρά, σν νοιγμένο τριαντάφυλλο. ντυπωσιάστηκε βαθιά.
Τ χέρι της δειλ-δειλ γλίστρησε στν τσάντα της. ναζήτησε τ κομποσχοίνι της, δρο μικρ μ νεκτίμητο π’ τν πνευματικό της. Τ πέρασε χαϊδεύοντάς το παλ στ δάχτυλά της. Στν πρτο κόμπο στάθηκε… ργ-ργ μ σταθερ ψιθύρισε:
«Κύριε, ησο Χριστέ, λέησον τν δολον σου …».
Τ επε, τ ξαναεπε…, κόμπο-κόμπο…, ργ-ργά… Ν’ νοίξει δρόμο  προσευχή της πάσχιζε δειλά, σν τ μικρ ρυάκι μς π’ γριοχόρταρα κα πέτρες. Μ λίγο-λίγο τσαλώθηκε. Σν τ μωσαϊκ ραβδί, τν βράχο τς ψυχς της χτύπησε τν νυδρο μ δύναμη. Κα τ ρυάκι φούσκωσε, ποτάμι γινε κα χείμαρροςρμητικς ξεπήδησε π τν ρημο ντός της. Τ συνεπρε λάκερη.  σκέψη της ψώθηκε γοργή. Διέτρεξε βουν κα δρόμους πο δηφάγα  σκοτεινι κατάπινε ξοπίσω τους, στριφογύρισε τίθαση, ναζήτησε πίμονα τν ντρα της. Μ ετο πανίσχυρα φτερ  προσευχή της πέταξε ς κενον, τν γκάλιασε μυστικά. Μι γλυκει νοσταλγία πρωτόγνωρη κέντησε σν πόνος σιγανς τν καρδιά της. Πόθησε ν ταν τώρα κοντά του. Γι πρώτη φορ νοιωσε πς εχε τ δύναμη ν’ γαπήσει τν ντρα της.
Τ σκοτάδι τς νύχτας ξω πύκνωνε, μ  ψυχή της μέσα γέμιζε φς.
Τυλιγμένη σ γλυκει θαλπωρ συνέχιζε διάλειπτα: «…λέησον τν δολον σου…».
Στς κτ κριβς, κεφάτος, μ ντύσιμο κομψό, προσεγμένο γι τν περίσταση,  ντρας σήκωνε τ χέρι του ν χτυπήσει τ κουδούνι στν ξώπορτα το ραντεβο του. καμε ν τ γγίξει, μ δίστασε. διόρατη βεβαιότητα διαπέρασε προσδόκητα τν ψυχή του. Τί ταν ατό; Δν τό ’θελε τόσο πολ ν λθει ςδ; Γιατί διστάζει τώρα ατός,  τόσο νυπόμονος; Τ χέρι του μεινε γι λίγο μετέωρο κα κατέβηκε. Τί το συνέβαινε; Ξαφνικ δν νοιωθε σίγουρος γι’ ατ πο πήγαινε ν κάμει.
Στάθηκε συλλογισμένος μ μπορώντας ν καταλάβει τν αυτό του. Μι παρόρμηση μέσα του τν σπρωξε ν χτυπήσει κα πάλι, μ τ χέρι του μεινε ξαν στν έρα βέβαιο.  θλιμμένη μορφ τς γυναίκας του πέρασε ξαφνικ σν στραπ π τ βλέμμα του. λήθεια, γιατί ν τς τ κάνει ατό; να δυσάρεστο ασθημα τν κυρίευσε. νοιωσε σχημα γι πρώτη φορά. Κάποιες νοχς σήκωσαν κεφάλι μέσα του. Μ γιατί ν το συμβαίνουν τώρα ατά; Χωρς ν μπορε ν τ ξηγήσει, κατάλαβε πς δν ταν σ θέση ν προχωρήσει στ σχέδιό του. Κάτι μυστηριδες, νεξήγητο μέσα του τν πωθοσε π’ τν σκοπό του.
Γύρισε ργ-ργά, ρχισε ν πομακρύνεται σκυφτός. Τ κινητό του χτύπησε. Τν ψαχνε  λεγάμενη το ραντεβο του. Δν πάντησε. Χωρς ν τ θέλει, χωρς ν προσπαθελο κα πι πίμονα, λο κα πι ζωντανά, ζωγραφιζόταν μέσα του  μορφ τς γυναίκας του. Πόθησε ν ταν τώρα κοντά της. Καιρ εχε ντ νοιώσει ατό. Τν εχε γγίξει κάτι θεϊκό.  χάρη τς προσευχς της όρατη τος φερνε σ’ ντάμωμα μυστικό.
ργ τ βράδυ τς παραμονς, σ ρα πι πολ προχωρημένη, φίχθηκε τ τελευταο λεωφορεο τς γραμμς. Σκυφτά, προσεκτικ  γυναίκα κατέβηκε τ σκαλοπάτια, μ πρν τ πόδι της γγίξει τ δαφος, να χέρι πιανε παλ τ δικό της. Σήκωσε χαρούμενη τ πρόσωπό της κι ταν σ νά ’βλεπε τν ντρα της γι πρώτη φορά. Μ λαμπερ χαμόγελο γκαλιάστηκαν σφιχτά, φιλήθηκαν, σ νά ’τανε τ πρτο ραντεβο τους.
Στν παγωμένο χειμωνιάτικο γέρα κάτω π τος θόλους το σταθμο ντηχοσαν χαρμονικ τ γιορτιν τραγούδια κα τ χριστουγεννιάτικα κάλαντα. π τ στολισμένα δέντρα λάμψεις σκορπίζονταν χιλιάδες. Μ τ γιορτ τν εχαν μέσα τους ατοί, φούσκωνε τν καρδιά τους  χαρ τς Γέννησης. Καξεχυνόταν π’ τ ζεστά τους πρόσωπα τριγύρω κι π τ μάτια τους τ φωτεινά.
Πολλδν επαν. Μ γρ ματιά, …«Καλ Χριστούγεννα, καλή μου!», επε μονάχα κενος, …«Καλ θ εναι σίγουρα, γλυκέ μου!», ψιθύρισε κείνη… κι γκαλιασμένοι πως ταν προχώρησαν.
Κι σοι τος βλεπαν τν ρα ατ ν περπατον… μέσα στ θεο φς τς γιας νύχτας, γι χρόνια εχαν ν μιλον… γι μι στορία θόρυβης, μ στόσο… ληθινς κα παντοδύναμης γάπης…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Ομιλίες π. Αντωνίου Χρήστου

Ομιλίες π. Αντωνίου Χρήστου
Πατήστε πάνω στην Εικόνα






Δημοφιλή